Ποιος έχει δικαίωμα να μένει στην πόλη του;
Η έξωση της Maricarmen δεν δημιούργησε την οργή. Της έδωσε πρόσωπο.
Για 71 χρόνια, η María del Carmen Abascal ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα στο Retiro της Μαδρίτης, στην Ισπανία. Είχε μετακομίσει εκεί το 1956, όταν ήταν 17 ετών. Το σπίτι το είχε νοικιάσει τότε ο πατέρας της με ένα από τα παλιά συμβόλαια «renta antigua», τα οποία εξασφάλιζαν στους ενοικιαστές πολύ μακροχρόνια και προστατευμένη μίσθωση. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, το συμβόλαιο πέρασε στη μητέρα της και, όταν εκείνη πέθανε το 2005, στη Maricarmen.
Για δεκαετίες, η ζωή της συνεχίστηκε στο ίδιο σπίτι. Μέχρι που το 2018 το κτίριο πουλήθηκε και πέρασε στην Urbagestión, μια εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητα.
Τότε ξεκίνησε μια δικαστική διαμάχη που θα κρατούσε οκτώ χρόνια.
Η νέα ιδιοκτησία αμφισβήτησε ότι η Maricarmen είχε δικαίωμα να συνεχίσει τη μίσθωση μετά τον θάνατο της μητέρας της, υποστηρίζοντας ότι η δεύτερη διαδοχή του συμβολαίου ήταν άκυρη και ότι η παλιά μίσθωση είχε λήξει. Η Maricarmen δικαιώθηκε αρχικά από το δικαστήριο, όμως η απόφαση ανατράπηκε στη συνέχεια και, τον Μάρτιο του 2026, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας τάχθηκε τελικά υπέρ της ιδιοκτησίας.
Η δικαστική απόφαση άνοιξε τον δρόμο για την έξωσή της. Και πίσω από τη νομική διαμάχη υπήρχε πλέον και μια τεράστια οικονομική διαφορά. ΗΑ εταιρεία ζητούσε για το διαμέρισμα ενοίκιο περίπου 2.500 ευρώ τον μήνα, ενώ η Maricarmen λάμβανε σύνταξη χαμηλότερη από αυτό το ποσό. Το παλιό της ενοίκιο ήταν περίπου 500 ευρώ.
Έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες να ανασταλεί η έξωση. Ήταν ήδη η τέταρτη απόπειρα. Δικηγόροι, οργανώσεις ενοικιαστών και δημόσιοι φορείς παρενέβησαν, ενώ σύμφωνα με τον δικηγόρο της είχε υπάρξει ακόμη και προσφορά ιδιώτη να καλύψει το ενοίκιό της. Η ιδιοκτησία, ωστόσο, δεν δέχθηκε να υπογράψει νέο συμβόλαιο.
Στις 23 Σεπτεμβρίου 2026, η έξωση τελικά εκτελέστηκε. Εκατοντάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί έξω από το κτίριο στο Retiro για να την εμποδίσουν. Η αστυνομία απομάκρυνε τους συγκεντρωμένους και η 87χρονη Maricarmen βγήκε από το σπίτι της πάνω σε φορείο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Οι εικόνες έκαναν τον γύρο της Ισπανίας.
Και αυτή τη φορά, η έξωση δεν έμοιαζε με μία ακόμη δικαστική διαδικασία. Η Maricarmen είχε χάσει ένα σπίτι στο οποίο είχε ζήσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της, επειδή ένα παλιό καθεστώς μίσθωσης είχε βρεθεί αντιμέτωπο με τη νέα πραγματικότητα της αγοράς ακινήτων: ένα διαμέρισμα σε μια από τις ακριβότερες περιοχές της Μαδρίτης, του οποίου η εμπορική αξία απείχε πλέον δραματικά από το ενοίκιο που πλήρωνε επί δεκαετίες η ηλικιωμένη ένοικος.
Η υπόθεσή της έγινε μέσα σε λίγες ημέρες σύμβολο μιας κρίσης που αφορά πολύ περισσότερους από τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν μια έξωση.
Στις 26 Σεπτεμβρίου, περίπου 25.000 άνθρωποι, σύμφωνα με την κυβερνητική αντιπροσωπεία στη Μαδρίτη, διαδήλωσαν στην ισπανική πρωτεύουσα ζητώντας μέτρα για την προστασία των ενοικιαστών και πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία. Ακολούθησαν κινητοποιήσεις σε άλλες πόλεις και κατασκήνωση διαμαρτυρίας στην Puerta del Sol.
Στις 7 Οκτωβρίου, η Maricarmen πέθανε στο νοσοκομείο, χωρίς να προλάβει να επιστρέψει στο σπίτι της. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η ιδιοκτησία είχε συμφωνήσει, μετά τη δημόσια κατακραυγή, σε μια νέα οκταετή μίσθωση που θα της επέτρεπε να επιστρέψει με ενοίκιο προσαρμοσμένο στο εισόδημά της. Η συμφωνία, όμως, ήρθε πολύ αργά.
Η Maricarmen δεν ήταν η μόνη που έχανε την πρόσβαση σε μια πόλη όπου είχε ζήσει όλη της τη ζωή. Ήταν απλώς η περίπτωση που έκανε το πρόβλημα ορατό.
Γιατί η ισπανική στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο το αν υπάρχουν αρκετά σπίτια. Αφορά ποιος μπορεί να τα νοικιάσει, σε ποια τιμή, σε ποια περιοχή και για πόσο μπορεί να μείνει σε αυτά. Και, τελικά, αφορά ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα.
Τι συμβαίνει όταν ένα σπίτι εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά οι άνθρωποι που ζουν σε μια πόλη δεν μπορούν πλέον να το αντιμετωπίσουν ως σπίτι;
Λείπουν σπίτια εκεί όπου χρειάζονται
Για να καταλάβει κανείς τη σημερινή στεγαστική κρίση στην Ισπανία, πρέπει να γυρίσει πίσω στο 2008.
Εκείνη τη χρονιά έσκασε η τεράστια φούσκα της ισπανικής αγοράς ακινήτων. Για περισσότερο από μία δεκαετία, η χώρα είχε χτίσει κατοικίες με ρυθμούς που σήμερα μοιάζουν σχεδόν αδιανόητοι. Η οικοδομή είχε γίνει ένας από τους βασικούς κινητήρες της οικονομίας και χιλιάδες νέα σπίτια κατασκευάζονταν κάθε χρόνο, συχνά με την προσδοκία ότι θα συνεχίσουν να πωλούνται σε ολοένα υψηλότερες τιμές.
Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέκοψε απότομα αυτή την πορεία. Η αγορά ακινήτων κατέρρευσε, η κατασκευή νέων κατοικιών περιορίστηκε δραματικά, πολλές κατασκευαστικές εταιρείες κατέρρευσαν και οι τράπεζες έγιναν πολύ πιο επιφυλακτικές στη χρηματοδότηση νέων έργων.
Η Ισπανία πέρασε έτσι από το ένα άκρο στο άλλο.
Από μια χώρα που έχτιζε υπερβολικά πολλά σπίτια, μετατράπηκε σταδιακά σε μια χώρα που δεν χτίζει αρκετά.
Και το σημαντικό είναι ότι η οικοδομική δραστηριότητα δεν επανήλθε ποτέ στα επίπεδα της προ κρίσης περιόδου.
Σύμφωνα με στοιχεία της BBVA Research, από το 2008 έως το 2022 ξεκίνησε η κατασκευή περίπου 1,53 εκατομμυρίων κατοικιών στην Ισπανία, την ώρα που δημιουργήθηκαν περίπου 2,4 εκατομμύρια νέα νοικοκυριά. Δηλαδή, ήδη σε αυτή την περίοδο δημιουργήθηκε ένα σημαντικό κενό ανάμεσα στους ανθρώπους που χρειάζονταν κατοικία και στις νέες κατοικίες που προστέθηκαν στην αγορά.
Το πρόβλημα δεν σταμάτησε εκεί.
Τα τελευταία χρόνια η ζήτηση για κατοικία αυξήθηκε ξανά. Ο πληθυσμός αυξήθηκε, η μετανάστευση ενίσχυσε τη δημιουργία νέων νοικοκυριών, η οικονομική δραστηριότητα συγκεντρώθηκε ακόμη περισσότερο στις μεγάλες πόλεις και ο τουρισμός αύξησε την πίεση στις πιο δημοφιλείς περιοχές. Ταυτόχρονα, ένα μέρος των κατοικιών κατευθύνθηκε σε άλλες χρήσεις, όπως οι τουριστικές και εποχικές μισθώσεις, αντί να διατίθεται ως μόνιμη κατοικία.
Η προσφορά, όμως, δεν ακολούθησε.
Αυτό δεν είναι απλώς μια πολιτική εκτίμηση. Είναι το συμπέρασμα τόσο της ισπανικής κεντρικής τράπεζας όσο και διεθνών οργανισμών που έχουν εξετάσει την ισπανική αγορά.
Ο Banco de España, η κεντρική τράπεζα της χώρας, υπολογίζει ότι μεταξύ 2021 και 2025 δημιουργήθηκε έλλειμμα περίπου 750.000 κατοικιών. Περίπου το μισό αυτού του ελλείμματος συγκεντρώνεται σε μόλις έξι επαρχίες (Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Αλικάντε, Βαλένθια, Μούρθια και Μάλαγα).
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του ΟΟΣΑ (Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης). Σε έκθεσή του για την Ισπανία, υπολόγισε ότι από το 2022 έως το 2024 εκδόθηκαν άδειες για μόλις 345.000 νέες κατοικίες, ενώ στο ίδιο διάστημα δημιουργήθηκαν 604.000 νέα νοικοκυριά.
Η διαφορά είναι τεράστια. Περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονταν σπίτι από όσα καινούργια σπίτια μπορούσε να προσφέρει η αγορά και πι συγκεκριμένα, έχει έλλειψη εκεί όπου υπάρχει ζήτηση.
Μπορεί να υπάρχουν άδεια ή υποχρησιμοποιούμενα σπίτια σε περιοχές της χώρας που χάνουν πληθυσμό, την ίδια ώρα που στη Μαδρίτη, τη Βαρκελώνη, τη Μάλαγα, τη Βαλένθια ή στις τουριστικές περιοχές η ζήτηση αυξάνεται πολύ ταχύτερα από την προσφορά. Η ίδια η Banco de España επισημαίνει ότι η δυνατότητα του υπάρχοντος αποθέματος να απορροφήσει νέους κατοίκους είναι πολύ μικρότερη στις περιοχές όπου συγκεντρώνεται η οικονομική δραστηριότητα.
Γι’ αυτό και το γεγογός ότι υπάρχουν άδεια σπίτια στην Ισπανία δεν αποτελεί από μόνο του απάντηση στην κρίση. Ένα σπίτι σε μια μικρή πόλη που χάνει πληθυσμό δεν λύνει το πρόβλημα ενός νοσηλευτή που εργάζεται στη Μαδρίτη. Ένα διαμέρισμα στη Μάλαγα που διατίθεται για βραχυχρόνια τουριστική μίσθωση δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα διαμέρισμα διαθέσιμο για έναν εργαζόμενο που ψάχνει μόνιμη κατοικία. Και ένα σπίτι που βρίσκεται σε μια περιοχή όπου οι τιμές έχουν εκτοξευθεί μπορεί να υπάρχει, αλλά να είναι οικονομικά απρόσιτο για τον άνθρωπο που το χρειάζεται.
Γιατί όλοι θέλουν να ζήσουν στις ίδιες πόλεις;
Το πρόβλημα με τη στέγαση στην Ισπανία δεν είναι μόνο πόσα σπίτια υπάρχουν, αλλά πού βρίσκονται και ποιοι μπορούν να τα πληρώσουν.
Τα τελευταία χρόνια, η ζήτηση έχει συγκεντρωθεί στις ίδιες περιοχές: στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, αλλά και σε πόλεις όπως η Μάλαγα και η Βαλένθια και σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Εκεί βρίσκονται περισσότερες δουλειές, πανεπιστήμια, υπηρεσίες και οικονομικές ευκαιρίες. Περισσότεροι άνθρωποι θέλουν ή χρειάζεται να ζήσουν εκεί, ενώ η κατασκευή νέων κατοικιών δεν ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό.
Την ίδια στιγμή, δεν καταλήγουν όλα τα σπίτια στη μόνιμη κατοικία. Ορισμένα μετατρέπονται σε τουριστικά καταλύματα, άλλα νοικιάζονται για λίγους μήνες ως «προσωρινές» κατοικίες και άλλα χρησιμοποιούνται ως δεύτερες κατοικίες. Το σπίτι δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να είναι διαθέσιμο με τους ίδιους όρους σε κάποιον που ψάχνει ένα σταθερό, οικονομικά προσιτό ενοίκιο.
Όταν, λοιπόν, περισσότεροι άνθρωποι ανταγωνίζονται για λιγότερες κατοικίες στις ίδιες περιοχές, οι τιμές ανεβαίνουν.
Και η συνέπεια δεν είναι μόνο οικονομική. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει δουλειά στη Μαδρίτη, αλλά να μην μπορεί να πληρώσει για να ζήσει στη Μαδρίτη. Μετακομίζει στα προάστια, κάνει μεγαλύτερες διαδρομές, χάνει χρόνο και χρήμα ή, τελικά, εγκαταλείπει την περιοχή.
Η στεγαστική κρίση γίνεται έτσι και κρίση πρόσβασης στην ίδια την πόλη. Ποιοι μπορούν να ζουν εκεί όπου υπάρχουν οι δουλειές, οι υπηρεσίες και οι ευκαιρίες.
Οι προσωρινές μισθώσεις
Υπάρχει όμως και ένας λιγότερο προφανής τρόπος με τον οποίο ένα σπίτι μπορεί να πάψει να είναι διαθέσιμο σε έναν μόνιμο ενοικιαστή.
Στην Ισπανία έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια οι προσωρινές μισθώσεις. Πρόκειται για συμβόλαια που παρουσιάζονται ως λύση για κάποιον που χρειάζεται σπίτι μόνο για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, για παράδειγμα έναν φοιτητή, έναν εργαζόμενο που μετακινείται προσωρινά ή κάποιον που βρίσκεται στην πόλη για λίγους μήνες.
Το πρόβλημα είναι ότι ένα τέτοιο συμβόλαιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για κάποιον που στην πραγματικότητα χρειάζεται κανονική, μόνιμη κατοικία.
Η διαφορά έχει σημασία. Μια μίσθωση κύριας κατοικίας στην Ισπανία προσφέρει στον ενοικιαστή συγκεκριμένες νομικές προστασίες και μεγαλύτερη σταθερότητα. Μια προσωρινή μίσθωση έχει διαφορετικούς κανόνες και μπορεί να τελειώσει πολύ πιο εύκολα.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις μισθώσεις ανά δωμάτιο. Αντί για ένα ολόκληρο διαμέρισμα που νοικιάζεται σε μια οικογένεια ή σε έναν ενοικιαστή, κάθε δωμάτιο μπορεί να διατίθεται ξεχωριστά, συχνά με διαφορετικούς όρους.
Το σπίτι ως επένδυση
Κάπου εδώ η στεγαστική κρίση παύει να είναι μόνο θέμα προσφοράς και ζήτησης και γίνεται πολιτικό ζήτημα.
Γιατί ένα σπίτι μπορεί να είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Κατοικία για έναν άνθρωπο, περιουσία για έναν ιδιοκτήτη, εισόδημα για έναν εκμισθωτή και επενδυτικό προϊόν για μια εταιρεία.
Πολύ εύκολα μπορούμε να πούμε ότι «για όλα φταίνε τα funds» – που φταίνει – αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί.
Οι μεγάλες εταιρείες και τα επενδυτικά κεφάλαια έχουν παρουσία στην ισπανική αγορά ακινήτων και μπορούν να επηρεάζουν τις τιμές και τη χρήση των κατοικιών. Δεν αποτελούν όμως το σύνολο της αγοράς. Μεγάλο μέρος των ενοικιαζόμενων κατοικιών ανήκει σε ιδιώτες μικρότερους ιδιοκτήτες, ενώ η στεγαστική κρίση έχει διαμορφωθεί από πολύ περισσότερους παράγοντες, όπως η ανεπαρκής κατασκευή νέων κατοικιών, η εξάπλωση των τουριστικών και προσωρινών μισθώσεων, η άνοδος των τιμών και η έλειψη ουσιαστικών μέτρων για την προστασία της μόνιμης κατοικίας.
Για δεκαετίες, η πολιτική κατοικίας δεν δημιούργησε αρκετές μόνιμες, οικονομικά προσιτές κατοικίες που να παραμένουν διαθέσιμες σε ανθρώπους με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Έτσι, όταν η ιδιωτική αγορά άρχισε να ανεβάζει τις τιμές, δεν υπήρχε ένας αρκετά ισχυρός δημόσιος τομέας κατοικίας για να συγκρατήσει την πίεση.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η αγορά αποφασίζει σε μεγάλο βαθμό ποια χρήση του ακινήτου είναι πιο συμφέρουσα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ιδιοκτήτης ή κάθε επενδυτής λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Σημαίνει ότι οι κανόνες της αγοράς δημιουργούν συγκεκριμένα κίνητρα.
Και οι κυβερνήσεις αποφασίζουν σε σημαντικό βαθμό ποια από αυτά τα κίνητρα θα περιορίσουν και ποια θα αφήσουν να λειτουργήσουν.
Γι’ αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε αποκλειστικά στα funds ούτε αποκλειστικά στους ιδιοκτήτες ούτε αποκλειστικά στους τουρίστες.
Όταν η κατοικία αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως δικαίωμα και ως επένδυση, ποια πλευρά προστατεύει τελικά περισσότερο το κράτος;
Γιατί αν η απάντηση είναι ότι η αγορά ανταμείβει περισσότερο εκείνον που μπορεί να βγάλει τη μεγαλύτερη απόδοση από ένα σπίτι, ενώ το κράτος δεν διαθέτει αρκετές κατοικίες ούτε αρκετά ισχυρούς κανόνες για να εξασφαλίσει την προσιτή μόνιμη κατοικία, τότε η στεγαστική κρίση δεν είναι απλώς αποτυχία της αγοράς, αλλά κυρίως αποτυχία του κράτους να προστατεύει τους πολίτες του.
Όταν το σπίτι σου τρώει τον μισθό
Το 2025, το 26,8% των νοικοκυριών στην Ισπανία που νοίκιαζαν στην τιμή της αγοράς έδινε πάνω από το 40% του εισοδήματός του για το ενοίκιο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 18,6%.
Το 40% δεν είναι ένας τυχαίος αριθμός. Όταν σχεδόν ο μισός μισθός πηγαίνει μόνο για να έχει κάποιος ένα σπίτι, το υπόλοιπο εισόδημα πρέπει να καλύψει όλα τα υπόλοιπα. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των κατοικιών συνεχίζουν να αυξάνονται και η πίεση δεν κατανέμεται ισότιμα. Είναι μεγαλύτερη για τα χαμηλότερα εισοδήματα, τους νέους και τους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί εκτός Ισπανίας.
Το 2025, 44,3% των ανθρώπων ηλικίας 26 έως 34 ετών στην Ισπανία ζούσαν με τουλάχιστον έναν γονέα, σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία INE. Μεταξύ όσων παραμένουν στο πατρικό τους, η αδυναμία να πληρώσουν ενοίκιο ή να αγοράσουν κατοικία καταγράφεται ως ένας από τους βασικούς λόγους.
Η ανεξαρτητοποίηση, επομένως, δεν καθορίζεται πλέον μόνο από το πότε κάποιος τελειώνει τις σπουδές του ή βρίσκει την πρώτη του δουλειά. Καθορίζεται από το αν ο μισθός του φτάνει για ένα σπίτι.
Και αυτό αλλάζει πολύ περισσότερα από την αγορά ακινήτων. Καθυστερεί τη δημιουργία νέων νοικοκυριών, περιορίζει τη δυνατότητα μετακίνησης για μια δουλειά, επηρεάζει το αν κάποιος μπορεί να παραμείνει στην πόλη όπου μεγάλωσε και μεταθέτει αποφάσεις ζωής που κάποτε θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητες.
Και όσο το κόστος της κατοικίας αυξάνεται, τόσο περισσότερο η στέγαση συνδέεται με το εργατικό κίνημα. Στις 7 Οκτωβρίου, τα δύο μεγαλύτερα ισπανικά συνδικάτα, UGT και CCOO, ανακοίνωσαν 24ωρη γενική απεργία για τις 11 Νοεμβρίου, συνδέοντας το στεγαστικό κόστος με τους μισθούς και το γενικό κόστος ζωής. Ήταν η πρώτη φορά εδώ και 14 χρόνια που τα δύο συνδικάτα ανακοίνωσαν από κοινού γενική απεργία.
Το μήνυμα είναι απλό. Δεν έχει μεγάλη σημασία μια αύξηση μισθού αν το ενοίκιο αυξάνεται ακόμη γρηγορότερα.
Και κάπως έτσι, η στεγαστική κρίση βγαίνει από τα μεσιτικά γραφεία και περνά στους δρόμους. Η έξωση της Maricarmen δεν δημιούργησε αυτή την οργή. Της έδωσε πρόσωπο.
Οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν έφεραν στο ίδιο κάδρο ανθρώπους που μέχρι τότε μπορεί να είχαν διαφορετικές διεκδικήσεις.
Στην άλλη πλευρά, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χρειάζεται περισσότερη οικονομικά προσιτή κατοικία και αυστηρότεροι κανόνες για ορισμένες μορφές μίσθωσης, ενώ η αντιπολίτευση δίνει μεγαλύτερο βάρος στην κατασκευή νέων κατοικιών, στην απελευθέρωση γης και στην επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων.
Η διαφωνία, επομένως, δεν αφορά μόνο το πόσα σπίτια πρέπει να χτιστούν. Αφορά το τι θεωρεί η κοινωνία ότι πρέπει να είναι ένα σπίτι. Ένα περιουσιακό στοιχείο που λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς ή μια βασική προϋπόθεση για να μπορεί κάποιος να εργαστεί, να ζήσει και να παραμείνει στην πόλη του.
Η κυβέρνηση προσπαθεί αλλά άργησε
Η στεγαστική κρίση έχει πλέον μεταφερθεί από τους δρόμους και τα ενοίκια στο ίδιο το ισπανικό Κοινοβούλιο. Και εκεί, η κατάσταση έχει γίνει εξίσου περίπλοκη.
Στις 29 Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ ενέκρινε δύο Real Decreto-ley, δηλαδή έκτακτα νομοθετικά διατάγματα. Τα μέτρα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την προστασία των ενοικιαστών, τις εξώσεις ευάλωτων νοικοκυριών, τους μεγάλους ιδιοκτήτες και την αύξηση της προσιτής κατοικίας.
Τα διατάγματα έπρεπε να επικυρωθούν από το Κογκρέσο. Στις 2 Οκτωβρίου δεν επικυρώθηκαν και, έτσι, έπαψαν να ισχύουν. Μέσα σε λίγες ημέρες, η κυβέρνηση βρέθηκε να προσπαθεί ξανά να περάσει σχεδόν το ίδιο πακέτο μέτρων.
Στις 6 Οκτωβρίου το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε δύο νέα διατάγματα, συνολικά 21 μέτρα για τη στέγαση. Το ένα αφορά τη σταθερότητα των συμβολαίων κύριας κατοικίας και προβλέπει, μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη προστασία από την απότομη απώλεια της κατοικίας. Το δεύτερο επιχειρεί να αντιμετωπίσει πρακτικές που περιορίζουν την προσφορά κανονικής κατοικίας. Βάζει κανόνες στις προσωρινές μισθώσεις και στις μισθώσεις δωματίων, ενισχύει την προστασία των ενοικιαστών και προβλέπει μέτρα για την αύξηση της προσιτής κατοικίας.
Η κυβέρνηση ξαναφέρνει τα μέτρα, αλλά δεν είναι πλέον βέβαιο ότι θα τα περάσει από την ίδια κοινοβουλευτική διαδικασία. Οι ισπανικές Cortes Generales έχουν διαλυθεί μετά την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, επομένως τα νέα διατάγματα πρέπει να επικυρωθούν από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Κογκρέσου, το όργανο που ασκεί ορισμένες από τις αρμοδιότητες της Βουλής όταν αυτή δεν συνεδριάζει.
Ακόμη κι αν όλα αυτά εγκριθούν, κανένα διάταγμα δεν μπορεί να δημιουργήσει μέσα σε λίγους μήνες τις κατοικίες που λείπουν.
Η Ισπανία χρειάζεται περισσότερα σπίτια στις περιοχές όπου υπάρχει πραγματική ζήτηση, αλλά χρειάζεται επίσης αυτά τα σπίτια να είναι οικονομικά προσβάσιμα. Χρειάζεται περισσότερη κοινωνική και προσιτή κατοικία, κανόνες για τις διαφορετικές μορφές μίσθωσης και προστασία για όσους ήδη νοικιάζουν. Και χρειάζεται πολιτικές που δεν θα αντιμετωπίζουν το σπίτι μόνο ως επενδυτικό προϊόν, αλλά και ως υποδομή απαραίτητη για να μπορεί μια κοινωνία να ζει στις πόλεις της.
Όλα αυτά, μήπως, σας θυμίζουν κάτι;
Διαβάστε επίσης:
3 χρόνια, 7 μήνες και 9 ημέρες.
Αντέχεις γιατί πάντα υπάρχει ένα φως στο σκοτάδι – Η νύχτα της ΣΕΛΗΝΗΣ






