Η Κυριακή και οι φωνές που δεν ακούστηκαν
Η φωνή της Κυριακής πρέπει να μετατραπεί σε συλλογικό λόγο, σε διαρκή απαίτηση για θεσμική εγρήγορση, σε πολιτική δέσμευση.
Στις 4 Ιουνίου 2025 ξεκίνησε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο η δίκη για τη γυναικοκτονία της Κυριακής Γρίβα. Η 28χρονη γυναίκα δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της, έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, το οποίο είχε προσεγγίσει για να ζητήσει βοήθεια.
Η πράξη αυτή δεν συνιστά απλώς μια ακόμη ανθρωποκτονία, αλλά την πιο ακραία έκφανση ενός κοινωνικά παραγόμενου φαινομένου. Της έμφυλης βίας, η οποία εκδηλώνεται με συστηματικότητα, και της οποίας η γυναικοκτονία είναι το τελικό, μη αναστρέψιμο στάδιο.
Σε αντίθεση με τα επιχειρήματα της υπεράσπισης που μιλούν για απώλεια ελέγχου και συγκεχυμένη ψυχική κατάσταση, η πραγματικότητα είναι σαφώς διαφορετική. Ο κατηγορούμενος ενήργησε με πλήρη συνείδηση, μεθοδικά, και σε κατάσταση απόλυτης νηφαλιότητας, όπως προκύπτει από τη δικογραφία.
Εντόπισε την Κυριακή, την παρακολούθησε, και την εκτέλεσε επειδή είχε τολμήσει να τον απορρίψει. Το κίνητρό του δεν ήταν συναισθηματική αστάθεια. Ήταν η πεποίθηση ότι δικαιούται να ορίζει τη ζωή και τον θάνατο μιας γυναίκας που δεν του ανήκει πια.
Το έγκλημα αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί ως μεμονομένο περιστατικό. Εντάσσεται σε μια διαχρονική και διεθνώς τεκμηριωμένη τάση, όπου η απόφαση μιας γυναίκας να εγκαταλείψει μια κακοποιητική σχέση συχνά λειτουργεί ως καταλύτης για την κλιμάκωση της ανδρικής βίας.
Η αποδιάρθρωση της σχέσης εξουσίας, η άρνηση της γυναίκας να παραμείνει διαθέσιμη ή υποταγμένη, βιώνεται από τον θύτη ως προσβολή στην ανδρική του κυριαρχία. Η γυναικοκτονία, επομένως, δεν είναι πράξη στιγμιαίου πάθους, αλλά προϊόν μιας πολιτισμικής και πατριαρχικής δομής που διδάσκει στους άνδρες ότι έχουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των γυναικών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κυριακή Γρίβα δεν έπεσε απλώς θύμα ενός δολοφόνου. Έπεσε θύμα ενός ολόκληρου συστήματος που διαρκώς υποτιμά τον κίνδυνο που διατρέχουν οι γυναίκες, ακόμη κι όταν τον καταγγέλλουν ρητά.
Η επίκληση της ατομικής παθολογίας ή της «κακιάς στιγμής» αποπολιτικοποιεί τη δολοφονία. Η γυναικοκτονία δεν είναι ψυχιατρική ανωμαλία, αλλά κανονικότητα εντός ενός πολιτισμού που ανέχεται, αν όχι ενισχύει, την έμφυλη βία.
Σύμφωνα με το Κέντρο Γυναικείων Μελετών «Διοτίμα», το 2021 καταγράφηκαν 17 γυναικοκτονίες στην Ελλάδα. Την επόμενη χρονιά, οι περιπτώσεις αυξήθηκαν. Σε πλείστες εξ αυτών, τα θύματα είχαν απευθυνθεί προηγουμένως στις αρχές. Είχαν καταγγείλει, είχαν εκφράσει φόβο, είχαν ζητήσει βοήθεια.
Το κράτος, μέσω της αστυνομίας, των δικαστικών αρχών και των κοινωνικών υπηρεσιών, αποδείχθηκε εκ νέου απρόθυμο ή ανίκανο να την προστατεύσει, παρά την προειδοποίηση.
Η ευθύνη, ωστόσο, δεν εξαντλείται στους κρατικούς μηχανισμούς. Είναι συλλογική. Ανήκει και σε εμάς, τους πολίτες που παρακολουθούμε με αδράνεια την επανάληψη του ίδιου σεναρίου, κάθε φορά με άλλο όνομα, σε άλλη πόλη, με διαφορετικό πρόσωπο.
Ανήκει σε μια κοινωνία που, ενώ δηλώνει σοκαρισμένη, επιστρέφει γρήγορα στην αδιαφορία. Η κουλτούρα ανοχής απέναντι στη βία κατά των γυναικών αναπαράγεται μέσω της γλώσσας των μέσων ενημέρωσης, της ελλιπούς εκπαίδευσης, των θεσμικών παθογενειών και της απουσίας πολιτικής βούλησης για ουσιαστική μεταρρύθμιση.
Η θεσμική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστού εγκλήματος, όπως έχει συμβεί ήδη σε ορισμένες χώρες, αποτελεί στοιχειώδες πρώτο βήμα. Όχι μόνο για την αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου, αλλά για τη ρητή καταγραφή του προβλήματος στην πολιτική και κοινωνική του διάσταση.
Το να βαφτίζεται μια γυναικοκτονία απλώς «ανθρωποκτονία από πρόθεση» ή «ενδοοικογενειακή βία» είναι μια γλωσσική συγκάλυψη που διαστρεβλώνει τη φύση της πράξης.
Στο περιθώριο της πρώτης ημέρας της δίκης, φίλοι, συγγενείς, οργανώσεις και πολίτες συγκεντρώθηκαν έξω από το δικαστήριο και φώναξαν συνθήματα. Σε ένα από τα πανό διαβάζουμε τη φράση: «Η φωνή της δεν ήταν αρκετή. Θα είναι η δική μας».
Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Πρόκειται για την απόλυτη συνειδητοποίηση ότι, όσο η σιωπή κυριαρχεί, η βία θα επιβιώνει.
Η φωνή της Κυριακής πρέπει να μετατραπεί σε συλλογικό λόγο, σε διαρκή απαίτηση για θεσμική εγρήγορση, σε πολιτική δέσμευση.
Κάθε φορά που μια γυναίκα λέει «φοβάμαι», η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αμφιβολία ή η απραξία.
Κάθε φορά που ζητά προστασία, οφείλει να της προσφέρεται χωρίς καθυστέρηση και χωρίς όρους.
Η γυναικοκτονία της Κυριακής Γρίβα είναι ένα έγκλημα που θα μπορούσε να έχει αποτραπεί. Όμως η αποτροπή της έμφυλης βίας δεν είναι ατομική υπόθεση. Είναι δείκτης της ποιότητας του κράτους δικαίου.
Αν η Πολιτεία συνεχίζει να αντιμετωπίζει την έμφυλη βία αποσπασματικά, αν η κοινωνία εξακολουθεί να δίνει βήμα στον σκεπτικισμό και την ενοχοποίηση του θύματος, τότε οι Κυριακές θα πολλαπλασιάζονται.
Και κάθε νέα γυναικοκτονία δεν θα είναι απλώς μια τραγωδία. θα είναι το αποτέλεσμα μιας συλλογικής αδιαφορίας που βαραίνει όλους μας.
Γιατί αν δεν αλλάξει τίποτα, η επόμενη δεν θα είναι η τελευταία.
Διαβάστε επίσης:







