Απόψε θέλω να κάνω κακό
Είναι η επόμενη μέρα που ξεγλίστρησε από το θυμικό μιας κοινωνίας. Είναι η επόμενη μέρα, που βρήκε, εκτός από νεκρούς, δεκάδες ζωντανούς σε υπαρξιακή κρίση. Η επόμενη μέρα που ξέχασε να δικαιώσει τους νεκροζώντανους, ξέχασε να φροντίσει το τραύμα της επιβίωσης. Το κάλυψε με τον επίδεσμο της «τύχης του να είσαι ζωντανός»
Μου λένε ότι, όσο περισσότερο γράφω, τόσο καλύτερος γίνομαι με τις λέξεις μου. Αυτό το κοπλιμέντο πέταξε από το παράθυρο τις μέρες που χρειάστηκε να γράψω την κατάθεση μου. Οι λέξεις έχαναν το νόημά τους, οι αποστειρωμένες έννοιες που περιμένει ένα δικαστήριο από έναν πολυτραυματία ήταν μαχαίρια που προσπαθούσαν να κόψουν το νερό. Κι αφού οι λέξεις μου, που συνήθως καίνε τα πάντα στο διάβα τους, έχαναν τη δύναμή τους, έγιναν κάγκελα και με κλείδωσαν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με τον πόνο μου. Κάθε πουτάνα λέξη που αποτύπωνε την εμπειρία μου, γδυμένη από κάθε συναίσθημα, γίνοταν βαρίδι στους ώμους και στο θυμικό μου.
Όσο ψάχναμε την κατάλληλη φωτογραφία γι’ αυτό το κείμενο, αυτά τα παρατημένα καθίσματα που τα έλουζε το φως της επόμενης μέρας ήταν γεμάτα συμβολισμούς.
Ήταν η επόμενη μέρα, που δεν κοίταξε κανείς. Η επόμενη μέρα που θα έμενε κλειδωμένη στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, να την ψαχουλεύει στα κρυφά ένας τρελός τα χαράματα, τρία χρόνια μετά.
Είναι η επόμενη μέρα που ξεγλίστρησε από το θυμικό μιας κοινωνίας. Είναι η επόμενη μέρα, που βρήκε, εκτός από νεκρούς, δεκάδες ζωντανούς σε υπαρξιακή κρίση. Η επόμενη μέρα που ξέχασε να δικαιώσει τους νεκροζώντανους, ξέχασε να φροντίσει το τραύμα της επιβίωσης. Το κάλυψε με τον επίδεσμο της «τύχης του να είσαι ζωντανός». Όμως από κάτω, η πληγή ματώνει, με το αίμα του κυνηγητού. Του κυνηγητού της τιμωρίας, για όσους μας ανάγκασαν να δούμε τον εαυτό μας να αλλάζει, και τον κόσμο να μη δείχνει έτοιμος να το καταλάβει.
Άσχετα που αυτή τη στιγμή σου μιλάει κάποιος που άφησε πολλή ζωή και πολλή ψυχή εκεί μέσα. Και τρία χρόνια τώρα, ντρέπεται να το παραδεχτεί στον οποιονδήποτε πέρα από τον εαυτό του, για να μην καπηλευτεί ούτε ένα κομμάτι από τον πόνο της απώλειας.
Μα τις τελευταίες μέρες προσπεράσαμε ακόμα κι αυτά που θεωρούσα ότι θα μας οδηγούν εσαεί. Μας απορρόφησε, για άλλη μια φορά, μια υπόθεση που δε θα έπρεπε να μας αφορά. Για να το πω πιο σωστά, γιατί εγώ είμαι με το ένα πόδι μέσα και το ένα πόδι έξω, σας απασχολεί κάτι που δεν είναι δουλειά σας. Το μαθαίνετε μόνο επειδή η υπόθεση έχει γίνει βορά στα δημοσιογρακά όρνια και τα μικροπολιτικά κοράκια.
Δεν είναι δουλειά κανενός, πέρα από των συγγενών, πώς θα συνεχίσουν τον αγώνα τους. Ο καθένας και η καθεμία ας διαλέξει το δρόμο του. Κι ας ελπίσουμε ό,τι κάνουμε για την υπόθεση που καίει κάθε πρωί και κάθε βράδυ τα σωθικά μας, να είναι ό,τι καλύτερο μπορούσαμε να έχουμε κάνει. Για να δικαιωθούν όσοι έφυγαν και να νιώσουν ξανά άνθρωποι όσοι έμειναν.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, κι όχι ειδωλολάτρης, δε θα διαλέξεις πλευρά. Δε θα κάνεις μαντεψιές ή ανακοινώσεις που «διάβασες» σε μια φυλλάδα. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, θα σταθείς στο πλευρό όσων αγωνίζονται, χωρίς εύκολες «συμβουλές» και «προτροπές». Πέρασαν τρία χρόνια. Γνωρίζουμε πολύ καλά τι ταιριάζει στον καθένα και την καθεμιά, τι μπορεί να βαστάξει και τι όχι, τι είναι εύκολο και τι είναι δύσκολο.
Δώστε χρόνο και σε αυτή τη μπόρα. Δώστε χρόνο και γλιτώστε μας από μια δεύτερη μπόρα, που θα μας βρει αφού καταλαγιάσει η πρώτη. Ο χρόνος δεν είναι γιατρός, αλλά είναι σύμμαχος. Σύμμαχος όλων. Εν ευθέτω χρόνο, λοιπόν.
Αντί επιλόγου.
Κάθε φορά που με σκέφτομαι μέσα στο τρένο, κάθε φορά που με σκέφτομαι να βγαίνω από τη σκοτώστρα που βάφτισαν «ασφαλές μέσο μεταφοράς», δε μπορώ να κλάψω. Είναι τόσος ο θυμός που έρχεται και κάθεται μπροστά στα μάτια μου που δε με αφήνει να ξεσπάσω. Η επομένη εικόνα, ο λόγος που κλαίω τελικά, είναι ο Τάσος ο Κουτσόπουλος, ένα παλικάρι από την Καρδίτσα που δε βγήκε ποτέ από το φέρετρο του κράτους. Ήρθαν με τη φωτογραφία του μέχρι το θάλαμο μου στο νοσοκομείο, προτού μπορέσουν να με κάνουν μπάνιο, με το σώμα μου ακόμα γεμάτο με το αίμα, την κάπνα και τα τζάμια που θρυμματίστηκαν στο πρόσωπο μου. Με ρωτούσαν όλο αγωνία αν τον είχα δει. Τρέμω ρε Τάσο όσο τα γράφω αυτά. Πόσο ωραίος ήσουν ρε Τάσο. Και πήρε το γαμημένο εσένα αντί να πάρει εμένα. Εγώ δε ξέρω τι να την κάνω τη ζωή που μου έδωσαν πίσω, ρε λεβέντη μου. Μοιάζει μισή. Απ’ όση μου έδωσαν πίσω, λείπει άλλη τόση. Τόση ζωή άφησα εκεί μέσα. Δε μπόρεσε να συρθεί μαζί με μένα έξω από τη φωτιά και το θάνατο. Για ποια δικαίωση να μιλήσουμε; Δε θα σε γνωρίσω ποτέ εξαιτίας τους. Και θα είναι πάντα λες και σε γνώριζα και τώρα σε έχασα.
Ποιος ξέρει ο καθένας και η καθεμία από μας ποιον ή ποια κουβαλάει, λες κι είναι φύλακας άγγελός μας.
Ποιος ρώτησε; Και αν ρωτήσει, ποιος θα απαντήσει;
Διαβάστε επίσης:





