Από το τραύμα της δολοφονίας στο τραύμα της συγκάλυψης
Το τραύμα της δολοφονίας στα Τέμπη έχει μεταμορφωθεί σε ένα υποσύνολο τραυμάτων που αθροιστικά διογκώνονται. *της Βάλιας Τσιριγώτη
Γράφει η Βάλια Τσιριγώτη
Ας δοκιμάσουμε να κλείσουμε μαζί για λίγο τα μάτια μας και να μεταφερθούμε μέσα σε ένα δωμάτιο. Είναι ένα δωμάτιο όπου η ζωή ρέει, τα αντικείμενα βρίσκονται στη θέση τους και ο χρόνος ακολουθεί την πορεία του. Η πορεία αυτή επιτρέπει στον χρόνο να καθίσει διαδοχικά στις καρέκλες του: παρελθόν, παρόν και έπειτα μέλλον. Και μετά ξανά, παρελθόν, παρόν, μέλλον ή ακόμα πιο σωστά μέλλον που γίνεται παρόν κι ύστερα παρελθόν και συνεχίζει ο κύκλος.
Ας υποθέσουμε πως τώρα ξαφνικά μέσα σε αυτό το δωμάτιο οι τοίχοι γκρεμίζονται, ο κόσμος όπως τον ξέραμε διαλύεται, τα αντικείμενα χάνουν τη θέση τους και οι καρέκλες του χρόνου συνθλίβονται.
Τι φαντάζεστε πως θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα κάνατε μέσα σε αυτό το δωμάτιο;
Ίσως οι περισσότεροι να απαντήσετε πως θα ψάχνατε τρόπο να φύγετε ή πως θα φωνάζατε βοήθεια, μα αυτό που συνήθως κατά βάθος οι άνθρωποι αποζητούμε, τις στιγμές κατά τις οποίες ο κόσμος όπως τον ξέραμε γκρεμίζεται, είναι έναν μάρτυρα στο μαρτύριό μας. Οι άνθρωποι αποζητούμε εκείνο το βλέμμα που θα μας επιβεβαιώσει πως όλα όσα συνέβησαν ήταν αλήθεια, πως δεν είμαστε μόνες και μόνοι και μόνα και πως αυτή η οδύνη που νιώθουμε για τον κόσμο που γκρεμίστηκε είναι υπολογίσιμη. Σημαίνει κάτι. Δεν ήταν απλά μια κακιά στιγμή.
Όπως εκείνο το «Πείτε μου ότι είμαι ζωντανός», που ήταν η πρώτη φράση του απεγκλωβισμού του 21 χρόνου επιζώντα του φλεγόμενου πλοίου Euroferry το 2022. Αυτό το «πείτε μου», συγκλονιστικό στις μικρές στοιχισμένες λέξεις του, δεν αποτελεί μονάχα μια συγκινητική επιβεβαίωση της ύπαρξης, τον τρόπο που αποζητούμε ο ένας να ζήσουμε μέσα από την άλλη/τον άλλο, αλλά μοιάζει να αποτελεί μια αβυσσαλέα ανάγκη επιβεβαίωσης της οδύνης που προηγήθηκε.
Το τραύμα της δολοφονίας στα Τέμπη έχει μεταμορφωθεί σε ένα υποσύνολο τραυμάτων
Το τραύμα της δολοφονίας στα Τέμπη δεν αποτελεί μονάχα ένα συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που νιώθει αβοήθητη από το κράτος και που το κράτος αδιαφορεί για τα θύματα και τις οικογένειες τους. Το τραύμα της δολοφονίας στα Τέμπη έχει μεταμορφωθεί σε ένα υποσύνολο τραυμάτων που αθροιστικά διογκώνονται, υποτιμώντας τόσο την οδύνη των επιζώντων και των οικογενειών αλλά στέλνοντας και ένα ηχηρό μήνυμα που λέει: «Τα παιδιά σας θα μείνουν τα φαντάσματα της Ιστορίας. Θα θάψουμε κάθε ίχνος και θα κάνουμε πως ποτέ δεν υπήρξαν. Θα τσιμεντώσουμε κάθε συντρίμμι και κάθε υπόλειμμα και περισσότερο από όλα θα τσιμεντώσουμε τη μνήμη.»
Γιατί μέσα σε αυτή τη ρωγμή εκείνου του δωματίου που γκρεμίστηκε, ο χρόνος όταν επέστρεψε να βρει τη θέση του ανάμεσα στα ερείπια, χωρίς τους απαραίτητους μάρτυρες να τον εμποδίσουν, κατάφερε να κάτσει σε μια καινούργια καρέκλα, εκείνη της απουσίας και να γίνει χρόνος απόντας, χρόνος που αποκλείει τις φωνές των νεκρών.
Ο τωρινός απόντας χρόνος είναι ο χρόνος της συγκάλυψης. Ο απόντας χρόνος είναι εκείνος που δεν μπορεί ούτε να γίνει παρελθόν, ούτε παρόν, αλλά ούτε και να προχωρήσει σε μέλλον. Ο χρόνος της συγκάλυψης μας εγκλωβίζει σε ένα επαναλαμβανόμενο, παρατεταμένο τραύμα που καταλύει κάθε έννοια του ανθρώπινου. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς σημάδια, χωρίς δικαίωμα στο πένθος, η λύση βρίσκεται μόνο στα χέρια μας: εμείς να γίνουμε οι μάρτυρες, εμείς να «προσπαθήσουμε να σώσουμε το κορίτσι, όχι από το θάνατο ή την ασθένεια, ή τον τύραννο» αφού εκεί δεν προφτάσαμε, αλλά από τη λήθη. Από αυτήν να σώσουμε. Εμείς είμαστε εδώ. Και είμαστε μαζί σας. Με τους ανθρώπους που χάθηκαν και με τις οικογένειες των θυμάτων.
Φωτογραφία: Μαρία Γαλάτη





