Δεν ξέρω ακόμη σίγουρα αν ήθελα να μαζέψω ετούτες τις λέξεις μαζί. Αν τις ήθελα εδώ ως βάλσαμο σε σκισμένο δέρμα, ως μοιρολογίστρες σε τελετή, ως σωματοποίηση του άλγους. Δεν ξέρω να πω ποια ανάγκη με σπρώχνει να γράψω για εκείνη τη στιγμή που χωρίζει τους ανθρώπους σε αυτούς που ανεπίστρεπτα φεύγουν κι αυτούς που τσακισμένοι μένουν πίσω.
Όταν μετακόμισα στο τελευταίο μου σπίτι, το 2019, στο διπλανό διαμέρισμα ζούσε μια τυπική ελληνική οικογένεια. Ο σύζυγος, ας τον πούμε Γιάννη για την ιστορία, η γυναίκα του και οι δύο γιοί τους, λίγο πάνω από τα είκοσι. Άνθρωποι που τους μαθαίνεις μετά από λίγο καιρό μόνο από τα βήματά τους στη σκάλα.
Ερχόμαστε στον κόσμο χωρίς να έχουμε επίγνωση πως κάποια στιγμή θα τον αφήσουμε. Αυτή την επίγνωση την έχουν οι γύρω μας, κι όμως περνάνε χρόνια μέχρι να μας την παραδεχτούν. Στην αδερφή μου λέγαμε ότι το κουνέλι μας, ο Μπάμπης, είναι μαζί με τα άλλα κουνελάκια και τρώει καρότα με το κιλό, αντί να τρώει τα παχύφυτα της μαμάς.
Ο χάρτης που πάνω του ανάβουν τα φωτάκια μας δεν είναι απαραίτητο να είναι ένα ορθογώνιο επίπεδο χαρτί· σκέψου τον πολυδιάστατο. Άναψε το φωτάκι σου εκεί. Αυτοστιγμεί ανάβει και το δικό μου εδώ. Αυτές οι δυο λέξεις, το «εκεί» και το «εδώ», στην αλληλεπίδρασή τους είναι οι συντεταγμένες μας.
«Έχω βαρεθεί την ίδια ιστορία να επαναλαμβάνεται. Με ένα νεκρό, με 104, με 57, είναι η ίδια ιστορία αυτής της χώρας. Να σκοτώνει τα παιδιά της, να τα εγκαταλείπει και μετά να βγάζει αθώους όλους τους ενόχους στο δικαστήριο».
Έφυγες πριν χορτάσουμε την απέραντη θάλασσα της φωνής σου. Συντροφιά μας, θα έχουμε τώρα την αλήθεια σου που αιχμαλωτίστηκε μοναδικά σε κάθε σου ηχογράφηση.
«Θα ήθελα ένας αναγνώστης όταν τελειώνει ένα από τα βιβλία μου, να είναι στην κατάσταση που θα ήταν μετά από μια ταινία του Φελίνι ή μια συναυλία των Grateful Dead».
«Στόχος μου είναι να υπερασπιστώ τους ανθρώπους που βάλλονται και δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Ελπίζω να γίνουμε εμείς η μοίρα τους».