Η Χρύσα Λύκου στο Untold: «Η δίκη της Χρυσής Αυγής τελείωσε, όχι ο αγώνας εναντίον του φασισμού»
Έντεκα χρόνια μετά την έναρξη της δίκης και λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωσή της σε δεύτερο βαθμό, η επιστροφή σε αυτή την ιστορική διαδρομή είναι μια αναμέτρηση με όσα συνέβησαν, με όσα δεν ξεχάστηκαν και με όσα εξακολουθούν να μας απειλούν.
Στις 7 Οκτωβρίου βρεθήκαμε στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «11 χρόνια δίκης της Χρυσής Αυγής: Οι άνθρωποί της», της Χρύσας Λύκου, σε σκηνοθεσία του Στέλιου Ζαχαρίου και παραγωγή της ΣΕΛΗΝΗ ΟΚΕΑ. Μια ημερομηνία με ιδιαίτερο συμβολισμό. Έξι χρόνια νωρίτερα, την ίδια ημέρα, το δικαστήριο ανακοίνωνε την καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης.
Έντεκα χρόνια μετά την έναρξη της δίκης και λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωσή της σε δεύτερο βαθμό, η επιστροφή σε αυτή την ιστορική διαδρομή δεν αποτελεί μια απλή αναδρομή στο παρελθόν. Είναι μια αναμέτρηση με όσα συνέβησαν, με όσα δεν ξεχάστηκαν και με όσα εξακολουθούν να μας απειλούν.
Η χρονική συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύγλωττη. Στις 15 Σεπτεμβρίου, ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε, δηλώνοντας ότι επιστρέφει στην «πρώτη γραμμή». Λίγες εβδομάδες αργότερα, η επίθεση με μαχαίρι σε βάρος αντιφασίστα στην Ελευσίνα, για την οποία έχουν αναφερθεί διασυνδέσεις των εμπλεκομένων με την ακροδεξιά οργάνωση Propatria, επανέφερε με τον πιο βίαιο τρόπο το ερώτημα αν η καταδίκη μιας εγκληματικής οργάνωσης αρκεί για να εξαφανιστούν οι ιδέες, τα δίκτυα και η δράση που τη γέννησαν.
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Χρειάζεται να κοιτάξουμε και έξω από αυτές. Στις γειτονιές, στους δρόμους, στον τρόπο με τον οποίο η βία παρουσιάζεται ή αποσιωπάται, στη δημόσια συζήτηση που συχνά αποσυνδέει τις επιθέσεις από το πολιτικό τους κίνητρο.
Όπως επισημαίνει η ίδια η Χρύσα Λύκου στη συνέντευξή της στο Untold, η επίθεση στην Ελευσίνα παρουσιάστηκε από κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης ως υπόθεση «προσωπικών λογαριασμών». «Φασίστες μαχαίρωσαν αντιφασίστα. Τέλος», λέει, θέτοντας στο επίκεντρο όχι μόνο την ανάγκη να θυμόμαστε, αλλά και την ευθύνη να περιγράφουμε όσα συμβαίνουν χωρίς να παραμορφώνουμε την πραγματικότητα.

«Οι άνθρωποί της» επιστρέφουν σε μια δίκη που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, επιλέγοντας να φωτίσει όχι μόνο την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, αλλά και εκείνους και εκείνες που στάθηκαν απέναντί της. Η Μάγδα Φύσσα, η αυτόπτης μάρτυρας Δήμητρα Ζώρζου, οι δικηγόροι Κώστας Σκαρμέας, Μαρίνα Δαλιάνη και Μάνος Μαλαγάρης, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Ψαρράς, η φωτορεπόρτερ Τατιάνα Μπόλαρη και η Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου από το Golden Dawn Watch συνθέτουν, μέσα από τις μαρτυρίες τους, μια πολυφωνική καταγραφή έντεκα χρόνων δικαστικής και αντιφασιστικής διαδρομής.

Είναι οι άνθρωποι που βρέθηκαν στις αίθουσες των δικαστηρίων, που κατέγραψαν, κατέθεσαν, υπερασπίστηκαν, επέμειναν. Οι άνθρωποι που έζησαν την απώλεια και το τραύμα, που αναμετρήθηκαν με τον φόβο και που, για χρόνια, διεκδίκησαν να ακουστούν όσα ένα σημαντικό μέρος του δημόσιου λόγου δεν ήταν πρόθυμο να φωτίσει. Το ντοκιμαντέρ δεν αντιμετωπίζει την ιστορική απόφαση ως ένα αυτάρκες τέλος. Στρέφει το βλέμμα στο ανθρώπινο κόστος της διαδρομής, στις διαφορετικές θέσεις από τις οποίες δόθηκε ο αγώνας και στις σχέσεις αλληλεγγύης που τον κράτησαν ζωντανό.
Γιατί η καταδίκη της Χρυσής Αυγής δεν αναπληρώνει τις ζωές που χάθηκαν. Δεν σβήνει τον φόβο όσων στοχοποιήθηκαν, ούτε διαγράφει τα χρόνια κατά τα οποία η ναζιστική οργάνωση δρούσε στις γειτονιές με την ανοχή θεσμών και την ανεπαρκή ανάδειξη της δράσης της από μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει ένα κρίσιμο όριο απέναντι στην ατιμωρησία, και μια υπενθύμιση ότι τίποτα από όσα κατακτήθηκαν δεν ήταν αυτονόητο.
Στη συζήτησή μας με τη Χρύσα Λύκου, μιλάμε για την ανάγκη να καταγραφεί αυτή η ιστορία μέσα από τους ανθρώπους που τη βίωσαν, για το βάρος μιας ενδεκαετούς δικαστικής διαδικασίας, για τον φόβο και τη συλλογική αντίσταση, για τη μνήμη που κινδυνεύει να μετατραπεί σε τυπική επέτειο, αλλά και για τις σύγχρονες μορφές με τις οποίες ο φασισμός διεκδικεί ξανά χώρο στον δημόσιο βίο.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς να θυμόμαστε τι ήταν η Χρυσή Αυγή. Είναι να αναγνωρίζουμε όσα επιβιώνουν από τη δράση της, να μην αποσυνδέουμε τη βία από την ιδεολογία της και να μην αφήνουμε τις ιστορίες των ανθρώπων που αντιστάθηκαν να χαθούν πίσω από τη βολική αφήγηση μιας – ιστορική μεν – δικαστικής απόφασης.
Όσα μας είπε η Χρύσα Λύκου, στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Φασίστες μαχαίρωσαν αντιφασίστα. Τέλος.
Η δίκη τελείωσε, αλλά εσύ επέλεξες να επιστρέψεις σε αυτήν. Γιατί; Τι ήταν αυτό που ένιωσες ότι δεν είχε καταγραφεί ακόμη;
Η δίκη τελείωσε, όχι ο αγώνας εναντίον του φασισμού και η επιτακτική ανάγκη να αποτυπωθεί το ανατριχιαστικό του χνάρι στην κοινωνία. Η Χρυσή Αυγή απομακρύνθηκε για λίγο από κοντά μας με πατημασιές από αίμα και έτσι ακριβώς επιστρέφει, όποιο κι αν είναι το νέο brand που θα λανσάρει το σκότος της.
Δεν είναι μια επιστροφή δικιά μου, είναι μια ελάχιστη συνεισφορά στην τεράστια μάχη που δόθηκε από πολλούς ανθρώπους όχι ακούραστα και όχι ανώδυνα. Όσα αποτυπώνει το ντοκιμαντέρ είναι όσα όλα αυτά τα χρόνια οι άνθρωποι της βροντοφώναζαν κι ελάχιστοι άκουσαν κι ακόμη λιγότεροι αποτύπωσαν, με ελάχιστες ολόφωτες εξαιρέσεις.
Θέλω να μείνω στις εξαιρέσεις γιατί σήμερα, 13 χρόνια απ’ τη δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα και αφού έχουμε κάνει τη διαδρομή μιας εντεκάχρονης δίκης που έβαλε τη βούλα της εγκληματικής οργάνωση στο ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, η δολοφονική επίθεση με μαχαίρι λίγες ημέρες πριν από φασίστες της Propatria σε αντιφασίστα στην Ελευσίνα παρουσιάστηκε ξανά από κυρίαρχα Μέσα σαν “προσωπικοί λογαριασμοί”. Το ότι έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς με τα καθάρματα αυτού του κόσμου είναι δεδομένο, αλλά όσοι έχουν δημόσιο λόγο οφείλουν να αποτυπώνουν αυτό που πραγματικά συνέβη και αυτό δεν είναι μια δικής τους ελεύθερη μετάφραση. Φασίστες μαχαίρωσαν αντιφασίστα. Τέλος.
Δεν μας πειράζει να είμαστε οι ελάχιστες εξαιρέσεις, αλλά αν τα συστημικά μέσα ήταν μια φορά συνένοχοι στην άνοδο της Χρυσής Αυγής το 2010, τώρα είναι εκατό.
Η ανάγκη για καταγραφή λοιπόν γίνεται εντονότερη όταν η πραγματικότητα παραποιείται, αποκρύπτεται και η κοινή γνώμη χειραγωγείται ξεδιάντροπα.
Το ντοκιμαντέρ λέγεται «Οι άνθρωποί της». Όχι «η Χρυσή Αυγή», όχι «η δίκη», αλλά «οι άνθρωποί της». Τι σημαίνει για σένα αυτή η μετατόπιση;
Οι άνθρωποι που στάθηκαν όρθιοι αυτά τα έντεκα χρόνια της δίκης ήταν τα θύματα, οι συγγενείς των θυμάτων, οι μάρτυρες, οι δικηγόροι, οι άνθρωποι που κατέγραφαν ασταμάτητα όσα έγιναν στα κινητά και στις φωτογραφικές μηχανές τους, ο αντιφασιστικός κόσμος. Αξίζουν όλοι τους σεβασμό και αναγνώριση για το θάρρος και το πείσμα τους, να παραμείνουν αμετακίνητοι τόσα χρόνια σε μια τόσο δύσκολη υπόθεση. Ό,τι ύψωσε ανάστημα μπροστά στους φονιάδες της Χρυσής Αυγής, ήταν αυτοί οι άνθρωποι. Ούτε το κράτος, ούτε ο Τύπος, ούτε η δικαιοσύνη -τουλάχιστον μέχρι τη δολοφονία Φύσσα-. Οι άνθρωποι της λοιπόν, ο λόγος που βρήκαμε ανάσα.

Έντεκα χρόνια είναι σχεδόν μια ολόκληρη ζωή για κάποιους από τους ανθρώπους που παρακολούθησαν αυτή τη δίκη. Τι κάνει μια τόσο μακρά δικαστική διαδικασία στους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα της;
Έντεκα χρόνια, ακόμη κι αν δεν είναι μια ολόκληρη ζωή για κάποιους, είναι ένα τεράστιο κομμάτι για όλους. Νομίζω ότι το αποτύπωμα που άφησε στους ανθρώπους που εμπλέκονταν με αυτήν, είναι πολλαπλό κι όχι εύκολα υπολογίσιμο. Εκτιμώ ότι η δίκη της Χρυσής Αυγής ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2026, τα όσα έγιναν όμως μέσα στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού αρχικά και έπειτα στην αίθουσα του Εφετείου είναι κάτι που θα επιστρέφει στις ζωές όλων, νοηματοδοτώντας κάθε φορά και κάτι διαφορετικό.
Έχεις παρακολουθήσει τη δίκη για χρόνια ως δημοσιογράφος. Πότε σταματάς να είσαι απλώς παρατηρήτρια μιας υπόθεσης και αρχίζεις να κουβαλάς κι εσύ το βάρος της;
Το βάρος της υπόθεσης το κουβαλάς άπαξ και είσαι απλά άνθρωπος, όχι συγκεκριμένα δημοσιογράφος. Αν δεν νιώθεις βάρος για το αίμα ανθρώπων που χάθηκαν από φασιστικό χέρι επειδή ήταν αντιφασίστες, ή από άλλο γεωγραφικό σημείο της γης, κάτι πάει πολύ λάθος.
Το δύσκολο είναι να κουβαλάς το βάρος αυτό και να πρέπει να παραμείνεις παρατηρήτρια, να πρέπει να σου υπενθυμίζεις τον ρόλο σου, απέναντι σε αυτή τον αμετανόητο οχετό που ξερνούν μπροστά στα μάτια σου, ξέροντας ότι πίσω σου είναι τα μάτια των θυμάτων και των συγγενών τους.
Υπήρξαν αποπνικτικές ημέρες κατά τη διάρκεια της δίκης, μέρες που η Μάγδα Φύσσα κατέθετε και ένιωθες ότι μπορείς να κόψεις με μαχαίρι τη σιωπή. Αυτό είναι ασήκωτο, η σκέψη ότι δεν μπορείς και φυσικά δεν θες να συλλάβεις το μέγεθος αυτής της οδύνης. Γίνεσαι κι εσύ ένα τόσο δα μικρό κομμάτι της απώλειας και αυτό δημιουργεί την οξύμωρη συνθήκη του να λυγίζεις παραμένοντας όρθιος.
Υπήρξαν όμως και στιγμές τόσο ηρωικές που κατέληγαν ανθρώπινες, όπως όταν οι Αιγύπτιοι αλιεργάτες, χτυπημένοι και τσακισμένοι γύρισαν και έδειξαν τους βασανιστές τους.
Υπήρξε τεράστιος πόνος στη δίκη αυτή, ευτυχώς όμως υπήρξαν και όλες εκείνες οι στιγμές που ελάφρυναν τον βηματισμό μας, μας πήγαν λίγο ψηλότερα.
Στο ντοκιμαντέρ δεν μιλούν μόνο οι συγγενείς των θυμάτων, αλλά και δικηγόροι, δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ και άνθρωποι που παρακολούθησαν τη δίκη. Τι διαφορετικό είδε ο καθένας από αυτούς μέσα στην ίδια αίθουσα;
Ο σκοπός του ντοκιμαντέρ ήταν εξαρχής να αναδείξει το πόσοι από διαφορετικά πόστα άνθρωποι συντονίστηκαν σε αυτόν τον αντιφασιστικό αγώνα που δόθηκε σε όλα τα μέτωπα. Ήταν μια διαδικασία που κανείς και καμία δεν περίσσεψε και κάθε ματιά πρόσθεσε τη διαχρονικότητα και την ιστορικότητα που έχουμε κληρονομήσει σήμερα.


Είμαι σίγουρη ότι και διαφωνίες υπήρξαν και δύσκολες στιγμές που έπρεπε με σωστή διαχείριση να βρεθεί ένας κοινός βηματισμός κάτι που έγινε γιατί ο σκοπός ήταν η ναζιστική οργάνωση της Χρυσής Αυγής να καταδικαστεί στον νόμο και να εξαφανιστεί απ’ τον δρόμο. Όλες οι ματιές λοιπόν, όσο διαφορετικές κι αν ήταν, κοίταγαν στον ίδιο σκοπό.
Η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι μια μεγάλη ιστορική στιγμή. Υπάρχει κίνδυνος, μέσα σε αυτή τη μεγάλη ιστορία, να χαθούν οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων που την πλαισίωσαν;
Δεν πιστεύω ότι οι ιστορίες χάνονται επειδή ενδεχομένως να μην τις μαθαίνουμε εμείς. Πιστεύω ότι εξιστορούνται στον χώρο και τον χρόνο που μπορούν να νιώσουν ασφαλείς. Αξίζει κάθε μια ξεχωριστά και με βεβαιότητα ήταν χιλιάδες. Ας βρήκαν αφτιά να τις ακούσουν κι ας μην τις μάθουμε ποτέ…
Ας μη γελιόμαστε, με απώλειες και πένθος μπαίνουμε σε κάθε μάχη, με ανθρώπους στο χώμα, σε νοσοκομεία και φυλακές
Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης ήταν ιστορική. Τι αλλάζει όμως πραγματικά στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου που έχει ζήσει φασιστική βία;
Η καταδίκης της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης δεν ήταν ιστορική μόνο επειδή έχουμε να θυμόμαστε και να ανατριχιάζουμε -σαν να ακούμε πρώτη φορά- το άκουσα αυτής της απόφαση στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Αυτή ήταν μια σπουδαία στιγμή ψυχικής ανάτασης, μια ανάσα ανακούφισης που πήραμε μέσα απ’ τις τρομακτικές μάσκες του covid.
Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής όμως για πολλούς ανθρώπους όμως ήταν η συνέχεια της ζωής τους. Όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά. Οι Αιγύπτιοι αλιεργάτες, αυτοί οι άξιοι θαυμασμού άνθρωποι, πώς θα επέστρεφαν στα σπίτια τους αν δεν υπήρχε αυτή η απόφαση αν δεν είχε δημιουργηθεί μέσω αυτής μια ζώνη ασφαλείας που λέει επιτέλους ότι κανείς δεν μπορεί να σπάει τα σπίτια τους και να τους αφήνει ετοιμοθάνατους.
Με την αστική δικαιοσύνη μπορεί να μας χωρίζει η άβυσσος με τον τρόπο που μεροληπτεί, αδικεί και πολλές φορές εγκληματεί από τις προσωπικές σκοταδιστικές εμμονές της εναντίον ανθρώπων, οφείλουμε όμως να αναγνωρίζουμε ότι η απόφαση της 7ης Οκτωβρίου του 2020, ήταν απαραίτητη για τους ανθρώπους που ρίσκαραν τα πάντα, παραμέρισαν τον τρόμο που ένιωσαν και στάθηκαν όρθιοι μέσα τις δικαστικές αίθουσες για μια ζωή χωρίς φόβο.
Μια ιστορική στιγμή για όλες κι όλους μας. Μια ακόμη πιο ιστορική στιγμή για εκείνες κι εκείνους που δεν χρειάζεται να πηγαίνουν σπίτι τους πριν πέσει το σούρουπο γιατί η Χρυσή Αυγή τους έστηνε καρτέρι.
Μπορεί μια δικαστική απόφαση να αποκαταστήσει κάτι από αυτό που έχει χαθεί;
Από το μαχαίρι της Χρυσής Αυγής χάθηκε ο Σαχζάτ Λουκμάν και ο Παύλος Φύσσας. Αυτό δεν μπορεί τίποτα και κανείς να το αποκαταστήσει. Είναι δύο φασιστικές δολοφονίες απέναντι σε έναν άνθρωπο που ταξίδεψε για μια καλύτερη ζωή και σε έναν άλλον άνθρωπο για τις ανιφασιστικές ιδέες του. Όσες κι όσοι περάσαμε τις αίθουσες των δικαστηρίων όλα αυτά τα χρόνια μπαίναμε με αυτές τις δύο απώλειες -δεν τολμώ να αναφερθώ στους συγγενείς των ανθρώπων αυτών, η οδύνη των οποίων δεν προσεγγίζεται με κανέναν τρόπο και καλό είναι να το θυμόμαστε και να το σεβόμαστε-. Μέσα στις αίθουσες κυριάρχησε η βία που βίωσαν εκατοντάδες θύματα. Η Χρυσή Αυγή αλώνιζε ανενόχλητη εδώ και τρεις δεκαετίες. Τρεις δεκαετίες το κράτος ανέχονταν φασίστες να οργανώνουν την εγκληματική τους δράση και να σφάζουν κόσμο στις γειτονιές της Αθήνας σαν να παίζουν κάποια αποστολή κυνηγιού.
Χάθηκαν πάρα πολλά τα χρόνια αυτά και ο τεράστιος αγώνας ήταν οι τσακισμένοι της υπόθεσης αυτής να βρουν ελπίδα και κουράγιο στα ερείπια της ζωής τους. Έγινε. Πρώτα με τη δύναμη που αντάλλαξαν μεταξύ τους κι έπειτα με τον κόσμο που τους πλησίασε και αγκάλιασε τον πόνο τους. Όπως είπα η δικαστική απόφαση αποκατέστησε σίγουρα μια περισσότερο βιώσιμη καθημερινότητα για τους βασικούς στόχους της Χρυσής Αυγής. Από εκεί και πέρα συνεχίζουμε να ψάχνουμε στα ερείπια ζωή, δεν τους χαρίζουμε ούτε τους νεκρούς μας, ούτε τους αγώνες μας.
Έχεις πει ότι η δίκη ήταν ένας αγώνας ενάντια στον φόβο. Τι φοβόταν ο κόσμος τότε και τι φοβάται σήμερα; Έχει αλλάξει πλευρά ο φόβος ή απλώς έχει αλλάξει μορφή;
Πιστεύω αληθινά ότι δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε τον φόβο. Όλες κι όλοι φοβόμαστε και πώς αλλιώς; Ο τρόπος να επιβληθεί το ναζιστικό μόρφωμα στους δρόμους και τις γειτονιές μας ήταν τα μπράτσα, το ξύλο, τα μαχαίρια, οι απειλές, τα ουρλιαχτά. Ποιος άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τη ζωή με όρους σεβασμού προς τον διπλανό του, δεν σαστίζει με τέτοιους τραμπουκισμούς;
Ο φόβος είναι μια υπενθύμιση ότι δεν τους μοιάζουμε. Από εκεί και πέρα χρειάζεται να τον συμπεριλάβουμε σε συλλογικές διαδικασίες και εκεί θα γίνει λιγότερο τρομακτικό.
Ας μη γελιόμαστε, με απώλειες και πένθος μπαίνουμε σε κάθε μάχη, με ανθρώπους στο χώμα, σε νοσοκομεία και φυλακές. Η σκέψη ότι η επόμενη / ο επόμενος μπορεί να είναι οποιαδήποτε και οποιοσδήποτε είναι αποπνυκτικό.
Ας φοβόμαστε, αλλά να μη δειλιάζουμε. Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που μας περιμένουν να φτιάξουμε μια μεγάλη ασπίδα. Να τους βρούμε. Όπως έλεγε και ο αγαπημένος μου ποιητής Μίλτος Σαχτούρης “Πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω…”.
Η βία δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, είναι κάθε που ανοίγουμε την πόρτα να βγούμε απ’ το σπίτι μας.
Σήμερα η ακροδεξιά δεν εμφανίζεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι απαραίτητα τα ξυρισμένα κεφάλια και τα τάγματα εφόδου. Πώς αναγνωρίζουμε τη συνέχεια χωρίς να κάνουμε την εύκολη εξίσωση;
Η ακροδεξιά δεν ήταν ποτέ μόνο ξυρισμένα κεφάλια και φουσκωμένα μπράτσα, κάτι που αποδεικνύεται και από τα μεγάλα στελέχη τους που είχαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Δεν είναι κάποια παραμορφωμένα πρόσωπα, δεν μοιάζουν με εξωγήινους. Όσο αναζητάμε τέτοιες προσομοιώσεις τόσο πιο κοντά μας θα βρίσκονται.
Οι φασίστες κοιμούνται στο διπλανό διαμέρισμα, σου λένε καλημέρα στη δουλειά αν ταιριάζεις σε αυτό που αντέχουν στο μυαλό τους, είναι μέσα στο ταξί, δίπλα στο στο τρένο, έξω από σχολεία περιμένοντας να προσηλυτίσουν τα παιδιά.
Μυρίζει το χνώτο τους θάνατο και μίσος, μπορείς να τους καταλάβεις απ’ τον τρόπο που θα μιλήσουν για τον πρόσφυγα, τις γυναίκες, τα ΛΟΑΤΚΙ παιδιά, για τη ζωή που τη θέλουν σκοτεινιασμένη. Αρκούν όλα αυτά. Τώρα αν είναι ξανά τόσο ανόητοι και κυκλοφορούν με τις στολές που κυκλοφορούσαν σαν να ήταν σε Τριώδιο, το κάνουν ακόμη πιο εύκολο.
Έχεις κάνει και το «αστυνομική βία και ψυχικό τραύμα». Βλέπεις κάποιο νήμα να συνδέει τις δύο δουλειές σου; Τη βία, το τραύμα, τη μνήμη και κυρίως το τι συμβαίνει στους ανθρώπους μετά το γεγονός;
Στο ντοκιμαντέρ “Αστυνομικής και Ψυχικό Τραύμα”, εξετάζονται οι δολοφονίες Ρομά παιδιών και ο βασανισμός ανθρώπων λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων. Δολοφονίες και βασανισμοί από την ελληνική αστυνομία, από υπαλλήλους του κράτους που δημιουργούν και δρουν ανενόχλητοι στο παρακράτος που με αμέριστη ανοχή έχουν εδραιώσει.
Πρόκειται για κεφάλια του ίδιου τέρατος που συγκοινωνούν μεταξύ τους με απόλυτα συστημικό και ελεγχόμενο απ’ την εξουσία τρόπο, όμως ακριβώς η Χρυσή Αυγή εδώ και τριάντα χρόνια.
Οι άνθρωποι που δέχονται τη βία απ’ το κράτος και το παρακράτος τα όρια μεταξύ των οποίων είναι εντελώς δυσδιάκριτα, καλούνται να δημιουργήσουν απ’ το πένθος τους, μνήμη και παρακαταθήκη δική μας. Όλες κι όλοι τους καλούνται να υπερασπιστούν και πολλές φορές να απολογηθούν για το πένθος και τα τραύματα τους σαν να τα έχουν προκαλέσει οι ίδιες και οι ίδιοι.
Ένας απόλυτος παραλογισμός και μια ξεδιάντροπη μετακίνηση ευθύνης από τον θύτη στο θύμα που καλείται να αναμετρηθεί με ένα σύστημα που μοιάζει αδιαπέραστο ακριβώς για να σε αποθαρρύνει να κινηθείς εναντίον του.
Είναι παράδειγμα προς όλες κι όλους μας, όσοι καταφέρνουν και δίνουν τη μάχη ενώ παράλληλα κανένας δεν πρέπει να νιώθει ενοχές αν δεν μπορεί να το κάνει. Τα τραύματα για τα οποία μιλάμε είναι απούλωτα, είναι ξεριζωμός της ζωής όπως υπήρχε μέχρι τώρα και και η δημιουργία μιας άλλης πραγματικότητας.
Η βία δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, είναι κάθε φορά που ανοίγουμε την πόρτα να βγούμε απ’ το σπίτι μας. Αξίζει κάθε μάχη για όσους δεν γύρισαν για όσους αλλάζουν πορεία γιατί δεν αντέχουν να γυρίσουν ξανά.
Αν ονειρεύονται ότι θα επιστρέψουν είναι γελασμένοι. Είμαστε εδώ, δεν θα σταθούν πουθενά.
Μετά από τόσα χρόνια δίπλα σε αυτή την υπόθεση, τι έχει μείνει σε σένα, όχι ως δημοσιογράφο, αλλά ως άνθρωπο;
Είναι τεράστια η κληρονομιά αυτής της υπόθεσης για τον κόσμο που είχε την τύχει να μην θρηνεί κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο. Το να παρακολουθείς ανθρώπους αλύγιστους να σκάβουν με τα νύχια τους το χώμα, να καίνε τα μάτια τους χωρίς να ξεκουράζονται, να ανεβαίνουν τις σκάλες ξανά και ξανά άλλοτε με παλτά κι άλλοτε με κοντομάνικα για χρόνια δηλώνοντας την παρουσία τους απέναντι στον φασισμό ήταν κάτι που θα μας συνοδεύσει μέχρι το τέλος της ζωής μας.
Σε αυτή την υπόθεση, με αυτούς τους ανθρώπους που άλλοτε διαφωνήσαμε, άλλοτε συμφωνήσαμε, η απόφαση όμως μας βρήκε όλους αγκαλιασμένους, έμαθα πριν από τον εαυτό μου, πρέπει να μάθω να είμαι ο διπλανός μου.
Αν η Χρυσή Αυγή ήταν η προσπάθεια να επιβληθεί ο φόβος στον δημόσιο χώρο, τι ήταν τελικά αυτό που της αντιστάθηκε περισσότερο;
Ο κόσμος του δρόμου, ο κόσμος που βγήκε και στάθηκε απέναντι στους Χρυσαυγίτες και σε αστυνομία και κράτος που τους κανάκευε και αρχίζει να τους κανακεύει και πάλι. Οι άνθρωποι που δεν πήγαν σπίτι τους, που άντεξαν την πίεση και που απολογούνται μόνο στη συνείδηση τους.
Οι απροσκύνητοι νίκησαν τη Χρυσή Αυγή, εκείνες κι εκείνοι που έλιωσαν τα παπούτσια τους στους δρόμους και τα μυαλά τους σε συνελεύσεις για το πώς θα μπει ανάχωμα στα καθάρματα που νόμιζαν ότι οι δρόμοι τους ανήκουν.
Αν ονειρεύονται ότι θα επιστρέψουν είναι γελασμένοι. Είμαστε εδώ, δεν θα σταθούν πουθενά.

*Το ντοκιμαντέρ «11 χρόνια δίκης της Χρυσής Αυγής: Οι άνθρωποί της» προβάλλεται στον κινηματογράφο Cinobo Όπερα, στην οδό Ακαδημίας 57, και στον κινηματογράφο Cinobo Πατησίων, στην 28ης Οκτωβρίου 79. Οι πρώτες προβολές έγιναν sold out και ανακοινώθηκαν επιπλέον ημερομηνίες.
Δείτε το πρόγραμμα των προβολών και προμηθευτείτε τα εισιτήριά σας μέσω More.com.
Διαβάστε επίσης:
Ελία Σουλεϊμάν: «Να συνεχίσουμε να δημιουργούμε ομορφιά και ποίηση»
Nek & Josey: «Βλέποντας τις ανισότητες και τον φασισμό, σου γίνεται ανάγκη να εκφραστείς»






