Δεν είναι εύκολο πια να γράφω αστόχευτα. Κι αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη σχέση μου με τις λέξεις. Δεν είναι εύκολο να καθίσω να γράψω και να μην έχω καμιά σημείωση στο χαρτί, τίποτα κατά νου. Έχει αλλάξει με τα χρόνια η ευαισθησία –ή όχι- που είχα απέναντι σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου.
Σε μια περίοδο όπου το δημόσιο ενδιαφέρον για τη δικαστική διερεύνηση του εγκλήματος των Τεμπών παραμένει ιδιαίτερα αυξημένο, θεωρούμε αναγκαίο να αναδείξουμε ένα ζήτημα που αφορά άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ασκείται το δημοσιογραφικό έργο.
Τα Τέμπη μου έμαθαν ότι ο άνθρωπος που ζει μέσα μου, το παιδί που μόνο έδινε και δεν έπαιρνε ποτέ, δε μπορεί να αναπνεύσει σε κανένα σύστημα όπου είναι παράπλευρη απώλεια. Σε κανένα σύστημα όπου είναι διαχειριστικό έξοδο, είτε η ζωή μου είτε η νοσηλεία μου.
Είναι Άνοιξη, είναι όμορφα, είναι γραφικά. Μόνο που το ρολόι δείχνει 11.20 και ο σταθμός που έχει απελευθερωθεί από την Αυτοοργανωμένη Συνέλευση «Κατά Σαδδουκαίων» της Κυπαρισσίας, είναι ο χώρος που θα φιλοξενήσει τη 13η προβολή του ντοκιμαντέρ μας.
Κουράσατε ρε σεις! Δεν αντέχεστε άλλο. Περιφέρετε την ανυπαρξία σας σαν σημαιοφόροι σε reunion αγραμμάτων.
Από τις 11 το πρωί, χθες, ο κόσμος μαζευόταν στο Σύνταγμα. Δεν ήταν ο περσινός, δεν είχε τον όγκο και την απελπισία εκείνη. Ήταν κόσμος ωριμότερος. Και πολύς. Τρία χρόνια. Από τα Τέμπη.
Τρία χρόνια Τέμπη. Τρία χρόνια και σχεδόν δεν θυμόμαστε πώς ήταν η ζωή μας πριν από αυτό.
Τι σημαίνει να σφραγίζει ένας άνθρωπος το βίωμα, τον πανικό, τον πόνο, την οσμή του θανάτου με ένα «ήσουν τυχερός στην ατυχία σου». Να ψάχνεις να σώσεις την ψυχή σου, να μοιραστείς το φορτίο για να μη σε λυγίσει, να βρεις στον πλησίον όση βοήθεια δε σου έχουν δώσει οι «από πάνω», και να σε βαφτίζουν «τυχερό».
Τέσσερις μαρμάρινες πλάκες φέρουν χαραγμένα τα 57 ονόματα και τις ηλικίες. Σιδηροδρομικές ράγες σμιλεμένες στο μάρμαρο μετατρέπονται σε σμήνος πουλιών που υψώνεται στον ουρανό. Απέναντι από το Δημοτικό Στάδιο, στο τέρμα της Εθνικής Αντιστάσεως, η μνήμη απέκτησε διεύθυνση.