Λίγο μετά τις 9 το βράδυ, μέρες του Ιούλη, όταν στην πόλη κατεβαίνουν χιλιάδες τουρίστες, όταν η οχλοβοή είναι το κακό σάουντρακ του υπερτουρισμού, τα κορίτσια των σούπερ μάρκετ δίνουν στον εαυτό τους ένα τρίλεπτο ηρεμίας
Δεν ξέρω ακόμη σίγουρα αν ήθελα να μαζέψω ετούτες τις λέξεις μαζί. Αν τις ήθελα εδώ ως βάλσαμο σε σκισμένο δέρμα, ως μοιρολογίστρες σε τελετή, ως σωματοποίηση του άλγους. Δεν ξέρω να πω ποια ανάγκη με σπρώχνει να γράψω για εκείνη τη στιγμή που χωρίζει τους ανθρώπους σε αυτούς που ανεπίστρεπτα φεύγουν κι αυτούς που τσακισμένοι μένουν πίσω.
«Λυπάμαι και θυμώνω που η ακρίβεια ροκανίζει το εισόδημα».
(Κυριάκος Μητσοτάκης)
«Η έννοια ζω αξιοπρεπώς έχει υποκειμενικά χαρακτηριστικά. Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο από έναν φιλόσοφο».
(Άδωνις Γεωργιάδης)
Η θλίψη δεν έμαθε τρόπους. Δε δίνει το χέρι, δε συστήνεται με το όνομά της. Δεν ξέρει να συζητήσει.
Φεύγοντας σκεφτόμουν ότι ανεβαίνω στις δρακολίμνες.
Δεν είναι εύκολο πια να γράφω αστόχευτα. Κι αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη σχέση μου με τις λέξεις. Δεν είναι εύκολο να καθίσω να γράψω και να μην έχω καμιά σημείωση στο χαρτί, τίποτα κατά νου. Έχει αλλάξει με τα χρόνια η ευαισθησία –ή όχι- που είχα απέναντι σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου.
Κουράσατε ρε σεις! Δεν αντέχεστε άλλο. Περιφέρετε την ανυπαρξία σας σαν σημαιοφόροι σε reunion αγραμμάτων.
-Μαμά, τι είναι όνειρα;
-Όνειρα, αγόρι μου, είναι αυτά που βλέπεις όταν πέφτεις να κοιμηθείς το βράδυ. Είναι αυτές οι ιστορίες που μου λες ότι έζησες όσο εγώ λείπω.
-Δηλαδή, εσύ που δουλεύεις τα βράδια δε βλέπεις όνειρα;
-Εγώ… βλέπω κι εγώ. Όχι τόσο πολλά όσο εσύ, αλλά πού και πού βρίσκω το χρόνο και βλέπω κι εγώ.