Σλάβικη απειλή
Οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, με αυτή την προαιώνια μαστοριά που κουβαλάει αυτός ο τόπος, με την ιδιαιτερότητα των Βαλκανίων, ενός ανατολίτικου θύλακα μέσα στον αποστειρωμένο δυτικό καθωσπρεπισμό, έγινε ένα χωνευτήρι για τις κουλτούρες της ευρύτερης περιοχής. Έχοντας περάσει οκτώ γεμάτα χρόνια της ζωής μου στη Θεσσαλονίκη, μπαίνοντας σε σπίτια φίλων και γνωστών όπου μιλιούνται και τραγουδιούνται Σλάβικα, Μακεδονικά, Ποντιακά, Τούρκικα, ένας οργασμός από φωνές, μουσικές, γεύσεις και μυρωδιές, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος που θέλει αυτό να το διώξει από πάνω του;
Ας ξεκινήσουμε με το νέο: στις 22 Δεκεμβρίου, έπαιζε στη Φλώρινα η Banda Entopica, μια μουσική παρέα που, σε όσους ζουν ή συχνάζουν στη Βόρεια Ελλάδα, εκφράζει και εκπροσωπεί έναν πολύ γνωστό ήχο. Ένα πάντρεμα από τις μουσικές και την κληρονομιά, που το πέρασμα των αιώνων έχουν αφήσει πάνω στη ζωντανή και πολύχρωμη ψυχή της Μακεδονίας και των γύρω περιοχών.
Αυτό, από μόνο του, δε θα ήταν νέο. Το νέο είναι πως ο δήμαρχος της πόλης, μαζί με μια πολύ μικρή μερίδα πολιτών, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, θεωρήσαν απαγορευτικό η μπάντα να τραγουδήσει στα Σλάβικα.
Κρατάω εδώ τα πιο σημαντικά σημεία από τη δημοσίευση:
«Δυστυχώς, δεχτήκαμε επιθέσεις και απειλές.
Συγκεκριμένα, ο δήμαρχος επενέβη την ώρα της εργασίας μας, προσβάλλοντας και φωνάζοντας στα μέλη της μπάντας.
Παράλληλα, άτομο από το κοινό ανέβηκε στη σκηνή σπρώχνοντας τον τρομπετίστα μας, ενώ απειλούσε ότι θα καλέσει το 100.
Φράσεις όπως «εγώ σας πληρώνω», «στην πόλη μου δεν θα τραγουδάτε τέτοια τραγούδια», «ποιος σας άφησε να τραγουδήσετε Σλάβικα;», που ειπώθηκαν από τον δήμαρχο, είναι απαράδεκτες και κατακριτέες.»
Πριν προχωρήσω στο βασικό κομμάτι της κουβέντας που θα ήθελα να ανοίξω, θέλω να κάνω μια ερώτηση, και πριν από την ερώτηση, μια διαπίστωση:
«Θέλουμε να ευχαριστήσουμε την παρέα Φωτιά Χαμάμ για την πρόσκληση και τη διοργάνωση της συναυλίας μας και να ξεκαθαρίσουμε ότι ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ του δημάρχου.»
Ο δήμαρχος και κανένας δημότης δεν «πλήρωσε» την Banda Entopica, για να κοπούν και αυτές οι μαγκιές. Και τώρα πάμε στην ερώτηση. Πόσα λεφτά παίρνει μια τέτοια μπάντα; Όσα και να παίρνει, είναι ένας δήμαρχος τόσο αλαφροΐσκιωτος που τον ενοχλεί αυτή η «κατασπατάληση» του δημόσιου χρήματος, την ώρα που αυτοί που όντως πληρώνει του κάνουν το βίο αβίωτο; Ή, πολύ απλά, για να ασχολείται με ένα μη-θέμα, δεν είναι από αυτούς που του κάνουν το βίο αβίωτο, και ανήκει στο συνάφι τους.
Δε θέλω να ασχοληθώ άλλο με το δήμαρχο, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Οι δημότες που τον βγάλανε, μάλλον κάτι θα ξέρουν. Θέλω να σταθώ σε κάτι που με στεναχωρεί: πώς γίνεται έναν πολιτισμό σαν αυτόν που δεδομένα κουβαλάμε, και για τον οποίον είμαστε τόσο περήφανοι, να μην τον γνωρίζουμε; Ο ελληνικός πολιτισμός, σε βάθος αιώνων και χιλιετιών ήταν μάστορας στο μπόλιασμα χαρακτηριστικών ετερόκλητων. Ήταν τέτοιος ο πλούτος του και τέτοια η ελευθερία που τον χαρακτήριζε, που συνεχώς προόδευε, έφτιαχνε τη δικιά του πραγματικότητα και την έκανε κομμάτι του παγκόσμιου γίγνεσθαι.
Οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, με αυτή την προαιώνια μαστοριά που κουβαλάει αυτός ο τόπος, με την ιδιαιτερότητα των Βαλκανίων, ενός ανατολίτικου θύλακα μέσα στον αποστειρωμένο δυτικό καθωσπρεπισμό, έγινε ένα χωνευτήρι για τις κουλτούρες της ευρύτερης περιοχής. Έχοντας περάσει οκτώ γεμάτα χρόνια της ζωής μου στη Θεσσαλονίκη, μπαίνοντας σε σπίτια φίλων και γνωστών όπου μιλιούνται και τραγουδιούνται Σλάβικα, Μακεδονικά, Ποντιακά, Τούρκικα, ένας οργασμός από φωνές, μουσικές, γεύσεις και μυρωδιές, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος που θέλει αυτό να το διώξει από πάνω του;
Πως γίνεται Έλληνες, να νιώθουν ξένοι στο ίδιο τους το σπίτι; Πώς τολμάνε μερικοί να ζητάνε από όλα τα φύλα που έφτιαξαν αυτή τη φλύαρη, φιλόξενη, τραγουδιάρα, γλεντζέδικη σούπα από πολιτιστικά στοιχεία, να ξεχάσει το παρελθόν της; Να απαρνηθεί αυτό που είναι, για να μην απειλεί τις πιο ταπεινές καταγωγές; Μήπως θέλετε κι εμείς οι Σμυρνιοί να πετάξουμε τις κανέλες, τα μπαχάρια, τα μοσχοκάρυδα και τα γαρύφαλα; Μήπως και το μπούκοβο που έβαζε ο παππούς μου στη φέτα;
Για να είμαι ειλικρινής, ποσώς με ενδιαφέρει τι πραγματεύεται το τραγούδι, και δε θα κάτσω να το ψάξω καν. Δε θα το ψάξω καν, γιατί είναι μια δικαιολογία που χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Η Φλώρινα πεθαίνει και τον δήμαρχο τον απασχολεί τι τραγουδάει το λιγοστό νεαρό στοιχείο που ακόμα το παλεύει στην πόλη. Και θέλει ύστερα να τον πιστέψουμε ότι νοιάζεται για το ελληνικό στοιχείο.
Αφήστε το ελληνικό στοιχείο να παλέψει τη σκατίλα που του έχετε φορτώσει, μ’ όποιον τρόπο νιώθει. Αν είχατε δώσει στα παιδιά τα εφόδια να μην ξυπνάνε κάθε μέρα στάζοντας από τον ιδρώτα του άγχους της καθημερινότητας, μπορεί και να κάναμε άλλη κουβέντα. Μέχρι τότε, σταματήστε να κρύβετε την ανικανότητα σας κάτω από σλάβικα χαλιά.
Υ.Γ. Πείτε στους αγρότες ότι το μόνο μποϊκοτάζ που έρχεται είναι στα διόδια, όχι στα προϊόντα τους. Σκίστε την Ελλάδα σε όσα κομμάτια χρειάζεται μέχρι να δικαιωθεί ο αγώνας σας.
Χρησιμοποιώ τα λόγια ενός πανό που αναρτήθηκε στη Λαμία, από το Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι:
Η κοινωνία που δε σέβεται τα χέρια που την ταΐζουν
είναι μια σάπια κοινωνία
Φωτογραφία: Παναγιώτης Μαργαρώνης
Διαβάστε επίσης:
Η απεργία ηθοποιών – μουσικών – τεχνικών και το αίτημα για ΣΣΕ





