Δεν είναι εύκολο πια να γράφω αστόχευτα. Κι αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη σχέση μου με τις λέξεις. Δεν είναι εύκολο να καθίσω να γράψω και να μην έχω καμιά σημείωση στο χαρτί, τίποτα κατά νου. Έχει αλλάξει με τα χρόνια η ευαισθησία –ή όχι- που είχα απέναντι σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου.
Κουράσατε ρε σεις! Δεν αντέχεστε άλλο. Περιφέρετε την ανυπαρξία σας σαν σημαιοφόροι σε reunion αγραμμάτων.
-Μαμά, τι είναι όνειρα;
-Όνειρα, αγόρι μου, είναι αυτά που βλέπεις όταν πέφτεις να κοιμηθείς το βράδυ. Είναι αυτές οι ιστορίες που μου λες ότι έζησες όσο εγώ λείπω.
-Δηλαδή, εσύ που δουλεύεις τα βράδια δε βλέπεις όνειρα;
-Εγώ… βλέπω κι εγώ. Όχι τόσο πολλά όσο εσύ, αλλά πού και πού βρίσκω το χρόνο και βλέπω κι εγώ.
Δεν έχω όρεξη για πρωτοτυπία σήμερα. Ξεκινάω απλά με μια κλισέ αναρώτηση: Ένα δέντρο που πέφτει σε ένα δάσος όπου δεν υπάρχει κανείς κοντά να το δει ή να το ακούσει, κάνει θόρυβο; Πώς ορίζουμε τον ήχο αν όχι ως κάτι που αφού μεταφερθεί με τα ηχητικά κύματα διεγείρει τα αισθητήρια όργανα κάποιου που θα τον κάνουν υπαρκτή αίσθηση;
Σε κάτι μέρη παράξενα, αχαρτογράφητα τα περισσότερα, υπάρχουν πόλεις χτισμένες πίσω από μικρούς καταρράκτες. Δεν τις έχουν δει πολλοί και ακόμη λιγότεροι ξέρουν πώς να φτάσουν ως εκεί. Είναι αυτός ο τρόπος τους να φυλάνε το ιδιάζον τους από την κοινοτοπία της αθλιότητας που υπάρχει στον πλανήτη μας.
Την έχουμε ξαναδεί τη βία τους. Δεν μας ξενίζει, δεν μας σοκάρει, δεν μας τρομάζει πια. Την ξέρουμε στα light, στα μέτρια, στα βαριά της. Μας είναι οικεία όσο η λύσσα στο πρόσωπό τους κάθε φορά που συναντιόμαστε.
«Ο πολιτισμός μιας χώρας μπορεί να κριθεί μπαίνοντας στις φυλακές της», έγραφε ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στις Αναμνήσεις απ’ το σπίτι των πεθαμένων. Μπήκα, είδα, έκρινα. Για τρία χρόνια η δουλειά μου με έφερε σε πολλά ιδρύματα κράτησης ανά τη χώρα.
Η νικήτρια του νόμπελ ειρήνης, ζήτησε κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων από μια εξωτερική δύναμη, ενάντια στη χώρα της