Η Θελξιέπεια στο The Untold: «Θέλω να δημιουργώ πράγματα που φτάνουν πραγματικά στους ανθρώπους»
Αν έχεις σκρολάρει έστω και λίγο στα social media σίγουρα έχεις πετύχει κάποιο βίντεο όπου μια νέα καλλιτέχνιδα τραγουδάει ενώ παράλληλα μεταφράζει τους στίχους στη νοηματική.
Αν όχι μπορείς εύκολα να πατήσεις το όνομα «Θελξιέπεια» και να απολαύσεις τις δημιουργίες της Αναστασίας Σταϊκοπούλου, ενός ατόμου που δεν περιορίζεται μόνο στο τραγούδι, αλλά τώρα που μιλάμε γράφει βιβλίο και γενικά δημιουργεί.
Συναντήσαμε την «Θελξιέπεια» στο Πεδίον του Άρεως λίγο μετά την κυκλοφορία του τραγουδιού της «Εποχές κι εμμονές» και μιλήσαμε για την πορεία της μέχρι σήμερα, αλλά και για το μέλλον.

Αρκετός κόσμος σε γνώρισε μέσα από τα βίντεο στα social media όπου τραγουδάς και παράλληλα αποδίδεις τους στίχους στη νοηματική. Πώς ξεκίνησε όλο αυτό;
«Όταν ήμουν στη Β’ Γυμνασίου, είχα μια πολύ ιδιαίτερη καθηγήτρια βιολογίας που μας έδειξε την ταινία «Η Οικογένεια Μπελιέ». Πρόκειται για την ιστορία μιας κοπέλας που θέλει να γίνει τραγουδίστρια ενώ οι γονείς της είναι κωφοί. Υπάρχει μια σκηνή στην οποία τραγουδά και ταυτόχρονα κάνει νοηματική για να επικοινωνήσει το τραγούδι της στους γονείς της και θυμάμαι ότι αυτή η εικόνα είχε κολλήσει στο μυαλό μου.
Παρότι δεν είχα ποτέ κωφούς ανθρώπους στο οικογενειακό ή φιλικό μου περιβάλλον, η νοηματική έμεινε μέσα μου σαν επιθυμία. Αργότερα, όταν σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να ασχοληθώ με την ψυχολογία, θεωρούσα σημαντικό να μάθω αυτή τη γλώσσα. Ξεκίνησα μαθήματα, την αγάπησα πολύ και πέρυσι, όταν πήρα την επάρκεια στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα, σκέφτηκα πως θα είχε νόημα να αποδίδω και τα τραγούδια μου μέσα από αυτή. Έτσι ενώθηκαν δύο πράγματα που αγαπώ πολύ.»
Ήταν δύσκολο να μάθεις νοηματική;
«Αυτό εξαρτάται από τον άνθρωπο. Για μένα το λεξιλόγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Η μεγαλύτερη πρόκληση βρίσκεται στο πώς μεταφέρεις εικόνες, συναισθήματα και νοήματα. Δεν είναι απλώς μια γλώσσα λέξεων, είναι μια γλώσσα έκφρασης.
Επειδή είμαι άνθρωπος που εκφράζεται πολύ με τα χέρια και το πρόσωπο, ένιωσα ότι μου ταίριαζε φυσικά. Είναι μια γλώσσα που σου επιτρέπει να βάλεις ολόκληρο τον εαυτό σου μέσα στην επικοινωνία και αυτό για μένα είναι πολύ όμορφο».
Αυτή την περίοδο ετοιμάζεις και βιβλίο. Πες μας λίγα λόγια γι’ αυτό.
«Το βιβλίο ξεκίνησε αρχικά σαν μια προσωπική ανάγκη. Βίωσα μια ερωτική απογοήτευση και άρχισα να γράφω σαν να κρατούσα ημερολόγιο, γιατί δεν μπορούσα να εκφράσω αλλιώς αυτά που ένιωθα.
Κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει βιβλίο. Έτσι άρχισα να οργανώνω τις σκέψεις μου σε κεφάλαια που ακολουθούν τις φάσεις μιας ερωτικής εμπειρίας.
Για μένα ήταν και πρόκληση θεματολογίας αλλά και δέσμευσης, να ολοκληρώσω κάτι από την αρχή μέχρι το τέλος. Τώρα βρίσκεται στο τελικό στάδιο διορθώσεων και ελπίζω να εκδοθεί μέσα στον επόμενο χρόνο. Ο τίτλος του θα είναι ”Τα γράμματα που δεν θα λάβεις ποτέ”».
Η συγγραφή έχει για σένα θεραπευτικό χαρακτήρα;
«Ναι, πάντα είχε. Από πολύ μικρή ηλικία γράφω.
Ξεκίνησα γύρω στα 11, μετά από μια απώλεια που είχα βιώσει. Στην αρχή ήταν σαν παιχνίδι. Έλεγα σε άλλους να μου δίνουν λέξεις και εγώ έγραφα ιστορίες με βάση αυτές.
Μου έδιναν μια λέξη και έγραφα κάτι.
Αυτό εξελίχθηκε σε έναν τρόπο έκφρασης που για μένα είναι απαραίτητος. Αν δεν γράψω, δεν μπορώ να επεξεργαστώ όσα νιώθω».
Και για το νέο σου μουσικό project;
«Τώρα βγήκε το «Εποχές κι Εμμονές», το πρώτο single του δίσκου. Θα ακολουθήσει δεύτερο single μέσα στη χρονιά και ολόκληρος ο δίσκος τον επόμενο χρόνο.
Ο δίσκος δεν είναι μόνο ερωτικός. Αφορά περισσότερο ένα εσωτερικό ταξίδι, αλλά και την εμπειρία μέσα στην πόλη και τα ερεθίσματα που παίρνω από αυτή.
Έχει και κοινωνικά στοιχεία και προσωπικές παρατηρήσεις. Δεν ήθελα να είναι μόνο ερωτικό, νομίζω είναι και λίγο εύκολο γενικά».
Θεωρείς την Αθήνα καλλιτεχνική πόλη;
«Ναι, θεωρώ ότι η Αθήνα είναι πολύ δημιουργική πόλη.
Είναι μια πόλη γεμάτη ανθρώπους, γεγονός που από μόνο του δημιουργεί ελευθερία έκφρασης. Παντού υπάρχει κάτι. Mια ιδέα, μια εικόνα, ένα τραγούδι, μια παρέμβαση στον δρόμο.
Ακόμα και απλά πράγματα, όπως ένα QR code που σε οδηγεί σε μουσική, δείχνουν αυτή τη δημιουργική ενέργεια.
Νιώθεις ως έναν βαθμό ελεύθερος, αυτή η πολυκοσμία μπορεί να σε κάνει να νιώθεις μικρός, κάτι που τελικά σου δίνει χώρο να υπάρξεις πιο ελεύθερα».
Γιατί επέλεξες το Πεδίον του Άρεως; Το αγαπάς αυτό το μέρος;
«Το Πεδίον του Άρεως για μένα είναι λίγο σαν ανάσα. Είναι πολύ απλό, πας εκεί και ξαφνικά δεν βλέπεις πολυκατοικίες, βλέπεις ουρανό, δέντρα, ακούς πουλιά. Αυτό από μόνο του αλλάζει όλη σου την ψυχολογία
Είχα μετακομίσει πρόσφατα στην Αθήνα και είχα ανάγκη να έχω κάτι πράσινο κοντά μου, κάτι που να με βγάζει λίγο από την πόλη. Ένα σημείο που μπορώ να πάω, να κάτσω κάτω, να κοιτάξω πάνω και να ηρεμήσω.
Όταν ήρθα πρώτη φορά έφερα μια πετσέτα, ξάπλωσα και ήταν πολύ ωραίο αυτό.
Για μένα είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν τέτοια πάρκα μέσα στην πόλη, γιατί σε βοηθάνε να επανέρχεσαι».
Πώς επηρέασε τη σχέση σου με την τέχνη το ότι μεγάλωσες στην επαρχία και εκτός Αθήνας
«Για πολλά χρόνια είχα καταπιέσει το καλλιτεχνικό κομμάτι μου. Έλεγα ότι δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθώ, αφού υπάρχουν ήδη τόσοι άλλοι.
Μετά από ψυχοθεραπεία κατάλαβα ότι αυτό δεν ήταν πραγματικά δική μου σκέψη, αλλά επιρροές από το περιβάλλον.
Ήμουν ένα παιδί με έντονα συναισθήματα, κάτι που δεν ήταν πάντα εύκολο να διαχειριστεί κανείς γύρω μου. Αλλά η επαρχία έτσι είναι, όλο και κάτι θα βρούνε να πούνε. Ό,τι και να είσαι κάτι θα πουν.
Στην πορεία κατάλαβα ότι είμαι αυτή που είμαι και δεν θέλω να μπω σε κουτάκια , θα το κάνει ο κόσμος ούτως ή άλλως για μένα.
Για αυτό είναι σημαντικό να έχουμε γύρω μας ανθρώπους που δεν προσπαθούν να μας ορίσουν. Αλλοι φάροι , άλλοι λιμάνια και κάποιοι δροσερό σεντονάκι ,να έχουμε τους ανθρώπους μας, να είμαστε αυτοί οι άνθρωποι για άλλους και να ζούμε συνειδητά. Είμαστε πλαστελίνες που μπορούν να πάρουν πολλά σχήματα…».

Είχες φόβο έκθεσης στα social media;
«Φυσικά υπάρχει πάντα σκέψη για το πώς θα το δεχτεί ο κόσμος, αλλά δεν ήταν ποτέ κάτι που με σταμάτησε.
Κάποια στιγμή ένας φίλος μου μου είπε ότι αυτό που κάνω πρέπει να το δει κόσμος, και έτσι πήρα την απόφαση να το δείξω πιο ενεργά.
Για μένα το πιο σημαντικό είναι να μοιράζομαι ό,τι έχω στο κεφάλι μου. Νιώθω ότι εκεί βρίσκεται και η ουσία της δημιουργίας».
Αισθάνεσαι καλλιτέχνιδα;
«Είναι πολύ προκλητική ερώτηση. Θα σου πω ότι δεν είμαι πολύ με τις ταμπελοποιήσεις γενικότερα.
Αισθάνομαι ότι δημιουργώ πράγματα και κυρίως θα σου βάζω ρήματα και όχι επίθετα.
Δηλαδή δεν θα σου πω «τραγουδοποιός», δεν θα σου πω συγγραφέας. Θα σου πω «γράφω τραγούδια, τραγουδάω, δημιουργώ».
Για μένα πρέπει να σε πει κάποιος άλλος καλλιτέχνη. Δεν είναι για να γίνεται αυτοαναφορικό αυτό.
Αλλά αυτό είναι μια δική μου εκτίμηση».
Τι κάνεις αυτή την περίοδο και ποια είναι τα επόμενα βήματα;
«Επειδή έρχεται καλοκαίρι, λίγο δύσκολο τώρα με τις εμφανίσεις. Θα επικεντρωθώ στο να βγάλουμε και το επόμενο single του δίσκου.
Ωστόσο από Σεπτέμβρη σίγουρα θα ανακοινωθούν και κάποιες ημερομηνίες για κάποια live.
Και εκτός από αυτό έχω και ένα παιχνίδι, το «Λέξεις στην τσέπη σου», που είναι ένα παιχνίδι αυτόματης γραφής, στο οποίο σίγουρα θα μιλήσω με κάποια μαγαζιά για να μαζευόμαστε και να παίζουμε αυτό το παιχνίδι».

Τι είναι το παιχνίδι «Λέξεις στην τσέπη σου»;
«Ουσιαστικά έχω φτιάξει ένα παιχνίδι για να ερχόμαστε να κοινωνικοποιούμαστε, πες ότι θέλεις να πιεις την μπίρα σου αλλά δεν θέλεις απλά να πιεις την μπύρα σου. Θέλεις να γνωρίσεις και εσένα ταυτόχρονα.
Είναι ένα παιχνίδι που έχει μέσα ένα quiz γνώσεων, κάποια θεατρικά παιχνίδια για να ξεκλειδωθούμε, να νιώσουμε λίγο πιο άνετα.
Και στο τέλος φτάνεις να καταλαβαίνεις ότι ακόμα κι εσύ που δεν έχεις τόση επαφή όλοι με το γράψιμο, μπορείς να γράψεις οτιδήποτε. Και όχι απλά να γράψεις μόνος σου, να γράψουμε σε ένα πλαίσιο και ομαδικά.
Δηλαδή αν θέλεις να έρθεις μόνος, έρχεσαι μόνος και φτιάχνουμε μια ομάδα. Και αν θέλεις να έρθεις με παρέα, έρχεσαι με την παρέα σου και παίζουμε».
Τι σε ωθεί να δημιουργείς;
«Θα ακουστεί πολύ υπερβολικό, αλλά δεν γίνεται να σκεφτώ τον εαυτό μου σε διαφορετικό πλαίσιο από αυτό.
Είναι θεραπευτικό. Όταν μου γίνεται κάτι τραυματικό δύσκολο, χαρούμενο επίσης, όταν γίνεται κάτι έντονο στη ζωή μου θέλω να το μεταφέρω.
Θέλω να το μεταφέρω σε χαρτί. Αλλά είναι ανάγκη αυτό. Δεν είναι επιλογή καν».
Τι μουσικά ακούσματα είχες μεγαλώνοντας;
«Ο μπαμπάς μου με έγραψε αγγλικά γιατί ήθελε να καταλαβαίνω τους στίχους των Pink Floyd.
Άκουγε πάρα πολύ AC/DC, Pink Floyd, με έβαλε λίγο στη rock φάση έτσι έμμεσα όταν άκουγε μουσική.
Η μαμά μου λέει πάντα την κλασική ιστορία, όταν ήμουν πέντε χρονών της έλεγα «σταμάτα να βάζεις κατσαβίδι» και εννοούσα τον Καζαντζίδη εγώ, γιατί δεν άντεχα.
Οπότε είχα και τα δύο άκρα στο σπίτι μου, Μητροπάνο που λάτρεψα, Πάριο που λάτρεψα επίσης και τη rock μουσική.
Ο αδερφός μου άκουγε από πάρα πολύ μικρός hip hop που επίσης λάτρεψα να ακούω.
Και κάπως το σπίτι είχε διάφορα μουσικά ακούσματα και ερεθίσματα. Κι εγώ κατέληξα να τα ακούω όλα».

Τι σε τράβηξε περισσότερο;
«Στην εφηβεία μου άκουγα πάρα πολύ alternative πράγματα. 21 Pilots, Arctic Monkeys The Police πάρα πολύ, My Chemical Romance…
Άκουγα πολύ hip hop επίσης. Δηλαδή άκουγα Novel, άκουγα Ραψωδό Φιλόλογο πάρα πολύ.
Βασικά Ραψωδό άκουγα από το 2008 που ήμουν έξι χρονών, επειδή άκουγε ο αδερφός μου».
Ποιος ο ρόλος του πατέρα σου;
«Θυμάμαι τον μπαμπά μου στο πρώτο κείμενο που του έδειξα, να μου λέει ότι δεν είναι ωραίο να παίρνω ξένα κείμενα και να λέω ότι είναι δικά μου. Τότε του λέω «μπαμπά τι λες; Εγώ το έγραψα».
Μου λέει «τι ξέρεις εσύ για τον έρωτα που έγραψες εδώ;», για το δάσος και όλα αυτά.
Του λέω «πες μου μια λέξη»…
Και από τότε ερχόταν σε θεατρικές παραστάσεις που έκανα στο σχολείο, σε τραγούδια που έγραφα, παντού. Μου έλεγε «γράφε».
«Εντάξει, ωραία η παράσταση, γράφε όμως. Εσύ γράφε».
Ή πήγαινα με τραγούδια και μου έλεγε «τι ωραία τραγούδια, δεν το στέλνεις στην Μποφίλιου;»
Και μέχρι και σήμερα είναι ο μεγαλύτερος φαν μου, ναι. Τον θαυμάζω πολύ.
Είναι πολύ σημαντικό να θαυμάζεις τους γονείς σου!
Είναι από μια γενιά που δεν είχαν και τόση επαφή με την ψυχοθεραπεία και κάπως έχει έρθει πολύ κοντά με τον εαυτό του, έχει σκεφτεί κάποια πράγματα, πώς τα έχει κάνει, ότι τα έχει κάνει λάθος.
Έχω δει έναν άνθρωπο να αλλάζει στα 50 του χρόνια. Οπότε για μένα υπάρχει ελπίδα σε αυτόν τον κόσμο και πάντα η αλλαγή είναι εκεί».
Δεν γράφεις μόνο τραγούδια αλλά και βιβλίο. Υπάρχουν βιβλία ή συγγραφείς που λειτούργησαν ως επιρροές για σένα;
«Θα σου πω την αλήθεια, ήμουν παιδί που δεν διάβαζε βιβλία. Έχω ξεκινήσει να διαβάζω πιο συστηματικά τα τελευταία δύο χρόνια, οπότε δεν μπορώ να πω ότι μεγάλωσα έχοντας συγκεκριμένους συγγραφείς ως οδηγούς ή πρότυπα.
Ίσως αυτό να είναι και κάτι που κάνει τη γραφή μου πιο παιχνιδιάρικη. Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο ύφος που να έχω δανειστεί από έναν συγγραφέα που θαυμάζω ούτε κάποιον συγκεκριμένο τρόπο γραφής που να προσπαθώ να μιμηθώ.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν δημιουργοί που αγαπώ πολύ. Μου αρέσει ιδιαίτερα ο Όσκαρ Ουάιλντ, γιατί εκτιμώ πολύ τις εικόνες που δημιουργεί μέσα από τη γραφή του. Μου αρέσουν οι περιγραφές που ζωντανεύουν μπροστά σου χωρίς να βασίζονται σε υπερβολές ή σε πολλά επίθετα.
Μου αρέσει επίσης ο Αλμπέρτ Καμί για διαφορετικούς λόγους και ο Ντοστογιέφσκι για τον τρόπο με τον οποίο μπαίνει βαθιά στους χαρακτήρες του και σε κάνει να κατανοείς τον εσωτερικό τους κόσμο.
Επίσης, η Κατερίνα Γώγου και η Σαρα Κέιν και οι δύο για την αμεσότητα και την αλήθεια των λέξεων τους.
Από μικρότερη, βέβαια, διάβαζα περισσότερο ποίηση παρά πεζογραφία. Διάβαζα πολύ Καβάφη και Καρυωτάκη».

Ποιο είναι το καλλιτεχνικό σου όνειρο;
«Αν έπρεπε να περιγράψω το καλλιτεχνικό μου όνειρο με μία φράση, θα έλεγα ότι θέλω να δημιουργώ πράγματα που φτάνουν πραγματικά στους ανθρώπους.
Όταν ανεβαίνω σε μια σκηνή, έχω πάντα μια συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό μου. Φαντάζομαι ότι ανάμεσα σε μένα και στο κοινό υπάρχει ένα τζάμι. Από τη μία πλευρά είμαι εγώ και από την άλλη οι άνθρωποι που ήρθαν να με ακούσουν.
Εκεί πιστεύω ότι υπάρχουν δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να κοιτάζεις συνεχώς τον εαυτό σου μέσα σε αυτό το τζάμι. Να σε απασχολεί μόνο η δική σου εικόνα και το πώς φαίνεσαι. Η δεύτερη είναι να περάσεις μέσα από το τζάμι και να φτάσεις απέναντι, στους ανθρώπους που σε ακούνε.
Δεν θεωρώ ότι είναι κακό να κοιτάζεις τον εαυτό σου κάποιες φορές. Όμως όταν όλη η παρουσία σου βασίζεται μόνο σε αυτό, κάτι χάνεται. Για μένα το σημαντικό είναι η επικοινωνία.
Γι’ αυτό και το όνειρό μου δεν είναι ένας συγκεκριμένος αριθμός ακροατών, μια συγκεκριμένη σκηνή ή κάποια διάκριση.
Το όνειρό μου είναι να συνεχίσω να δημιουργώ, να μοιράζομαι αυτά που έχω μέσα μου και να καταφέρνω να φτάνουν στους ανθρώπους. Να σπάω αυτό το «τζάμι» και να υπάρχει πραγματική σύνδεση. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο».
Διαβάστε επίσης:
Στήλη Άλατος: Τα αγαθά δημοσκόποις κτώνται.






