«Υπήρχε ένας χώρος που τον έλεγαν “ντίσκο”, όπου έπαιζαν δυνατή μουσική ασταμάτητα για δύο ημέρες. Ήταν μία από τις πιο επώδυνες μεθόδους βασανισμού. Μας κρεμούσαν στους τοίχους, μας ψέκαζαν με κρύο αέρα και νερό ή μας έριχναν πιπέρι καγιέν».
Ακόμα μια περίπτωση αστυνομικής και δικαστικής πλάνης φτάνει στο ακροατήριο σε δεύτερο βαθμό, αυτή τη φορά του Κωνσταντίνου για την περιφορά της προσφυγοπούλας κούκλας Αμάλ στο Μεταξουργείο.
Σήμερα το πρωί ο Έλληνας υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, δήλωσε αυτολεξεί ότι: «Αυτοί που πήγαν με δική τους ευθύνη κρουαζιέρα, στηρίζουν τη Χαμάς και κανονικά πρέπει να πληρώσουν για τη μεταφορά τους στην πατρίδα».
Είναι, αλήθεια, πρωτοφανές αυτό που συμβαίνει στη χώρα. Οι πολίτες και η κοινωνική αντιπολίτευση να βρίσκονται πιο μπροστά από την κομματική αντιπολίτευση, η οποία δεν μπορεί να ακολουθήσει.
Ο Καμύ έλεγε: «Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’ αυτό που σε συνθλίβει».
Ανάμεσα στα ΜΑΤ και την πορεία· αυτή.
Η ιδέα της αστυνόμευσης εντός των καταυλισμών, θα ‘πρεπε να ‘ναι αυτονόητη. Όμως ποιας αστυνόμευσης;
Δεν έχω γράψει ποτέ -για τις προβολές μας – υπό το βάρος μιας απεργίας πείνας. Μιας απεργίας που συνεχίζεται για 19η μέρα -σήμερα- και είναι το αποτέλεσμα, της στοχευόμενης και χυδαίας πολιτικής της κυβέρνησης.
Πρωθυπουργός, αρμόδιοι υπουργοί, άφαντοι. Μόνο η κατάπτυστη ανακοίνωση του ΥΠΕΞ – που για σοβαρά διαβήματα ούτε λόγος -ασφαλώς-, μόνο χαδάκια στον στρατηγικό τους σύμμαχο. «Δεν προκύπτει ότι υπήρξε άσκηση βίας σε βάρος τους».