Περνώντας τα σύνορα ενός άθλιου διαφημιστικού σποτ
Είναι ιστορίες ελεύθερες που δεν κλείνονται στα στενά κεφάλια αυτών που κυβερνάν. Είναι ιστορίες λερωμένες που δεν έχουν θέση στις αποστειρωμένες γραβάτες αυτών που αποφασίζουν. Είναι ιστορίες ειλικρινείς, αστείες, αφελείς, όμορφες. Ιστορίες που παίρνουν το αυστηρό μιας κοινοτικής οδηγίας, το ωμό μιας υπουργικής απόφασης, το εμετικό ενός τηλεοπτικού/ραδιοφωνικού σποτ και τα τσαλακώνουν σαν παλιόχαρτα γεμάτα μουτζούρες.
Οδηγώντας χτες το πρωί, έπεσα πάνω σε ραδιοφωνική διαφήμιση του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που με έκανε αρχικά να σαστίσω, στη συνέχεια να αρνούμαι να πιστέψω αυτά που είχα ακούσει και στο τέλος να βρίζω για ώρα από τον υπουργό ως τον τελευταίο που μπορεί να σκέφτηκε και να ενέκρινε μια τέτοια ακραία ρατσιστική, απόλυτα απάνθρωπη, άγρια εξευτελιστική ιδέα διάρκειας περίπου ενός λεπτού.
«Όσοι μπαίνουν παράνομα στη χώρα, είτε θα απελαύνονται είτε θα κρατούνται», «η ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών είναι αδιαπραγμάτευτη» και άλλα τέτοια… όμορφα που θυμίζουν ταινίες δυστοπίας και ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα ιπτάμενων οχημάτων προς αποτροπή πιθανών εισβολέων, με κατέκλυσαν πριν προλάβω να αλλάξω σταθμό, να ακούσω καμιά μουσική που θα ηρεμούσε πάλι τα μέσα μου.
Όταν πέρασε κάποια ώρα και ξαναβρήκα τις ανάσες μου, μου ήρθε στο μυαλό μια ιστορία πίσω από το 2017, τότε που δούλευα σε κάποια δομή με ασυνόδευτα ανήλικα προσφυγόπουλα. Μια ιστορία από εκείνες τις ξεχωριστές που λέγαμε πιο πάνω.
Ένα πιτσιρίκι στα 14 του, μια σταλιά, δεν το ‘πιανε το μάτι σου με την πρώτη. Είχε ξεσπάσματα συχνά που γκρέμιζε το καμπ και είχε ώρες μπουνάτσας που το άκουγες και δίπλωνες από τα γέλια. Πριν έρθει στην Ελλάδα, για χρόνια, φύλαγε τα πρόβατα του πατέρα του στο Κασμίρ. Το σπίτι τους ήταν δίπλα στα σύνορα με την Ινδία. Τα πρόβατα είναι πρόβατα, δε βλέπουν γραμμές, δεν ξεχωρίζουν χώρες. Ο μικρός επίσης ήταν μικρός. Δεν έβλεπε γραμμές και πρόβατα, δεν ξεχώριζε χώρες. Έβλεπε όμως κορίτσια. Και τα όμορφα κορίτσια που περνούσαν από εκεί, αυτός τα ακολουθούσε πειράζοντάς τα. Τους σφύριζε, γελούσε μαζί τους, τα πήγαινε ως τον προορισμό τους. Τότε, τα χαιρετούσε και γυρνούσε να ψάξει τα πρόβατα. Όσα έβρισκε τα επέστρεφε σπίτι. Τα μετρούσε ο πατέρας του και πάντα έλειπαν. Του έβαζε τις φωνές κι αυτός εξηγούσε με αφέλεια την αλήθεια. Τον έστελνε τότε στην άλλη πλευρά των συνόρων να τα βρει και να τα φέρει πίσω. Συνήθως τα κατάφερνε, κάποιες φορές όχι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά είδε ότι δεν κάνει για βοσκός. Το είδε κι ο πατέρας του, έμεναν και σε επικίνδυνη, διεκδικούμενη περιοχή που συχνά οι κάτοικοι βρίσκονταν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά και τον έστειλε στην Ευρώπη. Μια απ’ τις πρώτες ερωτήσεις που του κάναμε όταν τον γνωρίσαμε ήταν: «τα σύνορα πόσων χωρών έχεις περάσει»; Στην απάντηση υπήρχε κάτι σαν «χίλιες φορές της Ινδίας, μία του Ιράν, μία της Τουρκίας, μία της Ελλάδας…»
Κύριε Πλεύρη (τους), αφιερωμένη σε εσένα, στους όμοιούς σου και στα απροσπέλαστα σύνορά σας.
Φωτογραφία: Γιάννης Μπεχράκης





