Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις

Γαλλία

Κάπου ανάμεσα στην ατομική ευθύνη και την πολιτική ανευθυνότητα, η κοινωνία μοιάζει να έχει βρει τον τρόπο να εξηγεί τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτεί κανείς.

Φταίω εγώ που μπήκα στο τρένο των Τεμπών. Φταίω εγώ που κάηκε το σπίτι μου, επειδή βρισκόταν κοντά σε δασική έκταση. Φταίω εγώ που γεννήθηκα σε μια χώρα με πόλεμο και ο μόνος τρόπος να φύγω είναι να θαλασσοπνιγώ στο Αιγαίο με μια βάρκα. Φταίω εγώ που το εκπαιδευτικό σύστημα καταρρέει, επειδή δεν έχω αρκετό ενδιαφέρον για να μάθω. Φταίω εγώ που δουλεύω δεκαέξι ώρες την ημέρα για να πληρώσω το ενοίκιο στη γειτονιά όπου μεγάλωσα.

Κάπου ανάμεσα στην ατομική ευθύνη και την πολιτική ανευθυνότητα, η κοινωνία μοιάζει να έχει βρει τον τρόπο να εξηγεί τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτεί κανείς.

Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν αφήνει μια γενιά να βλέπει τις εκπαιδευτικές της προοπτικές να περιορίζονται, δεν μπορεί να εκπλήσσεται όταν αυτή βγαίνει στους δρόμους. Όταν μια κυβέρνηση υποβαθμίζει τις δημόσιες υπηρεσίες, αφήνει τις ανισότητες να διευρύνονται και αντιμετωπίζει τις ανάγκες των νέων ως δημοσιονομικό βάρος, δεν μπορεί να απαιτεί από εκείνους που υφίστανται τις συνέπειες να παραμένουν σιωπηλοί, ευγνώμονες και υπάκουοι.

Όταν σπέρνεις αδιαφορία, θερίζεις οργή.

Η Γαλλία των τελευταίων εβδομάδων αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2026, με αφετηρία σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών του Παρισιού, εξαπλώθηκαν σε δεκάδες πόλεις. Οι μαθητές διαμαρτύρονται για τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, τις ακατάλληλες σχολικές υποδομές, τις υπερπλήρεις αίθουσες και τις άνισες εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Στο σχολείο Πολ-Ελουάρ, στο Σεν-Ντενί, περιέγραψαν μια καθημερινότητα με φθαρμένα κτίρια, ελλείψεις προσωπικού και αίθουσες που γίνονται αφόρητες μέσα στη ζέστη. Το αίτημά τους δεν είναι αόριστο. Θέλουν ένα δημόσιο σχολείο που να τους προσφέρει πραγματικές δυνατότητες μάθησης και εξέλιξης.

Η διαμαρτυρία για την εκπαίδευση συνδέθηκε σταδιακά με μια ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια. Το κόστος ζωής, οι πιέσεις στα νοικοκυριά, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και η αίσθηση πολιτικής αδυναμίας έφεραν στον δρόμο μαθητές, φοιτητές, εργαζομένους και συνδικάτα. Στις 17 Οκτωβρίου, η κινητοποίηση πήρε πανεθνικές διαστάσεις, ενώ σε αρκετές πόλεις σημειώθηκαν βανδαλισμοί και συγκρούσεις με την αστυνομία. Η κυβέρνηση απάντησε με αυστηρές προειδοποιήσεις και μέτρα δημόσιας τάξης.

Και εδώ προκύπτει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα. Γιατί η συζήτηση για όσα συμβαίνουν κινδυνεύει να περιοριστεί στην εικόνα ενός σπασμένου καταστήματος ή μιας καμένης πρόσοψης, αφήνοντας εκτός κάδρου όσα προηγήθηκαν;

Η οργή των νέων δεν γεννιέται στο κενό. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά, επειδή μια γενιά αποφάσισε συλλογικά να γίνει αχάριστη ή παραβατική. Διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Και όταν αυτές επιδεινώνονται, η δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή η κυβέρνηση αρνείται να την ακούσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κοινωνική έκρηξη είναι αναπόφευκτη ή ότι κάθε άνθρωπος που συμμετέχει σε επεισόδια εκφράζει τα ίδια αιτήματα με όσους διαδηλώνουν «ειρηνικότερα». Σημαίνει, όμως, ότι η ευθύνη για τις πράξεις ενός ανθρώπου δεν εξαντλεί τη συζήτηση για τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτές εκδηλώνονται.

Η Γαλλία δεν είναι η μόνη χώρα όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια συνδέεται με την ακρίβεια, τις ελλείψεις στις δημόσιες υπηρεσίες, την εκπαίδευση, τη διαφθορά και την απουσία προοπτικής. Από την Ιταλία έως την Αλβανία, οι αιτίες και οι πολιτικές συνθήκες διαφέρουν, αλλά επανέρχεται ένα κοινό ερώτημα. Τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι οι θεσμοί που υποτίθεται πως οργανώνουν και προστατεύουν τη συλλογική ζωή δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους;

Ποιος φταίει όταν η νεολαία οργίζεται;

Η απάντηση που προσφέρεται συχνά είναι απλή. Φταίμε εμείς οι ίδιοι. Οι νέοι δεν προσπαθούν αρκετά, δεν σέβονται τους θεσμούς, δεν έχουν μάθει να διεκδικούν με τον σωστό τρόπο. Οι φτωχοί δεν διαχειρίζονται σωστά τα χρήματά τους. Οι εργαζόμενοι δεν οργανώνουν αποτελεσματικά τον χρόνο τους. Οι άνθρωποι που χάνουν τα σπίτια τους δεν έλαβαν τις σωστές αποφάσεις. Οι πρόσφυγες επέλεξαν να φύγουν. Οι μαθητές δεν ενδιαφέρονται να μάθουν.

Έτσι, η συζήτηση μετατοπίζεται σταθερά από τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι στις επιλογές που κάνουν μέσα σε αυτές. Δεν εξετάζουμε ποιος ευθύνεται για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, αλλά γιατί κάποιος επιβιβάστηκε στο τρένο. Δεν συζητάμε την πρόληψη των πυρκαγιών και την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού, αλλά το πού επέλεξαν οι άνθρωποι να χτίσουν το σπίτι τους. Δεν αναρωτιόμαστε ποιες συνθήκες αναγκάζουν κάποιον να εγκαταλείψει τη χώρα του, αλλά γιατί θέλει να φτάσει στην Ευρώπη. Δεν εξετάζουμε τις ανισότητες στην εκπαίδευση, αλλά την έλλειψη κινήτρου των μαθητών. Δεν συζητάμε τους μισθούς, την εργασιακή επισφάλεια και τη στεγαστική κρίση, αλλά γιατί ο εργαζόμενος δεν καταφέρνει να οργανώσει καλύτερα τη ζωή του.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ατομικές επιλογές δεν έχουν συνέπειες. Είναι ότι αντιμετωπίζονται ως η μοναδική αιτία αυτών των συνεπειών, λες και όλοι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, διαθέτουν τους ίδιους πόρους και έχουν την ίδια δυνατότητα να προστατευτούν από τις κρίσεις.

Δεν έχουν όλοι οικογενειακή περιουσία για να αντιμετωπίσουν μια οικονομική κρίση, τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση ή ένα δίχτυ ασφαλείας που θα τους προστατεύσει από μια αποτυχία. Για κάποιους, μια λανθασμένη επιλογή μπορεί να είναι μια προσωρινή αναποδιά. Για άλλους, μπορεί να σημαίνει απώλεια στέγης, αποκλεισμό ή χρόνια ανασφάλεια. Κι όμως, η κοινωνία συχνά επιμένει να κρίνει τα αποτελέσματα σαν να ήταν προϊόντα ενός δίκαιου και ισότιμου ανταγωνισμού.

Αυτή είναι μία από τις βασικές αντιφάσεις της νεοφιλελεύθερης αντίληψης της κοινωνίας. Ενώ οι οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις διαμορφώνουν τις δυνατότητες των ανθρώπων, οι συνέπειές τους παρουσιάζονται ως ατομικές υποθέσεις. Η κοινωνία εξακολουθεί να παράγει ανισότητες, αλλά ο άνθρωπος καλείται να αναλάβει μόνος του την ευθύνη για την αντιμετώπισή τους.

Και η ιδέα αυτή δεν περιορίζεται στην οικονομία. Επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ο ένας τον άλλον. Το «εγώ να είμαι καλά και ας πεθάνει η κατσίκα του γείτονα» δεν αφορά πλέον μόνο την αδιαφορία για τη δυστυχία του διπλανού. Αφορά και την πεποίθηση ότι, αν ο διπλανός δυστυχεί, μάλλον κάτι έκανε λάθος. Ότι αν δεν τα κατάφερε, δεν προσπάθησε αρκετά. Ότι αν βρίσκεται στο περιθώριο, κάπως το επέλεξε ή, τουλάχιστον, δεν έκανε όσα έπρεπε για να ξεφύγει από αυτό.

Έτσι, ο ατομικισμός δεν μας απομακρύνει απλώς από τα προβλήματα των άλλων. Μας πείθει ότι δεν έχουμε καμία ευθύνη απέναντί τους. Η κοινωνική αδικία μετατρέπεται σε προσωπική αποτυχία και η αλληλεγγύη σε προαιρετική πράξη καλοσύνης, αντί να αναγνωρίζεται ως αναγκαία προϋπόθεση μιας κοινωνίας που θέλει να προστατεύει τα μέλη της.

Η εξουσία που δεν φταίει ποτέ

Η εξατομίκευση της ευθύνης δεν αποτελεί μόνο μια άδικη ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Έχει και πολιτικές συνέπειες. Αν η φτώχεια είναι ατομική αποτυχία, η διεκδίκηση καλύτερων μισθών χάνει τη συλλογική της διάσταση. Αν η στεγαστική επισφάλεια είναι προσωπικό πρόβλημα, η ανάγκη για στεγαστική πολιτική υποβαθμίζεται. Αν η εκπαιδευτική αποτυχία αποδίδεται αποκλειστικά στον μαθητή, οι δομές και οι πολιτικές που διαμορφώνουν το σχολείο μένουν εκτός ελέγχου.

Όταν κάθε πρόβλημα μετατρέπεται σε ατομική υπόθεση, αποδυναμώνεται και η δυνατότητα να αναγνωριστεί ως κοινό πρόβλημα που απαιτεί συλλογική λύση. Οι σχέσεις εξουσίας και η άνιση κατανομή των πόρων παύουν να αποτελούν αναγκαία μέρη της συζήτησης. Αν όλοι είμαστε αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη θέση μας, τότε οι διαφορές ανάμεσά μας παρουσιάζονται ως φυσικό αποτέλεσμα των επιλογών μας και όχι ως αποτέλεσμα ενός συστήματος στο οποίο οι δυνατότητες και η ισχύς δεν κατανέμονται ισότιμα.

Η εξουσία δεν χρειάζεται να αρνηθεί ότι υπάρχουν προβλήματα. Αρκεί να αρνηθεί ότι έχει ευθύνη γι’ αυτά.

Η Πολιτεία μπορεί να εμφανίζεται ως ουδέτερος παρατηρητής, ακόμη κι όταν οι πολιτικές της καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι μορφώνονται, εργάζονται, στεγάζονται και μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Μπορεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των επιλογών της ως προβλήματα συμπεριφοράς των πολιτών και να ζητά από εκείνους να προσαρμοστούν σε συνθήκες που δεν επέλεξαν.

Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις 

Αν κάτι αναδεικνύουν οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία, είναι ότι μια γενιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται διαρκώς ως το πρόβλημα και ταυτόχρονα να καλείται να αποδεχτεί σιωπηλά τις συνθήκες που της κληροδοτούνται. Όταν οι μαθητές ζητούν εκπαιδευτικούς και αξιοπρεπή σχολεία, το αίτημά τους δεν αφορά μόνο τις αίθουσες στις οποίες κάνουν μάθημα. Αφορά τις δυνατότητες που θα έχουν να μορφωθούν, να εξελιχθούν και να διεκδικήσουν τη θέση τους στην κοινωνία.

Μια Πολιτεία που δεν επενδύει επαρκώς σε αυτές τις δυνατότητες δεν μπορεί να απαιτεί από τη νεολαία να εμπιστεύεται απεριόριστα τις υποσχέσεις της. Δεν μπορεί να περιορίζει τις ευκαιρίες της και ύστερα να απορεί για την απογοήτευσή της. Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει τις κοινωνικές ανισότητες ως αναπόφευκτες και την οργή που γεννούν ως ανεξήγητη.

Η οργή, βέβαια, δεν είναι πάντοτε πολιτικά συνειδητοποιημένη ούτε οδηγεί αναγκαστικά σε συλλογική διεκδίκηση. Μπορεί να στραφεί εναντίον των θεσμών και των σχέσεων εξουσίας, αλλά μπορεί να στραφεί και εναντίον άλλων κοινωνικών ομάδων που βιώνουν παρόμοια ανασφάλεια. Σε αυτό το έδαφος, η ακροδεξιά μπορεί να εκμεταλλευτεί τη δυσαρέσκεια, να της προσφέρει εύκολους ενόχους και να μετατρέψει την κοινωνική ανασφάλεια σε εχθρότητα απέναντι στους πιο ευάλωτους. Και για αυτό θα φταίνε οι κυβερνήσεις που, σχεδόν ηθελημένα, δεν ήθελαν να τον αποτρέψουν.

Μια νέα γενιά μπορεί να αντιδράσει, αλλά μπορεί και να φοβηθεί, να αποσυρθεί και να παραιτηθεί από κάθε προσδοκία αλλαγής. Η Πολιτεία δεν καθορίζει μηχανικά ποια αντίδραση θα επικρατήσει. Διαμορφώνει, όμως, τις συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσονται. Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση τους νέους που βγαίνουν στους δρόμους, αλλά τι έχει κάνει ώστε να μη νιώθουν ότι η οργή είναι ο μόνος τρόπος να ακουστούν.

Το «ό,τι σπέρνεις, θερίζεις» σημαίνει ότι οι πολιτικές επιλογές έχουν συνέπειες, ακόμη κι όταν εκείνοι που τις λαμβάνουν προτιμούν να τις αγνοούν. Η υποβάθμιση της εκπαίδευσης, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η αδιαφορία για τις ανάγκες μιας γενιάς δεν εξαφανίζονται επειδή δεν αποτελούν κυβερνητική προτεραιότητα. Συσσωρεύονται και επιστρέφουν ως απογοήτευση, δυσπιστία και αμφισβήτηση.

Όταν ο Μακρόν σπέρνει αδιαφορία για τις ανάγκες της νεολαίας, θερίζει αμφισβήτηση. Και όταν μια κυβέρνηση αφήνει τους ανθρώπους να παλεύουν μόνοι τους με προβλήματα συλλογικής προέλευσης, δεν μπορεί να απαιτεί να θερίσει εμπιστοσύνη, ηρεμία και κοινωνική συναίνεση.

Γιατί η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική απάντηση σε προβλήματα που κανένας άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να επιλύσει μόνος του. Όταν μια κοινωνία πείθει τους ανθρώπους ότι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για όσα τους συμβαίνουν, απαλλάσσει από τις δικές της ευθύνες την εξουσία που οργανώνει τις συνθήκες της ζωής τους.

Και όταν η εξουσία σπέρνει ανισότητα, ανασφάλεια και αδιαφορία, δεν μπορεί να απαιτεί να θερίσει εμπιστοσύνη, ηρεμία και κοινωνική συναίνεση.

Διαβάστε επίσης:

Η Χρύσα Λύκου στο Untold: «Η δίκη της Χρυσής Αυγής τελείωσε, όχι ο αγώνας εναντίον του φασισμού»

Ελία Σουλεϊμάν: «Να συνεχίσουμε να δημιουργούμε ομορφιά και ποίηση»

Περνώντας τα σύνορα ενός άθλιου διαφημιστικού σποτ

Τελευταία άρθρα:

  • Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις
    Απόψεις

    Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις

    Κάπου ανάμεσα στην ατομική ευθύνη και την πολιτική ανευθυνότητα, η κοινωνία μοιάζει να έχει βρει τον τρόπο να εξηγεί τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτεί κανείς.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Οι ιστορίες τεσσάρων γυναικών συναντιούνται κάθε Παρασκευή στη σκηνή Brecht-2510
    Culture

    Οι ιστορίες τεσσάρων γυναικών συναντιούνται κάθε Παρασκευή στη σκηνή Brecht-2510

    Η παράσταση "Ένας Καθρέφτης 4 Γυναικών", κάθε Παρασκευή στις 18:30 στη σκηνή Brecht-2510, φωτίζει ιστορίες βίας, απώλειας και προσωπικής υπέρβασης.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Η Χρύσα Λύκου στο Untold: «Η δίκη της Χρυσής Αυγής τελείωσε, όχι ο αγώνας εναντίον του φασισμού»
    Θέματα

    Η Χρύσα Λύκου στο Untold: «Η δίκη της Χρυσής Αυγής τελείωσε, όχι ο αγώνας εναντίον του φασισμού»

    Έντεκα χρόνια μετά την έναρξη της δίκης και λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωσή της σε δεύτερο βαθμό, η επιστροφή σε αυτή την ιστορική διαδρομή είναι μια αναμέτρηση με όσα συνέβησαν, με όσα δεν ξεχάστηκαν και με όσα εξακολουθούν να μας απειλούν.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Ελία Σουλεϊμάν: «Να συνεχίσουμε να δημιουργούμε ομορφιά και ποίηση»
    Culture

    Ελία Σουλεϊμάν: «Να συνεχίσουμε να δημιουργούμε ομορφιά και ποίηση»

    Ο Ελία Σουλεϊμάν έχει κάνει τη σιωπή κινηματογραφική γλώσσα. Ο Παλαιστίνιος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός, μία από τις πιο ξεχωριστές φωνές του παλαιστινιακού και του διεθνούς κινηματογράφου, βρίσκεται αυτές τις ημέρες στην Αθήνα και την Τρίτη (13/10) μάς υποδέχθηκε στον Dounias*, σε μια συνάντηση με δημοσιογράφους.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Nek & Josey: «Βλέποντας τις ανισότητες και τον φασισμό, σου γίνεται ανάγκη να εκφραστείς»
    CultureΦωτορεπορτάζ

    Nek & Josey: «Βλέποντας τις ανισότητες και τον φασισμό, σου γίνεται ανάγκη να εκφραστείς»

    Γνώρισα τον Josey στη συναυλία οικονομικής ενίσχυσης της Σελήνης, όταν ο Novel τον κάλεσε να ανέβει στη σκηνή, έχοντας ακούσει ένα κομμάτι του που του άρεσε. Μια κίνηση ουσιαστικής στήριξης, που έδωσε σε έναν νέο καλλιτέχνη την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δουλειά του σε ένα μεγαλύτερο κοινό.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Περνώντας τα σύνορα ενός άθλιου διαφημιστικού σποτ
    Απόψεις

    Περνώντας τα σύνορα ενός άθλιου διαφημιστικού σποτ

    Είναι ιστορίες ελεύθερες που δεν κλείνονται στα στενά κεφάλια αυτών που κυβερνάν. Είναι ιστορίες λερωμένες που δεν έχουν θέση στις αποστειρωμένες γραβάτες αυτών που αποφασίζουν. Είναι ιστορίες ειλικρινείς, αστείες, αφελείς, όμορφες. Ιστορίες που παίρνουν το αυστηρό μιας κοινοτικής οδηγίας, το ωμό μιας υπουργικής απόφασης, το εμετικό ενός τηλεοπτικού/ραδιοφωνικού σποτ και τα τσαλακώνουν σαν παλιόχαρτα γεμάτα μουτζούρες.
    Διαβάστε περισσότερα