«Ασυμβίβαστα» Συμβιβασμένοι
Δεδομένο 1: Στην Ελλάδα η διάκριση των εξουσιών είναι ανέκδοτο. Κι όχι, γι’ αυτό δεν ευθύνεται η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη, ούτε ο Σύριζα του Τσίπρα, ούτε το ΠΑΣΟΚ του Αντρέα – το ίδιο το πολίτευμα, με ζιβάγκο, με γραβάτα ή χωρίς, ζητάει τη νομοθετική εξουσία σε σφιχτή αγκαλιά με την εκτελεστική. Κι άρα, πώς να διαχωρίσεις κάτι de facto σφιχταγκαλιασμένο; Τρέχα γύρευε…
Εξηγούμαι: Για να σχηματίσεις κυβέρνηση χρειάζεσαι το 51% των βουλευτών. Κι άρα, εκ των πραγμάτων, για να πάρεις το χρίσμα της εκτελεστικής, θες την πλειοψηφία της νομοθετικής. Ούτως ειπείν, ένας πρωθυπουργός στην Ελλάδα ελέγχεται απ’ τη βουλή που ελέγχει. Με συνταγματική κατοχύρωση. Βάλε και τα μπόνους, τα δώρα, τις στατιστικές ευκολίες του εκλογικού νόμου, κι ορίστε το δημοκρατικό μας τηλεπαιχνίδι. Εκλογές, κυβέρνηση, σκάνδαλα, εξεταστικές παρωδίες, ω τι ωραίο πλιάτσικο, παραίτηση τι σπάνιο πράγμα,ω τι κόσμος μπαμπά και πάλι απ’ την αρχή. Τι έχουν τα έρμα και ψοφούν;
Δεδομένο 2: Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τα παραπάνω. Ο τίμιος ψηφοφόρος επειδή φαντάζουν ψιλά γράμματα σ’ έναν οχετό σήψης, ο κομματικός ψηφοφόρος επειδή είναι βολεμένος σ’ έναν καταρράκτη (παρα)κρατικής επιχορήγησης, το ίδιο το πολιτικό σύστημα επειδή βολεύεται με λιγότερη δημοκρατία και πιο σφιχτά λουριά στις καρέκλες της εξουσίας. Σημαντική παρατήρηση, ώστε να μην περάσει ως καλόπιστη λύση, κάτι που, εκ πρώτης όψεως φαίνεται όντως καλόπιστο. Ασυμβίβαστο.
Μη γελαστείς, καμιά διάθεση δεν έχει η κυβέρνηση να δει (πολλώ δε μάλλον να ενοχλήσει) τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Όχι επειδή το λέω εγώ, μα επειδή η ίδια το παραδέχεται – αιτία της περίφημης πρότασης περί ασυμβίβαστου βουλευτών και υπουργών είναι η καταπολέμηση της διαχρονικής πολιτικής ασθένειας που ακούει στ’ όνομα ρουσφέτι. Βέβαια, αυτό που δεν παραδέχεται είναι πως ούτε και το ρουσφέτι επιζητά να πολεμήσει, αφού, παρουσία ελέφαντα, όλα χωράνε να κρυφτούν από πίσω. Ας ρίξουμε μια ματιά.
Πρώτα-πρώτα, αν θες να πολεμήσεις τα ρουσφέτια, κάνεις το πιο απλό: τα πολεμάς! Ερευνάς τις φήμες, επιβεβαιώνεις την αλήθεια, αποπέμπεις για πάντα απ’ την κομματική σου αγκάλη το βουλευτή που παραστράτησε. Τον οδηγείς ελόγου σου στον τάκο, ψηφίζεις την άρση της ασυλίας του, αποδεικνύεις την τιμιότητα της γυναίκας του Καίσαρα. Έχει κόστος; Έχει. Όμως όλα σ’ αυτή τη ζωή έχουν το κόστος τους, κι ίσως το όφελος μιας καθαρής διαδρομής να μπορούσε, σε βάθος χρόνου, ν’ αντισταθμίσει την αρχική χασούρα. Ας πούμε ωστόσο ότι το κόστος είναι βαρύ, και δύσκολο, και χρειάζεται θεσμικό αντίβαρο. Καθαρίζει η κόπρος με το ασυμβίβαστο; Αστεία πράγματα…
Απ’ τη μια μεριά, οι νόμοι έχουν παράθυρα και τα παράθυρα στην Ελλάδα είναι συνήθως ευρύχωρα. Εφόσον, για παράδειγμα, η παραίτηση βουλευτή προβλέπει την αντικατάστασή του με τον επόμενο σε ψήφους του ίδιου κόμματος, ποιος εγγυάται πως θ’ αποφύγουμε τη φάρσα: να παραιτηθεί ο νεοεκλεγείς βουλευτής, κι αμέσως μετά να υπουργοποιηθεί. Η κυβέρνηση διατηρεί άθικτα τα ποσοστά της, κι ο ρουσφετολόγος κάθεται ωραιότατα στην υπουργική καρέκλα του. Αλφαδιά.
Απ’ την άλλη, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως αντίστοιχα παράθυρα θα μπαζωθούν χωρίς ραγίσματα, και πάλι το ζήτημα παραμένει: τι αλλάζει στο ρουσφέτι; Απλώς περνάει, απ’ το χέρι του κάθε υποψήφιου, στο κεντρικό, μεγάλο χέρι του κόμματος. Κεντρική διαχείριση, καλύτερος έλεγχος, ζύγισμα κόστους-οφέλους, τελικά απλώς θα έχουμε ρουσφέτι 2.0, όπως ορίζει η σύγχρονη ρεμούλα. Γιατί το πρόβλημα είναι και παραμένει ότι ο βουλευτής/υπουργός, ή ο βουλευτής ΚΑΙ ο υπουργός της κυβερνητικής πλειοψηφίας, ανήκουν και θα ανήκουν στο ίδιο κόμμα. Μοιραία συνεργάζονται και θα συνεργάζονται, είτε ίδιο πρόσωπο, είτε διαφορετικά.
Κι οπότε, αφού μια τρύπα στο νερό θα κάνει η αναθεώρηση περί ασυμβίβαστου, γιατί προτείνεται; Μα πολύ απλά επειδή κάτι πρέπει να προταθεί. Κάπως πρέπει να φανεί ότι η Νέα Δημοκρατία λαμβάνει σοβαρά υπόψιν τις αλλεπάλληλες κατηγορίες που την κυνηγάνε. Και με την ευκαιρία, να φορτώσει την ευθύνη ενός ακόμα σκανδάλου σ’ έναν ακόμη ασαφή αποδιοπομπαίο τράγο που αυτή τη φορά έχει τη μορφή του βουλευτή. Κάπως έτσι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης γι’ άλλη μια φορά θα πείσει ότι δεν γνώριζε τι ποιεί η δεξιά του, όμως έμαθε και λαμβάνει τα μέτρα του. Το ‘χει ξανακάνει. Έπιασε. Και θα ξαναπιάσει.
Κι η ελληνική δημοκρατία; Έλα τώρα, εδώ έχουμε δουλειές, έχουμε να εκσυγχρονίσουμε τη χώρα, με δημοκρατίες θ’ ασχολούμαστε; Ας φάει παντεσπάνι…
Φωτογραφία: Eurokinissi
Διαβάστε επίσης:
Στήλη Άλατος: Πρόεδρος της δεινοκρατίας.






