Για τον Γιάννη.

Όταν μετακόμισα στο τελευταίο μου σπίτι, το 2019, στο διπλανό διαμέρισμα ζούσε μια τυπική ελληνική οικογένεια. Ο σύζυγος, ας τον πούμε Γιάννη για την ιστορία, η γυναίκα του και οι δύο γιοί τους, λίγο πάνω από τα είκοσι. Άνθρωποι που τους μαθαίνεις μετά από λίγο καιρό μόνο από τα βήματά τους στη σκάλα.

Ο Γιάννης, γύρω στα 55, τον έβλεπα συχνά. Πάντα για λίγο. Στο ασανσέρ, στην είσοδο, σε εκείνα τα ενδιάμεσα της ημέρας που δεν ανήκουν σε κανέναν. Ένα «καλημέρα», ένα νεύμα. Μέχρι εκεί.

Κρατούσε το βλέμμα χαμηλά, σαν να προσπαθούσε να μη συναντήσει τίποτα – ούτε ανθρώπους, ούτε σκέψεις. Μόνο καμιά φορά, όταν ήμουν με τα παιδιά μου, ανέβαινε για λίγο στο πρόσωπό του κάτι σαν φως. Ένα χαμόγελο που ερχόταν και έφευγε γρήγορα, σαν να μην του ανήκε. Ίσως του θύμιζε τον εαυτό του όταν μεγάλωνε τους δικούς του γιούς.

Δεν τον ήξερα. Ούτε εκείνος εμένα.

Μέχρι πριν δύο μήνες.
Το βράδυ με τις κούτες.

Τον βρήκα στο ασανσέρ, φορτωμένο, σαν να μετέφερε όχι πράγματα αλλά χρόνια. Τον χαιρέτησα. Αυτή τη φορά δεν προσπέρασε τη στιγμή.
Ήθελε να μιλήσει.
Είχε ανάγκη να μιλήσει και σε ένα «άγνωστο» ίσως ήταν πιο εύκολο.

«Φεύγουμε».
Τον κοίταξα με απορία.

Η λέξη ακούστηκε μικρή για να χωρέσει όσα σήμαινε τελικά.

«Η τράπεζα μου πήρε το σπίτι».

Δεν είπε τίποτα άλλο. Δεν χρειαζόταν.

Βρεθήκαμε έξω, στην είσοδο, κάτω από εκείνο το φως που κάνει όλα τα πρόσωπα να μοιάζουν πιο κουρασμένα. Του πρόσφερα τσιγάρο.

«Δεν μπορώ», μου είπε. «Έχω λευχαιμία».

Το άφησε ανάμεσά μας όπως αφήνεις ένα αντικείμενο που δεν ξέρεις πού ανήκει.
Πάγωσα. Δεν είχα ιδέα τι να του πω.
Το κατάλαβε και με καθυσήχασε.
«Πάω καλύτερα τώρα, θα το ξεπεράσω».

Άρχισε να μου εξιστορεί την ζωή του τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Για την επιχείρησή του, το ανθοπωλείο, λίγο πιο κάτω από το σπίτι του. Για τα χρόνια που τα λουλούδια έμπαιναν και έβγαιναν από την πόρτα του μαγαζιού φρέσκα, ζωντανά. Για τις επιταγές που γύρισαν πίσω σαν κακές ειδήσεις. Για το δάνειο που πίστεψε ότι ίσως σώσει αυτό που είχε μάθει να κάνει από παιδί. Για την υποθήκη. Για την αρρώστια που ήρθε όταν άρχισε η τράπεζα να τον ψάχνει. Για το σπίτι που έγινε χαρτί. Για την επιχείρηση που χάθηκε και τον ίδιο που έμεινε μέσα της, ως υπάλληλος πια, σαν κάτι που δεν πρόλαβε να φύγει. Για πράγματα, προσωπικά, που θα μείνουν μεταξύ μας.

Δεν υπήρχε θυμός στη φωνή του. Μόνο μια φθορά. Σαν κάτι που είχε τελειώσει πριν το καταλάβει.

Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας, περισσότερο τον άκουγα.
Ένιωσα ότι αυτό είχε ανάγκη.
Δεν είχα και πολλά να του πω.

Κάποια στιγμή σταμάτησε.

«Δεν πειράζει», είπε. «Υγεία να έχουμε».

Η φράση ακούστηκε πιο άδεια απ’ όσο συνηθίζεται.

«Βρήκα ένα συμπαθητικό σπίτι εδώ κοντά».
Σχεδόν αυτοπαρηγορήθηκε.

Και μετά, χαμηλώνοντας κι άλλο τη φωνή:

«Μόνο τα λουλούδια δεν πήρα».
Λόγω και της δουλειάς του Γιάννη, το μπαλκόνι του ήταν πάντα γεμάτο με λουλούδια.

Τον κοίταξα.

«Τα άφησα στο μπαλκόνι. Στις ζαρντινιέρες».

Σήκωσε το βλέμμα, όχι σε μένα – πιο πέρα.

«Θα τα βλέπω από τη δουλειά από απέναντι».

Έκανε μια μικρή παύση.

«Τώρα που δεν θα ποτίζονται θα ξεραθούν».

Εκείνη τη στιγμή δεν μιλούσε για τα λουλούδια.

Ή ίσως μιλούσε μόνο για αυτά.

Χωρίσαμε χωρίς να πούμε κάτι σημαντικό. Του ευχήθηκα καλή αρχή και καλή τύχη και ότι όλα θα πάνε καλά.
Αυτά τα ευχολόγια που χρησιμοποιούμε όλοι, όταν δεν έχουμε τίποτα άλλο να πιαστούμε.
Μια «καληνύχτα», όπως όλες οι άλλες, μόνο που αυτή έμεινε λίγο περισσότερο στον αέρα.

Πέρασαν δύο μήνες.

Σήμερα το πρωί έμαθα ότι πέθανε.

Ανακοπή.

Στη δουλειά του.

Απέναντι από το παλιό του σπίτι.

Κοιτάζοντας τα ξεραμένα του λουλούδια.

Στη πόρτα του, στέκει ακόμα το αυτοκόλλητο από την εταιρεία διαχείρισης ακινήτων/ζωών.

Κοιτάζω τον ξεραμένο κισσό στο μπαλκόνι του Γιάννη.

Στη μία ζαρντινιέρα, έχει μείνει ένα μικρό λουλουδάκι.

Κάποια λουλούδια, λένε, αν τα αφήσεις χωρίς νερό, δεν ξεραίνονται αμέσως.

Απλώς στέκονται για λίγο ακόμα, σαν να περιμένουν.

Καθώς το κοιτάζω, άναψα ένα τσιγάρο για τον Γιάννη.

Διαβάστε επίσης:

«Οι θύτες τι φορούσαν;»

Αργοστόλι: Η Ελλάδα έχει ένα παιδί και ένα νεκρό κορίτσι

Μαρία Παπαγεωργίου: από τη γη στην Ανδρομέδα

Τελευταία άρθρα:

  • 39οΣυνέδριο ΓΣΕΕ – Κέρδισε ο Παναγόπουλος;
    Διάφορα

    39οΣυνέδριο ΓΣΕΕ – Κέρδισε ο Παναγόπουλος;

    Με την ολοκλήρωση των εργασιών του 39ου συνεδρίου, ένα κομμάτι του αστικού τύπου, εξέπεμψε το μήνυμα της επικράτησης, επανεκλογής κι ενίσχυσης του συνταξιούχου κι ελεγχόμενου προέδρου της ΓΣΕΕ.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Για τον Γιάννη.
    Ματιές

    Για τον Γιάννη.

    Όταν μετακόμισα στο τελευταίο μου σπίτι, το 2019, στο διπλανό διαμέρισμα ζούσε μια τυπική ελληνική οικογένεια. Ο σύζυγος, ας τον πούμε Γιάννη για την ιστορία, η γυναίκα του και οι δύο γιοί τους, λίγο πάνω από τα είκοσι. Άνθρωποι που τους μαθαίνεις μετά από λίγο καιρό μόνο από τα βήματά τους στη σκάλα.
    Διαβάστε περισσότερα
  • 24/5 στην Τεχνόπολη: Συναυλία για την ασφάλεια των τεχνικών αφιερωμένη στον Γιάννη Αρτόπουλο
    Culture

    24/5 στην Τεχνόπολη: Συναυλία για την ασφάλεια των τεχνικών αφιερωμένη στον Γιάννη Αρτόπουλο

    Σπουδαίοι καλλιτέχνες συνεργάτες του Γιάννη ενώνουν τις φωνές τους με τους θεατές σε μια βραδιά αλληλεγγύης και μνήμης, που θα υπενθυμίσει για όλους μας ότι η ασφάλεια και η ανθρώπινη υπόσταση στον χώρο εργασίας είναι μη διαπραγματεύσιμες αξίες. 
    Διαβάστε περισσότερα
  • Το Κ*ΒΟΞ γιορτάζει 14 χρόνια ζωής
    Θέματα

    Το Κ*ΒΟΞ γιορτάζει 14 χρόνια ζωής

    Το κοινωνικό κέντρο Κ*ΒΟΞ συμπληρώνει 14 χρόνια λειτουργίας με δεκαήμερο εκδηλώσεων.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Μαρία Παπαγεωργίου: από τη γη στην Ανδρομέδα
    Culture

    Μαρία Παπαγεωργίου: από τη γη στην Ανδρομέδα

    Φεύγοντας σκεφτόμουν ότι ανεβαίνω στις δρακολίμνες.
    Διαβάστε περισσότερα
  • «Οι θύτες τι φορούσαν;»
    Απόψεις

    «Οι θύτες τι φορούσαν;»

    Η κοινωνία θα επιμένει να ρωτά «τι έκανε εκείνη;» ή θα αρχίσει να ρωτά «τι έκαναν εκείνοι;»
    Διαβάστε περισσότερα