Διαβάζοντας το «Καφετέρια, απόγευμα» του Γιώργου Δομιανού
«μπαμ μπαμ
νεκρός ο ψυχολόγος
ας μη
με απελευθέρωνε»*
«μπαμ μπαμ
νεκρός ο ψυχολόγος
ας μη
με απελευθέρωνε»*
Δεν έχω όρεξη για πρωτοτυπία σήμερα. Ξεκινάω απλά με μια κλισέ αναρώτηση: Ένα δέντρο που πέφτει σε ένα δάσος όπου δεν υπάρχει κανείς κοντά να το δει ή να το ακούσει, κάνει θόρυβο; Πώς ορίζουμε τον ήχο αν όχι ως κάτι που αφού μεταφερθεί με τα ηχητικά κύματα διεγείρει τα αισθητήρια όργανα κάποιου που θα τον κάνουν υπαρκτή αίσθηση;
Σε κάτι μέρη παράξενα, αχαρτογράφητα τα περισσότερα, υπάρχουν πόλεις χτισμένες πίσω από μικρούς καταρράκτες. Δεν τις έχουν δει πολλοί και ακόμη λιγότεροι ξέρουν πώς να φτάσουν ως εκεί. Είναι αυτός ο τρόπος τους να φυλάνε το ιδιάζον τους από την κοινοτοπία της αθλιότητας που υπάρχει στον πλανήτη μας.
Την έχουμε ξαναδεί τη βία τους. Δεν μας ξενίζει, δεν μας σοκάρει, δεν μας τρομάζει πια. Την ξέρουμε στα light, στα μέτρια, στα βαριά της. Μας είναι οικεία όσο η λύσσα στο πρόσωπό τους κάθε φορά που συναντιόμαστε.
«Ο πολιτισμός μιας χώρας μπορεί να κριθεί μπαίνοντας στις φυλακές της», έγραφε ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στις Αναμνήσεις απ’ το σπίτι των πεθαμένων. Μπήκα, είδα, έκρινα. Για τρία χρόνια η δουλειά μου με έφερε σε πολλά ιδρύματα κράτησης ανά τη χώρα.
Η νικήτρια του νόμπελ ειρήνης, ζήτησε κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων από μια εξωτερική δύναμη, ενάντια στη χώρα της
Έχω ένα φίλο, ιδεολόγο, αριστερό, καλό παιδί. Δεν του αρέσει η βία, την καταδικάζει a priori αλλιώς θα γίνουμε όλοι θηρία, λέει.
Η Μαρία Παπαγεωργίου έγραψε ένα βιβλίο που περπάτησε σε αναμμένα κάρβουνα. Πατριαρχία, σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση, γυναίκες, σώμα, εγκατάλειψη, προδοσία, έρωτας. Έρωτας. Στα πλάγια γράμματα το ακολούθησα διαβάζοντάς το. Στις ενδιάμεσες παραγράφους έκανα στάση για ανάσες. Άφηνα κάπου το βάρος μου.
Ανάμεσα στα ΜΑΤ και την πορεία· αυτή.