Πώς γλιτώνει ένα παιδί από την ακροδεξιά στην επαρχία
Όταν η Χρυσή Αυγή και τα κάθε είδους ακροδεξιά κατακάθια κάνανε επιδρομές στην επαρχία, σπέρναν μόνο φόβο και υπαρξιακές κρίσεις και θερίζαν ψηφαλάκια και επίδοξα μέλη, ο πρωταρχικός στόχος ήμασταν εμείς, τα αγόρια στην εφηβεία
Γεννήθηκα το 1999. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι πλέον η μέση μου με πονάει αν αναπνεύσω στραβά. Δεύτερον, ότι ήμουν 10 χρονών όταν ο Γιώργος Α. Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι βουλιάζουμε, και 11 χρονών όταν μας επιβλήθηκε -συγγώμη, υπογράψαμε- το πρώτο μνημόνιο.
Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για ένα παιδί Δημοτικού στην ελληνική επαρχία; Σημαίνει ότι οι γονείς του φτωχοποιήθηκαν εν μια νυκτί, και η μπάλα πήρε και το ίδιο. Σημαίνει ότι ένα σπίτι με τέσσερις ανθρώπους πλέον αιμορραγούσε για να φτάσουν οι μερίδες του μεσημεριανού. Σημαίνει ότι το χαρτζιλίκι στο σχολείο κόπηκε στα δύο.
Τι θα μπορούσε να σημαίνει, τώρα, αυτό για την ελληνική κοινωνία; Ότι αυτοί που θα την πληρώσουν -από τη μεσαία τάξη και κάτω δηλαδή- θα έψαχναν τους φταίχτες. Φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, φταίει το ΠΑΣΟΚ, φταίει η ΝΔ, φταίνε τα άστρα. Και στο ψάξιμο, η κουβέντα άρχισε να πλαταίνει. Φταίνε οι ξένοι, οι οποίοι μας λένε τεμπέληδες. Και στο τέλος, φταίνε οι ξένοι που έρχονται και μας παίρνουν τις δουλειές. Ή μας παίρνουν τα επιδόματα, επειδή κάθονται. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
Στην, όχι και τόσο, ώριμη ηλικία των 27, έχοντας ζήσει κάτι που μοιάζει αρκετό για τρεις ζωές, φτωχοποίηση, μετανάστευση, καραντίνα, αφόρητη εργασιακή εκμετάλλευση, διάλυση των πανεπιστημίων και της δημόσιας υγείας, Τέμπη -γιατί δυστυχώς ταιριάζουν παντού-, τη λεηλάτηση του εργασιακού στίβου από το AI, πλέον γνωρίζω πόσο αβάσιμα είναι τα παραπάνω επιχειρήματα. Και αυτός είναι ο λόγος που ντρέπομαι για τον δεκαπεντάχρονο εαυτό μου. Όταν η Χρυσή Αυγή και τα κάθε είδους ακροδεξιά κατακάθια κάνανε επιδρομές στην επαρχία, σπέρναν μόνο φόβο και υπαρξιακές κρίσεις και θερίζαν ψηφαλάκια και επίδοξα μέλη, ο πρωταρχικός στόχος ήμασταν εμείς, τα αγόρια στην εφηβεία. Και πολλοί από εμάς μπορεί να μη συμμετείχαμε, μπορεί να μην ψηφίσαμε όταν ήρθε η ώρα μας, αλλά η συνενοχή μας είναι δεδομένη.
Γιατί είσαι συνένοχος όταν δεν αντιδράς στον εκφασισμό ενός χωριού, κι άλλο τόσο όταν ακούς τόση από την προπαγάνδα και τα επιχειρήματά της, που θεωρείς τα φασιστικά δίποδα αναγκαίο κακό. Για να αγκαλιάσεις το τέρας του φασισμού, δεν πρέπει πρώτα να το αγαπήσεις. Πρέπει πρώτα να του ανοίξεις την πόρτα και να αναπνεύσεις τον ίδιο αέρα με αυτό. Πρέπει να το ακούσεις να μιλάει. Και ένα πρωί να το βρεις να κοιμάται στο μαξιλάρι δίπλα σου.
Ο φασισμός στην επαρχία έχει βάλει τα παιδιά στο μάτι ενός κυκλώνα και τα χτυπά ανελέητα. Τα ταΐζει διλήμματα που, αν δε γνωρίζεις ότι είναι κατάφωρα ψέματα, μοιάζουν βουνό. Αν δεν έχεις διαβάσει το φασισμό και κυρίως τη μάνα που το γεννάει, δηλαδή την παγκοσμοποιημένη αγορά και τις κρίσεις της, είσαι χαμένος μια φορά. Αν δεν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, με τις αντιφάσεις και τα ελαττώματά σου, με τα σκοτάδια σου, με τις κακές σκέψεις σου, με το ενδεχόμενο ο διπλανός σου να εκμεταλλευτεί μια καλή σου πράξη, είσαι δυο φορές χαμένος στο παιχνίδι του φασισμού. Αν τώρα η κοινωνία που σε μεγαλώνει μεγάλωσε δωσίλογους, ταγματασφαλίτες, χουντικούς, βασιλικούς, συντηρητικούς βόθρους, είσαι χαμένος δέκα φορές. Γιατί ο φασισμός θα βρει έδαφος γόνιμο να ριζώσει μέσα στις σχέσεις της καθημερινότητας, και δε θα είναι κανείς εκεί για να σε προστατεύσει.
Και τη λέξη τη χρησιμοποιώ πολύ συνειδητά. Τα παιδιά χρειάζονται προστασία. Πριν γίνεις θύτης του φασισμού, γίνεσαι θύμα του. Ξεριζώνεται ο άνθρωπος από μέσα σου και μένουν μόνο τα ένστικτα της ζούγκλας.
Με πληγώνει βαθιά να πρέπει να βάλουμε τα παιδιά να διαλέξουν πλευρά. Με πληγώνει βαθιά να πρέπει τα αγόρια, το κρέας για τα κανόνια τους, να σκοτώνουν την παιδικότητά τους για να κάνουν τα χατίρια του φασισμού ή για να τρέξουν και να τον γλιτώσουν. Με πληγώνει βαθιά που οι εχθροί μας είναι τόσο ανελέητοι που βάζουν τα παιδιά στη μέση. Με πληγώνει που αναγκαζόμαστε να παίξουμε ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, στο οποίο νιώθουμε ξένοι, νιώθουμε ότι προδίδουμε τις αξίες μας. Εμείς ονειρευόμαστε παιδιά που θα πλάσουν έναν κόσμο που θα τα αγκαλιάσει, θα τα κάνει τις καλύτερες εκδοχές τους. Ονειρευόμαστε παιδιά γεμάτα, ευτυχισμένα, παιδιά που θα κοιτάμε στα μάτια και στις ζωές τους θα βλέπουμε ό,τι δε μπορέσαμε να χαρούμε εμείς.
Κι εσείς ονειρεύεστε παιδιά που γίνονται μπουλούκια και σκοτώνουν, βρίζουν, απειλούν, κυνηγάνε, και γίνονται άδειοι ενήλικες, που δε ξέρουν που να κατευθύνουν τον θυμό και το μίσος τους.
Αυτό δε μπορώ να σας συγχωρήσω. Αυτό που κάνατε σε μας, αυτό που κάνετε στα παιδιά.
Αυτό δε μπορώ να σας συγχωρήσω. Που ο σκοπός σας έχει αγιάσει τα μέσα σας και έχετε γεμίσει τις πόλεις, τα χωριά, και τις ψυχές σκατά.
Ο αγώνας συνεχίζεται.
Παύλος Φύσσας παρών.
Διαβάστε επίσης:
Θα υπήρχε παγκοσμιοποίηση αν δεν υπήρχαν σύνορα;
Αντιφασιστικό Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών για τα Προσφυγικά





