Για τους ανθρώπους του δανεικού χρόνου
«Ω, Θεέ μου! Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο και ο καθένας με τον δικό του τρόπο αναστενάζει. Μα, πού είναι εκείνοι που ζουν χαρούμενα;»
(Μαξίμ Γκόρκι, Η μάνα)
Οι άνθρωποι του δανεικού χρόνου είναι γύρω μας, είναι δυο βήματα δίπλα μας, είναι στην απέναντι πόρτα, στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο αμφιθέατρο, στο τσατ, στην εφαρμογή γνωριμιών, στο βιντεάκι του τικ-τοκ, στο οικογενειακό τραπέζι, στο ταξί, στο σχολείο, στο γυμναστήριο, στη βιβλιοπαρουσίαση, στο καφέ, στη βόλτα. Είναι παντού, είναι οι πολλοί, είναι ο καθένας. Είναι μέσα μας, είναι στα ρούχα μας, στα παπούτσια μας, στις κινήσεις μας, στον καθρέφτη μας. Είμαστε εμείς.
Ο δανεικός χρόνος έρχεται σε μια στιγμή και ξεκινάει να μετράει άμεσα. Από εκείνη τη στιγμή της ανακοίνωσης, της συνειδητοποίησης, ξεκινάν τα χρονόμετρα που μετράνε αντίστροφα. Ξεκινάνε τα ρολόγια της αγωνίας, του άγχους, του φόβου, της μοναξιάς, της λύπης, του τρέμουλου, των δακρύων. Ξεκινάν τα τικ-τακ που πότε φέρνουν πανικό, πότε ξυπνάνε μικρές ελπίδες. Που πότε ολοφανερώνουν το τέλος το άγριο, το οριστικό και πότε αχνοδείχνουν τη λήξη των ζόρικων ημερών, ψιλοφωτίζουν τα «ίσως και» των αναπάντεχων θαυμάτων.
Με δανεικό χρόνο ζουν οι άνθρωποι που τους ανακοινώθηκε η απόλυσή τους. Ως την επόμενη δουλειά, ώσπου να ξαναπάρουν μισθό στα χέρια τους ζουν με ένα ρολόι στην άκρη του ματιού. Όταν άκουσαν εκείνο το «λυπάμαι, αλλά δε θα συνεχίσετε» καθετί που θα μπορούσε να συνεχιστεί σταμάτησε. Παιδιά, φροντιστήρια, ενοίκια, βενζίνες, σούπερ μάρκετ, μια υπόσχεση για ταξίδι, όλα μπαίνουν στην άκρη, όλων οι πληρωμές ματαιώνονται. Τα χρέη συσσωρεύονται αναπότρεπτα, ανάμεσά τους κι ο χρόνος που πια δε θεωρείται δικός τους. Δεν είναι ο οικείος, ο γνώριμος της συμφωνημένης ευθύγραμμης φθοράς. Είναι ένας άλλος. Εκείνος ο παγωμένος της στιγμής του «υπογράψτε εδώ, δε δικαιούστε αποζημίωσης».
Δανεικός είναι ο χρόνος των ανθρώπων μετά την έξωση απ’ το σπίτι που ζούσαν. Το ένα τους σπίτι, το μόνο τους σπίτι. Έξωση όταν… τα όρια της ζωής τους ήταν τα όρια του σπιτιού τους. Έξωση όταν… ο χρόνος τους ήταν ο χρόνος του. Γωνία τη γωνία του, πόρτα την πόρτα του, ξύλο το ξύλο του, όλα περπατημένα, όλα αγγιγμένα. Οι σκόνες του, οι αράχνες του, οι τρύπες απ’ τα καρφιά στους τοίχους του ήταν το μόνο τους καταφύγιο. Εξώδικο μετά από πλειστηριασμό, έξωση για ιδιοχρησία, rbnb ή αδυναμία πληρωμής, αύξηση ενοικίου, rent rooms, διακοπή του ρεύματος, του νερού, εξαναγκασμός, εξευτελισμός… Έξωση και τέλος του χρόνου σε διαδρόμους οικείους. Έξωση κι έναρξη των δανεικών· δωματίων, χρημάτων, ωρών.
Με υψηλότοκο δάνειο χρόνου φεύγουν οι άνθρωποι απ’ τα νοσοκομεία, απ’ τα γραφεία των γιατρών, απ’ τα εργαστήρια των εξετάσεων. Η ανακοίνωση της αρρώστιας πάει πακέτο με την υπογραφή εγγράφων για τις από εκεί κι έπειτα χρονικές συμφωνίες. Κάθε μέρα είναι μια νίκη, καθετί που μπαίνει στο ημερολόγιό τους είναι ένα βήμα προς την αποπληρωμή μιας δόσης. Η αβεβαιότητα, το σωματικό, νοητικό και ψυχικό λύγισμα, αντίθετα, είναι δόσεις που ξεφεύγουν, τόκοι υπερημερίας που προστίθενται. Τα φάρμακα που δεν «πιάνουν», τα μοσχεύματα που δεν γίνονται δεκτά, η κούραση που φέρνει την παραίτηση είναι ήττες απέναντι στον μεγάλο τραπεζίτη. Το σώμα, η ζωή, ετούτη τη φορά είναι αυτά που διακυβεύονται. Αυτά που ο ψυχρός πλειοδότης θα έρθει να διεκδικήσει.
Οι άνθρωποι του δανεικού χρόνου είναι αμέτρητοι. Το παγκόσμιο χρονικό χρέος διαρκώς αυξάνει. Καθένας όμως που ξεχρεώνει κι επιστρέφει στην ομαλή ροή του πραγματοποιεί μια νίκη απέναντι σε ένα σύστημα που φαντάζει άτρωτο. Είναι ένας φάρος στις αφέγγαρες πλεύσεις όλων των υπολοίπων, είναι ο δρόμος κι ο προορισμός μαζί. Κάθε τέτοια νίκη ξεκινάει την αντίστροφη μέτρηση για την επόμενη. Ας είναι πάντα κουρδισμένα τα ρολόγια.
Φωτογραφία: Μαρία Γαλάτη
Διαβάστε επίσης:





