Όχι, μάγκες, τα «σπίτια» δεν ξαναχτίζονται!
Μαζί με τη φωτιά θα ‘χουν καεί κι οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα, τα παιδικά σου χρόνια κι οι μυρωδιές που σε μεγάλωσαν. Ξαναχτίζονται;
Είναι η πιο εξοργιστική φράση που σταθερά, κάθε καλοκαίρι ροκανίζει τ’ αυτιά μας. Φωτιές, καταστροφή, εκκενώσεις, ψεύτικες συγγνώμες αλλά… «Τουλάχιστον δεν θρηνήσαμε ζωές, οι κατοικίες ξαναφτιάχνονται».
Αφενός, είν’ εξοργιστικό να τ’ ακούς ενώ έχουν όντως χαθεί ανθρώπινες ζωές. Γιατί, δεν ξέρω αν το ξεχνάνε κάποιοι μες στη γενικότερη αναμπουμπούλα, όμως οι πυροσβέστες δεν είναι μόνο ήρωες – είναι και άνθρωποι. Ή μάλλον, ακριβώς γι’ αυτό είναι ήρωες. Γιατί είναι άνθρωποι, ρισκάρουν, τα βάζουν με τη φωτιά χωρίς καμία κρατική αιγίδα, κι όταν χάνουν, το πληρώνουνε με τη ζωή τους. Απ’ τη μια μεριά λοιπόν, η τόσο συχνή κυβερνητική κοροϊδία που προσπαθεί να χρυσώσει το πικρό καλοκαιρινό χάπι, είν’ ένα ψέμα καθαρό και ξάστερο. Κι η άλλη μεριά ωστόσο, δεν λέει την αλήθεια.
Ας πούμε ότι δεν χάνονταν ζωές, μονάχα σπίτια. Τα σπίτια ξαναχτίζονται, σωστά; Τα τούβλα, τα μπετά, τα κεραμίδια, το τσιμέντο, ξαναγίνονται, σωστά; Σωστά θ’ απαντήσει αυτός που έχει σπίτια μπόλικα μα λίγη μόνο ενσυναίσθηση. Σωστά θα πει κι αυτός που έχει πολλά τα χρήματα και λίγη τη συναίσθηση. Γιατί τα σπίτια, αν ξαναγίνονται, ξαναγίνονται με κόστος, με πόνο, με πολλά μηδενικά στο λογαριασμό της ανοικοδόμησης. Όμως ακόμα κι έτσι, ξαναγίνονται;
Ναι, ξαναγίνεται να μπει το κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι σου. Όμως αυτό το κεραμίδι δεν θα ‘ναι το ίδιο με το πρώτο. Το σπίτι το καινούριο, ακόμα κι αν μπορέσεις ξανά να το σηκώσεις, δεν θα ‘ναι το σπίτι εκείνο που έχασες. Μαζί με τη φωτιά θα ‘χουν καεί κι οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα, τα παιδικά σου χρόνια κι οι μυρωδιές που σε μεγάλωσαν. Θα ‘χει καεί ο τοίχος που ζωγράφιζες το τέρμα για τη μπάλα σου, η κουζίνα που μύριζε τα κεφτεδάκια της γιαγιάς, ή βεράντα που έπινες γάλα με καφέ τα βράδια, και σου ‘λεγαν παραμύθια για να ξεχνάς τη ζέστη. Κι όχι, αυτά δεν ξαναχτίζονται. Όσα λεφτά και να ‘χεις για να δώσεις.
Μελούρες; Γραφικότητες; Μπορεί, όμως μεγάλε, είν’ εύκολο να είσαι κουλ, να ‘σαι ορθολογιστής και ψύχραιμος όταν δεν καίγεται η δική σου η ζωούλα. Είν’ εύκολο να λες για τα «ντουβάρια» και τα «σίδερα» όταν αράζεις στα ντουβάρια σου χωρίς να κινδυνεύεις να τα χάσεις. Όταν δεν σε νοιάζει να τα χάσεις. Ή όταν ο συναισθηματικός σου κόσμος είναι τόσο λίγος που δεν κοστίζει αν τα χάσεις. Λοιπόν, σου έχω νέα. Σε κάποιους κοστίζει. Κι αυτοί δεν είναι κακομαθημένοι, ή «πολύ ευαίσθητοι». Είναι απλώς άνθρωποι.
Στο δια ταύτα λοιπόν, το Μάτι (γιατί αυτή η ανόσια σύγκριση είναι που φέρνει κάθε χρόνο στο προσκήνιο ετούτη την ατάκα) ήταν η πιο μεγάλη τραγωδία φυσικής καταστροφής στη σύγχρονη Ελλάδα. Όμως η Εύβοια, η Πάρος, η Θράκη, όλη η Ελλάδα τόσα χρόνια τώρα, δεν «ξαναχτίζονται» απλώς επειδή δεν είναι Μάτι. Κι είναι ντροπή ν’ ακούγονται αυτά τα λόγια, από στόματα που έχουν το καθένα δέκα σπίτια για να πνίγουν τον καημό κάθε που ακούνε το 112. Ντροπή και ξεφτίλα, για ένα κράτος που πουλιόταν επιτελικό, για ν’ αποκαλύπτει κάθε χρόνο ότι όχι απλώς δεν κάνει για όλα – αντιθέτως, τελικά δεν κάνει, μάλλον για τίποτα. Και το καμαρώνει.
Διαβάστε επίσης:
Μίλα μας για δημοκρατία, κύριε Τασούλα
Γιώργος Θαλάσσης: «Η ιστορία της αστυνομικής βίας δεν γράφτηκε ποτέ ολόκληρη»






