Το χειρότερο κουσούρι
Έχω καιρό να γράψω για Τέμπη -ως επιζώντας- στο The Untold. Για να ακριβολογώ, έχω καιρό να γράψω ένα κείμενο που να αφορά μόνο τα Τέμπη και τίποτα άλλο. Πέρασα μια φάση στην οποία θεώρησα ότι είχα συνδέσει το όνομα μου μόνο με τον παραλίγο θάνατό μου και μου κακοφάνηκε.
Ούτε αυτή τη φορά, λοιπόν, θα μιλήσω μόνο για Τέμπη.
Θα μιλήσω ή θα γράψω, αφήστε με ήσυχο, για το χειρότερο κουσούρι που μου αφήσαν τα Τέμπη. Δεν είναι το αναπνευστικό που μου απαγόρευσε δια ροπάλου το τσιγάρο που τόσο ευχαριστιόμουν να στρίβω. Δεν είναι το δεξί μου χέρι, που θέλω να κόψω από τη ρίζα μερικά βράδια από τον πόνο και το μούδιασμα. Δεν είναι το μετατραυματικό στρες, που με αναγκάζει να τρομάζω μέχρι θανάτου όταν ακούω ξαφνικούς κρότους στις πορείες ή απότομα φρεναρίσματα στις διασταυρώσεις.
Είναι και αυτά. Αλλά μπροστά στην απόγνωση που νιώθω ορισμένες μέρες, αυτά τα κουσούρια δεν είναι τίποτα.
Δεν είμαι, όχι πλέον τουλάχιστον, κανάς κυρ-Παντελής να λέει πως για το απέραντο μπουρδέλο στο οποίο ζούμε φταίμε εμείς, ή μόνο εμείς. Απ’ αυτούς που λένε ότι για το Μάτι φταίνε τα αυθαίρετα και δε βρίσκουν καμία σύνδεση με τις νέες θέσεις που δόθηκαν σε όσους τα έκαναν σκατά εκείνη τη μέρα. Τα Τέμπη είναι πρωτίστως ένα έγκλημα κρατικό και κυβερνητικό, νεοφιλελεύθερο, απάνθρωπο και αποανθρωποποιητικό, ξεκάθαρη και αλγεινή υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής.
Από τα δέκα βήματα προς τον θάνατο, αφού η άρχουσα τάξη είχε κάνει με περηφάνεια και ταχύτητα τα εννέα, το τελευταίο βήμα ήταν οι άνθρωποι, όχι μόνο του σιδηρόδρομου αλλά και της χώρας, να κάνουν «απλά τη δουλειά τους». Να μάθουν πως φτάνει να είναι οι ίδιοι καλυμμένοι και να ελπίζουν να μην είναι στο σημείο του οποιουδήποτε εγκλήματος όταν έρθει η «κακιά η ώρα».
Ήμουν μέρος αυτού. Έκανα το τελευταίο βήμα προς τον δικό μου παραλίγο θάνατο. Και τώρα, κάθε θάνατος έρχεται και στρογγυλοκάθεται πάνω στις πλάτες μου. Αυτό είναι το κουσούρι που δεν αντέχω. Έχω βάλει, ή δεν έχω βάλει, τα χέρια μου σε κάθε θάνατο. Σε κάθε εργατική δολοφονία. Σε κάθε θάνατο πυροσβέστη μέσα στο όχημα του. Σε κάθε θάνατο μιας οικογένειας που την καταπίνουν οι φλόγες μέσα στο σπίτι της. Έχω οπλίσει το χέρι κάθε μπάτσου που πυροβόλησε πισώπλατα ένα μικρό παιδί επειδή «δε σταμάτησε όταν του ζητήθηκε».
Και αν κάθεσαι στον καναπέ σου, στα social σου, ακόμα κι αν γράφεις σεντόνια με κατηγορώ για τους υπεύθυνους, δε ξέρω πλέον πώς να αισθανθώ απεναντί σου. Δεν θέλω να ακούσω άλλο τα «και τι να κάνουμε» που μου φυλάς.
Κρύψου πίσω από το δάχτυλο της νομιμότητας, όσο οι δυνάστες σου νομιμοποιούν την ανομία τους. Θα τη βρεις εσύ την άκρη, θα τους κοροϊδέψεις. Είσαι πιο έξυπνος από εμάς, όλοι το ξέρουν αυτό. Έτσι δεν είναι;
Διαβάστε επίσης:
Μάτι 8 χρόνια μετά – «Πού είναι η δική μας Δικαιοσύνη»;





