Ας εξαιρέσουμε τον κανόνα, κυρία Μελέτη
“Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους;”. Πόσοι άραγε;
Αναρωτιέμαι αν η Ελεονώρα Μελέτη το πρωτοσκέφτηκε, και βγήκε γυμνή απ’ τη μπανιέρα της φωνάζοντας “Εύρηκα”. Ήταν μια σύλληψη ομολογουμένως αδιανόητη, όμως και τόσο ανόητη που θα μπορούσε να περάσει για σοβαρή. Θέλω να πω, σκέφτεται κανείς με το που το ακούει: Δεν μπορεί, για ν’ ανοίγει μια συζήτηση τόσο πρόδηλα λάθος, κάποια στοιχεία θα έχει, κάποια δεδομένα θα φέρει, κάποια ουσία θα υπάρχει από πίσω. Δεν μπορεί να μη σκέφτηκε καλύτερο επιχείρημα, κι άρα αυτό το επιχείρημα θα έχει κάποια βάση. Ίσως να ήταν όντως επικοινωνιακό τρικ. Μπορεί και σκέτο θράσος. Όπως και να ‘χει, χθες στο ευρωκοινοβούλιο ακούστηκε μέσες-άκρες αυτό: “Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους;“. Πόσοι άραγε;
Δεν μας απάντησε η κυρία Μελέτη, καθώς δεν υπάρχει και κάτι ν’ απαντήσει. Άνθρακες ο θησαυρός, όμως η ίδια η ερώτηση αφήνει να εννοηθεί: πολλοί! Είναι πράγματι έτσι; Αστεία πράγματα.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Ναι, υπάρχουν εργοδότες που εκβιάζονται. Όπως υπάρχουν σπιτονοικοκύρηδες που εκβιάζονται. Όπως υπάρχουν και άντρες που κακοποιούνται από τη σύντροφό τους (για να συμπεριλάβω κι άλλη μια κλασική, ανόητη ερώτηση της δημόσιας σφαίρας). Το ζήτημα δεν είναι το αν. Είναι ακριβώς αυτό που αναρωτήθηκε αλλά δεν απάντησε η Μελέτη. Πόσοι;
Βλεπεις, για να ορίσουμε ένα κοινωνικό πρόβλημα, πρέπει αυτό να είναι κανόνας. Να παίζει (έστω μειοψηφικά) στα μεγάλα νούμερα. Κι η ευρωβουλεύτρια της Νέας Δημοκρατίας προσπάθησε να κάνει αυτό ακριβώς: να καταστήσει κανόνα μια εξαίρεση. Να εξισώσει τα προβλήματα του εργαζόμενου (στον οποίο αναφέρθηκε, για να μην την αδικώ, πρωτύτερα) μ’ εκείνα του εργοδότη. Σε μια χώρα, ωστόσο, που επιμένει ν’ αδιαφορεί για ωράρια, δώρα, συνθήκες, σε μια χώρα που κοντεύει να ξεχάσει την έννοια του εργασιακού δικαιώματος. Στη χώρα της Βιολάντα και του τριψήφιου αριθμού εργατικών δυστυχημάτων κάθε χρόνο.
Δεν είναι πρωτοφανής η γραμμή πίσω απ’ την ερώτηση. Φυσικά δεν είναι κάποιου είδους προσωπική θέση της Μελέτη. Είναι μια διαχρονική θέση της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, μια θέση που συχνά-πυκνά ξεφεύγει από στελέχη πρώτης ή έσχατης γραμμής. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει για τη στεγαστική κρίση πως δεν υπάρχουν μόνο ενοικιαστές αλλά και ιδιοκτήτες – κι οι τελευταίοι ευνοούνται. Προσφάτως ο Χάρης Θεοχάρης μίλησε για τους νοικοκύρηδες που εκφράζει η δική του παράταξη και τους κακομοίρηδες που εκφράζονται από τους άλλους. Ένα μικρό ψάξιμο στις τοποθετήσεις των στελεχών της κυβέρνησης έχει να δώσει πολλές αντίστοιχες ατάκες. Τι διαφορετικό έχει η ερώτηση της Μελέτη; Ότι δεν της ξέφυγε. Ότι ήταν προετοιμασμένη, ψύχραιμη και χωρίς ζωντανό διάλογο. Ούτως ειπείν, ότι η θέση αυτή εκφράστηκε (επιτέλους;) απροκάλυπτα.
Εργοδότες, ιδιοκτήτες, μεγαλοκαταθέτες. Γενικώς και συμπυκνωτικά: έχοντες. Ισχύ ή πλούτο, συνήθως και τα δύο. Αυτοί είναι και θα είναι οι ευνοούμενοι της κυβερνητικής φωνής σε Ευρώπη και Ελλάδα. Κι αυτό δεν σοκάρει κανέναν, εκτός ίσως απ’ όσους συνεχίζουν να θεωρούν τη Νέα Δημοκρατία λαϊκή παράταξη της δεξιάς. Ε, εκείνοι, ήρθε η ώρα να δουν κατάματα την αλήθεια, ή να συνεχίσουν να εθελοτυφλούν χωρίς ελπίδα πια ότι κάποτε θα βγουν απ’ το μεγάλο ύπνο.
Για να μη λαϊκίζω, φυσικά υπάρχουν εργοδότες στη χώρα που είναι τίμιοι, νόμιμοι, ανθρώπινοι, εξαιρετικοί. Κι είναι τελικά, αντιστοίχως άδικο γι’ αυτούς να πλήττονται απ’ τον αθέμιτο ανταγωνισμό της παρανομίας, της μαύρης πληρωμής, της απλήρωτης υπερωρίας, της απάνθρωπης συμπεριφοράς των πολλών του κλάδου. Πάνω απ’ όλα ωστόσο, είπαμε: ευτυχώς ή δυστυχώς, η δημοκρατία οφείλει σεβασμό στις μειοψηφίες, αλλά εκφράζει καταρχάς την πλειοψηφία. Τον κανόνα. Ο κανόνας λοιπόν θέλει εργαζόμενους που τη βγάζουν δύσκολα, κι εργοδότες που κερδοσκοπούν. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του 41% μοιάζει να σέβεται και να εκφράζει μόνο τις μειοψηφίες που την εξυπηρετούν. Και, τι παράξενο, ένας ολόκληρος λαός, όλο αυτό, αν δεν το επικροτεί, οπωσδήποτε (δημοσκοπικά τουλάχιστον) το ανέχεται.






