Τι κάνουν 7.000 άνθρωποι πάνω στο βουνό;
Οι μικρές ιστορίες του Φεστιβάλ Ελάτειας που ξεκίνησε σαν πάρτι δίπλα στο ποτάμι και έγινε θεσμός.
Όλοι έχουμε τουλάχιστον μία ιστορία από φεστιβάλ. Μία ιστορία ή πολλές ιστορίες, που φτιάχνονται κάτω από τα αστέρια, με μουσική και χαρά. Καμιά φορά, ιστορίες που γεννιούνται σε ένα βουνό με πλατάνια, για να ξορκίσουν το κακό που, εκείνες τις μέρες, συμβαίνει παράλληλα λίγα χιλιόμετρα μακριά.

Σήμερα χαζεύω τα εκατοντάδες δημοσιεύματα στα social. Θέλω να δω τι ένιωσαν και όλοι εκείνοι με τους οποίους βρεθήκαμε άγνωστοι στο βουνό και γίναμε κοινωνοί μιας γιορτής φτιαγμένης για να ενώνει. Στέκομαι σε αυτό:
«Μακάρι ο κόσμος να είχε περισσότερο χρώμα, μουσική, ευγένεια και όμορφους ανθρώπους με σεβασμό στη φύση και στα ζώα.
Και λιγότερο πόνο, θάνατο, απανθρωπιά και κέρδος».
Δεν γνωρίζω το κορίτσι που το υπογράφει. Ξέρω όμως με βεβαιότητα ότι όλοι όσοι ήμασταν εκεί μετρούσαμε τη χαρά μας, όπως τη μετράμε χρόνια πια, στο ισοζύγιο μιας καταστροφικής καθημερινότητας.

Και εκεί, με την αμηχανία της ενοχής που νιώθεις όταν χαίρεσαι μέσα σε σκοτεινές ημέρες, καταλάβαμε πως ήταν ανακουφιστικό εκείνη η χαρά να μοιράζεται με ανθρώπους της ίδιας φυλής.
Η ψυχή του φεστιβάλ
Η ιστορία του Φεστιβάλ Ελάτειας ξεκινά το 2013, όταν μια παρέα νέων ανθρώπων διοργάνωσε το πρώτο River Party στα Πλατάνια της Ελάτειας. Δύο χρόνια αργότερα, το 2015, οι ίδιοι ιδρύουν επίσημα τον Σύλλογο Νεολαίας Ελάτειας, που αναλαμβάνει να εξελίξει την ιδέα. Οι πρώτες οργανωμένες συναυλίες ξεκινούν το 2018 και, από το 2019 και μετά, το εγχείρημα παίρνει τη μορφή του πολυήμερου μουσικού φεστιβάλ, που κάνει χιλιάδες επισκέπτες από όλη την Ελλάδα να ανεβαίνουν στους πρόποδες του Παρνασσού για να το ζήσουν.

Δεκατρία χρόνια μετά, εξακολουθεί να οργανώνεται από εθελοντές, χωρίς εταιρεία παραγωγής. Με τη φράση «Λίγο όνειρο ακόμη…», κάθε χρόνο προσπαθούν να κάνουν τις τέσσερις ημέρες που διαρκεί μια εμπειρία μοναδική και αξέχαστη, γιατί, όπως οι ίδιοι λένε: «Στην Ελάτεια δεν πας για ένα live. Πας για να γίνεις μέρος μιας ιστορίας».

Μιας ιστορίας που στο κέντρο της έχει τον εθελοντισμό και τον σκοπό, καθώς το φεστιβάλ δεν κρατά τα έσοδά του μόνο για την επόμενη διοργάνωση. Η φιλοσοφία του αποδεικνύεται και από τον τρόπο με τον οποίο τα διαχειρίζεται. Έτσι, φέτος, τα έσοδα από τις θέσεις camping θα διατεθούν στον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του Μουσικού Σχολείου Λαμίας, οι μαθητές του οποίου βρέθηκαν εκεί την τρίτη ημέρα του φεστιβάλ και ήταν πραγματικά υπέροχοι.

Σύλλογος νεολαίας Ελάτειας
Ο Σύλλογος νεολαίας Ελάτειας δημιουργήθηκε από μια παρέα νέων που αποφάσισε να επενδύσει χρόνο, κόπο και φαντασία στον τόπο της, αντί να τον εγκαταλείψει. Ήταν το 2015 όταν μια ομάδα νέων της Ελάτειας αποφάσισε ότι δεν ήθελε να βλέπει το χωριό της να ζωντανεύει μόνο τα καλοκαίρια. Έτσι γεννήθηκε ο σύλλογος, με στόχο να δώσει νέα πνοή στον τόπο μέσα από τον πολιτισμό, τον εθελοντισμό και δράσεις που θα έφερναν ξανά τους ανθρώπους κοντά.
Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, η παρέα εκείνη δεν μεγάλωσε μόνο σε αριθμό, αλλά και σε όραμα. Δημιούργησε έναν από τους πιο ξεχωριστούς μουσικούς θεσμούς του καλοκαιριού, αποδεικνύοντας ότι όταν υπάρχει αγάπη για τον τόπο, λίγοι άνθρωποι μπορούν να πετύχουν πολλά. Άλλωστε, όπως λένε και οι ίδιοι, για λίγες ημέρες κάθε χρόνο, στην Ελάτεια, «όλα μοιάζουν όπως θα θέλαμε να είναι».
Το μυστικό του φεστιβάλ
Η κοινωνική προσφορά δεν είναι μια περιστασιακή δράση, αλλά σταθερή φιλοσοφία. Στην επίσημη σελίδα τους δεν καλούν απλώς κόσμο να δουλέψει ως εθελοντής. Τον προσκαλούν να γίνει «μέλος μιας μεγάλης οικογένειας», εξηγώντας ότι πολλοί εθελοντές επιστρέφουν κάθε χρόνο και δημιουργούν φιλίες μέσα από τη διοργάνωση.
Ζούμε τις μικρές μας ιστορίες
Έτσι, κάθε χρόνο, χιλιάδες άνθρωποι στήνουν τις σκηνές τους κάτω από τα πλατάνια της Ελάτειας και επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι, όχι μόνο για τις συναυλίες, αλλά γιατί εκεί νιώθουν πως ανήκουν σε μια μεγάλη παρέα. Σε μια κοινότητα που μιλά την ίδια γλώσσα, ακούει την ίδια μουσική και νιώθει με τον ίδιο τρόπο.

Στις σκηνές, το απόγευμα, επικρατεί ησυχία. Η ησυχία του camping. Άλλοι κοιμούνται, άλλοι χαζεύουν, άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι ετοιμάζονται σιγά σιγά για τη βραδιά. Όλοι όμως σέβονται τον βασικό κανόνα. Τον κανόνα της συνύπαρξης. Εκείνον που δεν αφήνει την εμπειρία να περάσει το όριο από το ονειρεμένο στο ανυπόφορο.

Ο Γιάννης σταματά κάθε τόσο. Κάτι έχει δει. Σηκώνει τη μηχανή, φωτογραφίζει και συνεχίζουμε. Η μικρή του ζητά μια φωτογραφία. Όλοι χαμογελούν, όλοι συμμετέχουν, όλοι είναι μέρος εκείνης της κοινότητας, στην οποία δεν νιώθεις ξένος ούτε λεπτό.

Πηγαίνουμε προς τη σκηνή. Την τρίτη ημέρα ανοίγει η Βασιλική Μιχαλοπούλου.

Μπροστά μπροστά βρίσκεται μια οικογένεια. Ο δίχρονος μικρός ανυπομονεί. Τον χαζεύουμε. Και όταν ακούμε την ερμηνεύτρια να λέει ότι το επόμενο τραγούδι το αφιερώνει στον πιο θερμό θαυμαστή της, τον Σαράντη, που είναι μόλις δύο ετών και περιμένει να το ακούσει, η ιστορία που θέλω να σας διηγηθώ ξεκινά.

Τα φεστιβάλ είναι αυτό. Είναι οι στιγμές που ενώνουν τους ανθρώπους του. Εκείνους που βρίσκονται στις σκηνές, εκείνους που ανεβαίνουν στη σκηνή, εκείνους που έρχονται μόνο για μία ημέρα, εκείνους που το διοργανώνουν, εκείνους που προσφέρουν εθελοντικά, εκείνους που δουλεύουν, εκείνους που φροντίζουν την επικοινωνία του, εκείνους που το φωτογραφίζουν και εκείνους που γράφουν γι’ αυτό. Εκεί, όλοι εμείς παύουμε να είμαστε μονάδες και γινόμαστε οι άνθρωποι που, ιδανικά, θα θέλαμε να είμαστε. Χαρούμενοι, ζωντανοί, ευγενικοί και όμορφοι.
Η Βασιλική Μιχαλοπούλου που άνοιξε την τρίτη μέρα του, ευχαριστεί το κοινό και στη σκηνή ανεβαίνουν τα παιδιά του Μουσικού Σχολείου Λαμίας. Με το τρακ και την ανυπομονησία που λογικά έχουν, αλλά και με τρομερή ενέργεια και χαρά, παίζουν καταπληκτικά και δίνουν τη σκυτάλη στον Jaul, που δίνει και το στίγμα της βραδιάς.

Ανεβαίνει φορώντας την κεφίγια, που δεν αποχωρίζεται ποτέ. Μιλά για την Παλαιστίνη, που επίσης δεν ξεχνά ποτέ, και με ασταμάτητη ενέργεια και δυναμική δίνει τον ορισμό της μουσικής σκηνής που εκπροσωπεί. Ο Jaul δεν είναι απών. Δεν είναι ο καλλιτέχνης που έρχεται, παίζει, πληρώνεται και φεύγει. Είναι μέρος της μεγάλης εικόνας. Μέρος της ιστορίας. Εκεί, με όλη του την ψυχή.

Με αυτόν τον τρόπο ενσωματώνεται στην βραδιά και ο Novel 729, που ξεκινά λέγοντας στους χιλιάδες ανθρώπους που τον ακούν, πως για εκείνον αυτή είναι η πρώτη του έξοδος ύστερα από πολλές ημέρες.

«Η Μάγια είναι άρρωστη», μας λέει. «Και είμαι πολύ χάλια».
Λίγο αργότερα προτρέπει:
«Κοιτάξτε εκεί…» γνέφοντας προς το φεγγάρι που μόλις έχει ανατείλει.
Επτά χιλιάδες μάτια γυρίζουν προς τα εκεί.
Και αυτό είναι η ψυχή των φεστιβάλ.
Ο Γιάννης Χαρούλης βγαίνει τελευταίος. Τα κορίτσια που κάθονται μπροστά από το απόγευμα, φορώντας ίδιες μπλούζες που έχουν τα αρχικά του, μου λένε πως τον περιμένουν ώρες.

«Αρκετά καθίσαμε ήσυχες…» Και το πάρτι ξεκινά.

Οι εθελοντές είναι παντού. Χαμογελαστοί, πρόθυμοι, εξυπηρετικοί. Και η βραδιά κλείνει όπως ακριβώς ξεκίνησε. Όμορφα. Ομαλά. Με έναν συντονισμό που δύσκολα συναντάς σε τόσο μεγάλες διοργανώσεις.
Η τελευταία μέρα
Τέταρτη και τελευταία ημέρα του φεστιβάλ. Έχουμε ήδη γίνει μια παρέα. Ξέρουμε πού θα πάμε, ποιοι θα είναι εκεί. Ο Αλέξανδρος έχει φροντίσει να είναι όλα εύκολα και όμορφα, όπως όλα όσα ζούμε από χθες.
Δίνουμε ραντεβού στην πλατεία της Ελάτειας. Κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, απέναντι από την εκκλησία, έχει στηθεί πανηγύρι. Η Banda Entopica στα καλύτερά της. Οι άνθρωποι χορεύουν, γελούν, μιλούν μεταξύ τους. Και η ζωή μοιάζει αβίαστη, όπως θα έπρεπε να είναι.

Ανεβαίνοντας προς το βουνό, όμως, η είδηση της εναέριας σύγκρουσης και των νεκρών ανθρώπων που προσπαθούσαν να σώσουν έναν τόπο και τις ζωές άλλων ανθρώπων, πολύ κοντά μας – κι ας μοιάζει τόσο μακριά, είναι εκεί. Οι άνθρωποι το συζητούν, ψάχνουν να μάθουν τι συνέβη, ρωτούν.
Και όπως και χθες, έτσι και σήμερα, οι καλλιτέχνες ζητούν να μην ανάψει κανένα καπνογόνο.
Ο κόσμος δεν ανάβει.
Δεν θα το έκανε έτσι κι αλλιώς.
Ο Βέβηλος ανεβαίνει στη σκηνή και βάζει τον κόσμο, στον κόσμο του.

Το ίδιο κάνει και η Μαρίνα Σπανού.

Οα άνθρωποι όμως περιμένουν τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
«Βασίλη, ζούμε για να σ’ ακούμε», γράφουν τα πλακάτ.

Και εκείνος δίνει δύο ώρες γεμάτες από όλη τη μυθική διαδρομή του.
Η βραδιά κλείνει με τον Πάνο Βλάχο.

Και το 13ο Φεστιβάλ Ελάτειας αφήνει το αποτύπωμά του με τρόπο μοναδικό και πανέμορφο. Η ιστορία του, οι ιστορίες των ανθρώπων του, μένουν στις εικόνες. Και ο άνθρωπος που τις αιχμαλώτισε για το Untold τις προλογίζει.
«Είχα στο μυαλό μου τους κανόνες μιας κλασικής φωτογράφισης συναυλίας. Αυτό που συνέβη όμως μπροστά μου ήταν κάτι περισσότερο από μια μουσική σκηνή. Κάθε καλλιτέχνης, κάθε συγκρότημα και κάθε στιγμή γεννούσαν ένα διαφορετικό συναίσθημα. Γρήγορα κατάλαβα ότι δεν ήθελα να καταγράψω απλώς το γεγονός. Ήθελα να φωτογραφίσω τους ανθρώπους. Την προσωπικότητα κάθε μουσικού, τη σχέση του με το κοινό, τις σιωπηλές στιγμές ανάμεσα στα τραγούδια, τις ματιές, τις κινήσεις. Τις μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονταν πάνω και κάτω από τη σκηνή. Αυτό ήταν το πραγματικό πρόσωπο του φεστιβάλ. Αυτό προσπάθησα να αποτυπώσω μέσα από τον φακό μου».
Ημέρα τρίτη
Βασιλική Μιχοπούλου





Jaul / Novel 729
















Γιάννης Χαρούλης






Τέταρτη μέρα
Βέβηλος






Μαρίνα Σπανού








Βασίλης Παπακωνσταντίνου






Πάνος Βλάχος




Φωτογραφίες: Γιάννης Χαροκόπος
Διαβάστε επίσης:
Ο εθισμός έκανε το El Paso να κοιτάξει τη Μητρόπολη κατάματα
Novel 729: 10 χρόνια πορείας σε ένα sold-out Κατράκειο






