Έχουμε μια συνέχεια να χτίσουμε με τα χέρια μας – «Μέχρι να μη μας ενώνει μόνο ο θάνατος»
Γράφει η Μαρία Λούκα
Το Σάββατο 25 Ιανουαρίου περίμενα στην ουρά για το ταμείο του σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου. Μπροστά μου ακριβώς βρισκόταν μια γυναίκα γύρω στα 50 που χάζευε ήρεμα στο κινητό της μέχρι να έρθει η σειρά της. Χαιρέτισε εγκάρδια την ταμία κι άρχισε να βγάζει τα προϊόντα από το καλάθι. Καθώς τακτοποιούσε τα πράγματα στις τσάντες, ρώτησε την ταμία αν θα πήγαινε την επόμενη μέρα στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα.
«Έχω τα παιδιά, δε θα τα καταφέρω. Εσύ;» τη ρώτησε. «Ναι θα πάω, δηλαδή φοβάμαι αλλά συνέχεια φοβάμαι έτσι όπως μας κατάντησαν, δεν κερδίζω κάτι με το να μένω σπίτι και να μην κάνω τίποτα» απάντησε.

Υπάρχει μια φράση της Audre Lord στο βιβλίο Sister Outsider που με ταρακουνάει συχνά με την πικρή της οξυδέρκεια: «Η μηχανή θα προσπαθήσει να μας κονιορτοποιήσει έτσι κι αλλιώς, είτε μιλήσουμε, είτε όχι. Μπορούμε να κάτσουμε στη γωνιά μας, αιώνια σιωπηλές, την ώρα που οι αδερφές μας κι εμείς πάμε στράφι, την ώρα που μεταλλάσσουν και σκοτώνουν τα παιδιά μας, την ώρα που δηλητηριάζουν τη γη μας. Μπορούμε να κάτσουμε στην ασφαλή μας γωνίτσα και να πιούμε το αμίλητο νερό αλλά πάλι φοβισμένες θα είμαστε».

Τη θυμήθηκα ξανά ακούγοντας εκείνη τη στιχομυθία. Εξάλλου αυτό το αίσθημα του φόβου και της αγωνίας είναι εντελώς οικείο σε πολλές και πολλούς από εμάς. Οι ζωές μας ευαλωτοποιούνται διαρκώς, όχι οντολογικά, πολιτικά μέσα από την εγκαθίδρυση της θανατοπολιτικής ως κεντρική στρατηγική της εξουσίας. Στραγγίζονται από την αξία τους και μένουν μετέωρες σε ζώνες επισφάλειας.
Τα απανωτά τραυματικά συμβάντα στην πανδημική και μεταπανδημική περίοδο με τους μαζικούς θανάτους και τον εγκλεισμό, με την έξαρση της έμφυλης βίας και την αύξηση των γυναικοκτονιών, με το εγκληματικό ναυάγιο της Πύλου και την πρακτική των θανατηφόρων επαναπροωθήσεων στα σύνορα, με το προμελετημένο κρατικό έγκλημα και με ενδείξεις σύνδεσης με το κοινό έγκλημα στα Τέμπη, με την ανυπολόγιστη καταστροφή δασικών εκτάσεων κάθε καλοκαίρι, έχουν προκαλέσει μια βαθιά ουλή οδύνης και μια πνιγηρή αίσθηση ανημπόριας στο κοινωνικό σώμα.
Οι διαδοχικές ματαιώσεις και το άγχος μιας ολοένα και δυσκολότερης επιβίωσης
Νιώθουμε μόνες/οι, αβοήθητες/οι, παγιδευμένες/οι σε ένα κράτος φαυλότητας, διαφθοράς και αυταρχισμού που έχει απεκδυθεί όλες τις κοινωνικές του διαστάσεις, οδηγώντας σε αποψίλωση και μαρασμό ζωτικές δημόσιες υποδομές. Οι διαδοχικές ματαιώσεις σε συνδυασμό με το άγχος μιας ολοένα και δυσκολότερης επιβίωσης, έχουν οδηγήσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού σε μια ρουτίνα διεκπαιρέωσης, αποσυνδεδεμένη από ουσιώδεις ψυχοσυναισθηματικές μεταβλητές της ύπαρξης μας. «Δε γίνεται τίποτα» μουρμουρίζαμε τους τελευταίους μήνες. Και όντως παρά το σοκ της καταστροφής που μας κύκλωνε, δε γινόταν τίποτα.
Ώσπου την Κυριακή 26 Ιανουαρίου έγινε κάτι συνταρακτικό
Οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη ρηγμάτωσαν την εδραιωμένη συνθήκη ακηδίας. Η μηχανική της συλλογικής δράσης στο δρόμο λειτούργησε σαν ένα όχημα επανασύνδεσης με τη μνήμη, το συναίσθημα και την επιθυμία. Μεγάλωσε τους συρρικνωμένους εαυτούς μας, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τον κοινωνικό παράγοντα και διατρανώνοντας τη μη συμμόρφωση με τον ελάχιστο παρονομαστή επιβίωσης και τη λήθη.
Γιατί τα Τέμπη διακινούν εσωτερικά κάτι που είναι πολύ δικό μας και συλλογικό συνάμα και συμπυκνώνουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στην αναλγησία και την υπεροψία της εξουσίας που μπορεί να μας σκοτώνει με χίλιους δύο τρόπους, σε ένα δρομολόγιο τρένου, μέσα στο σπίτι μας ή στο δημόσιο χώρο, στην αναμονή ενός δημόσιου νοσοκομείου ή σε έναν αστυνομικό έλεγχο. Μια εξουσία που δε λογοδοτεί πουθενά, μόνο κομπάζει, χλευάζει, εμπαίζει, συγκαλύπτει, καταστέλλει, γαντζωμένη γερά από τα λερωμένα με αίμα σκήπτρα της.

Δε μας αξίζει. Δεν αξίζει στη μνήμη των νεκρών, δεν αξίζει στο πένθος όσων μένουν πίσω, δεν αξίζει στην ανάγκη μας να ζήσουμε μ’ έναν τρόπο αξιοβίωτο που δε θα μας εκμηδενίζει, δε θα μπαζώνει τα όνειρα μας. Περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε ένα κίνημα για τη ζωή. Κι εκείνη η Κυριακή που συντονίστηκαν οι χτύποι της καρδιάς μας από το Σύνταγμα μέχρι όλες τις πλατείες της χώρας και τα δάκρυα μας έφτιαξαν έναν χείμαρρο στοργής, ήταν το πρελούδιο του. Έχουμε μια συνέχεια να χτίσουμε με τα χέρια μας. «Μέχρι να μη μας ενώνει μόνο ο θάνατος».
Φωτογραφίες: Μαρία Γαλάτη
Διαβάστε επίσης:
Οι άνθρωποι των Τεμπών: Τους δώσαμε βήμα να ρωτήσουν τον πρωθυπουργό – Θα απαντήσει;
Μια ιστορία για τα Τέμπη και για ένα ηχητικό χωρίς την έγκριση των γονιών των παιδιών που ακούγονται





