Θοδωρής Ελευθεριάδης στο Ευροκοινοβούλιο: «Σταθείτε δίπλα μας, στον αγώνα που δίνουμε για Δικαιοσύνη, διαφάνεια και σεβασμό στους νεκρούς μας»
Σταθείτε δίπλα μας, στον αγώνα που δίνουμε.
«Ας μετατρέψουμε τον πόνο και την οργή μας σε κινητήρια δύναμη για αλλαγή. Ας αγωνιστούμε για μια Ευρώπη δικαιότερη, πιο διάφανη, πιο αξιόπιστη».
«Βρίσκομαι σήμερα εδώ στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας για να τιμήσω τη μνήμη των 57 ανθρώπων του εγκλήματος των Τεμπών και να διεκδικήσω όσα η πολιτική ηγεσία της χώρας μου μου αρνείται. Δικαιοσύνη, διαφάνεια και σεβασμό στους νεκρούς μας». Ο Θοδωρής Ελευθεριάδης μίλησε μαζί με τον Παύλο Ασλανίδη και την Μαρία Καρυστιανού στο περιθώριο της συνεδρίασης της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με πρωτοβουλία της ευρωομάδας του Renew, των Ευρωπαίων Δημοκρατών και του Κινήματος Δημοκρατίας. Και ήταν συγκλονιστικός.
Δείτε ολόκληρη την ομιλία του:
«Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Είμαι ο Θοδωρής Ελευθεριάδης, γιος της Μαρίας Εγούτ που σε ηλικία 55 ετών, έχασε την ζωή της στο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.
Βρίσκομαι σήμερα εδώ, στην καρδιά της ευρωπαϊκής Δημοκρατίας, για να τιμήσω τη μνήμη των 57 αδικοχαμένων ανθρώπων της τραγωδίας των Τεμπών και να διεκδικήσω όσα η πολιτική ηγεσία της χώρας μου, μου αρνείται: Δικαιοσύνη, διαφάνεια και σεβασμό στους νεκρούς μας.
Αυτά που θα σας πω μπορεί να σας φανούν απίστευτα. Όμως είναι η σκληρή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα της χώρας που ζω.
Οι συγγενείς των θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών ζητάμε απαντήσεις και δικαίωση. Όχι μόνο για εμάς, αλλά για κάθε Ευρωπαίο πολίτη που χρησιμοποιεί το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας μας.
Πριν από δύο χρόνια, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, η είδηση της σφοδρής μετωπικής σύγκρουσης δύο τρένων κοντά στον οικισμό του Ευαγγελισμού Τεμπών Λάρισας, συγκλόνισε την Ελλάδα.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες, όλοι οι συγγενείς των θυμάτων, ήρθαμε αντιμέτωποι με τις οργανωμένες προσπάθειες συγκάλυψης του εγκλήματος και καταλάβαμε ότι πρέπει να δώσουμε μάχη για να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Δύο χρόνια μετά, με τη βοήθεια των πραγματογνωμόνων, των δικηγόρων μας αλλά και με πολύ προσωπική έρευνα το τι έχει συμβεί και το τι δεν έχει συμβεί, το ξέρουμε. Την ακολουθία των γεγονότων, καθώς και το πως μοιράζονται οι ευθύνες το γνωρίζουμε.
Δεν θα αναλύσω καθόλου το κομμάτι των ευθυνών γιατί είναι ένα θέμα που το έχουν αναλάβει οι δικηγόροι μας, αλλά μπορώ να σας πω με βεβαιότητα το τι συνέβη, τι δεν συνέβη και το τι θα πρέπει να συμβεί από εδώ και πέρα για να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά, το έγκλημα των Τεμπών.
Τα συστήματα ασφαλείας
Το μοιραίο βράδυ στις 28 Φεβρουαρίου 2023 δεν λειτουργούσε κανένα σύστημα ασφαλείας.
Αυτό οφείλεται στην μη εκτέλεση της σύμβασης 717 που υπογράφηκε το 2014. Το έργο «Ανάταξη και Αναβάθμιση του συστήματος Σηματοδότησης- Τηλεδιοίκησης και Αντικατάστασης 70 Αλλαγών Τροχιάς Σε Εντοπισμένα Τμήματα του Άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Προμαχώνας», την οποία είχε αναλάβει η κοινοπραξία ΤΟΜΗ – Alstom Transport.
Η σύμβαση έμεινε παγωμένη τουλάχιστον για τρία χρόνια, καθώς προέκυπταν συνεχώς «εμπόδια» και καθυστερήσεις.
Επιγραμματικά κάποια από τα εμπόδια ήταν:
- Κακός σχεδιασμός και ενστάσεις από την Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων.
- Επιχειρηματικές διαμάχες.
- Συγκρούσεις μετόχων.
- Κυβερνητική αναλγησία.
Ενώ το αρχικό πεδίο εφαρμογής της σύμβασης 717 περιλάμβανε την αποκατάσταση των υφιστάμενων συστημάτων σηματοδότησης – τηλεπικοινωνιών, ο ανάδοχος της κοινοπραξίας προσπάθησε να κατασκευάσει ένα εντελώς νέο σύστημα σηματοδότησης με νέες μονάδες τηλεμετρίας.
Εξυπακούεται ότι επρόκειτο για παράνομη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητη αύξηση της αξίας της σύμβασης.
Χορηγήθηκαν συνολικά επτά παράνομες παρατάσεις της αρχικής σύμβασης, σύμφωνα με τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΡΓΟΣΕ. Για το λόγο αυτό, το έργο δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, πάνω από εννέα έτη, μετά την υπογραφή της σύμβασης 717.
Λόγω της μη υλοποίησης της Σύμβασης 717 δεν υπήρχαν ούτε η σηματοδότηση, ούτε το σύστημα ETCS, ούτε τηλεδιοίκηση, ούτε το σύστημα επικοινωνίας GSMR.
- Αν λειτουργούσε η σηματοδότηση, δεν θα ήταν δυνατό να μπει με κόκκινο φωτόσημο η επιβατική αμαξοστοιχία στην γραμμή καθόδου που ήταν ήδη κατειλημμένη από την εμπορική.
- Αν λειτουργούσε το σύστημα ETCS, μόλις ο μηχανοδηγός μπήκε με κόκκινο φωτόσημο στη γραμμή καθόδου, το τρένο θα φρέναρε αυτόματα ώστε να μην επιτρέψει την κίνησή του σε κατειλημμένη γραμμή.
- Αν λειτουργούσε η τηλεδιοίκηση σε ένα απομακρυσμένο κέντρο τηλεδιοίκησης (όπως αυτό που λειτουργούσε μέχρι το 2019), ο τηλεδιοικητής που παρακολουθεί την κίνηση όλων των τρένων στην οθόνη του, θα είχε αντιληφθεί το πρόβλημα εγκαίρως και θα είχε δώσει εντολή ακινητοποίησης των τρένων.
- Αν λειτουργούσε το σύστημα επικοινωνίας GSMR ο μηχανοδηγός της επιβατικής, ξεκινώντας από τη Λάρισα, θα είχε ακούσει την εντολή που έλαβε σχεδόν ταυτόχρονα η εμπορική από τους Νέους Πόρους και θα είχε αντιληφθεί ότι υπάρχει αντίθετη κίνηση στην ίδια γραμμή.
Αν έστω και ένα από αυτά τα συστήματα λειτουργούσε δεν θα θρηνούσαμε 57 νεκρούς.
Τώρα που μιλάμε -την στιγμή αυτή-, σκεφτείτε ότι υπάρχουν μεγάλα κομμάτια του σιδηροδρόμου που λειτουργούν ακριβώς με τις ίδιες συνθήκες. Δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Μπάζωμα και συγκάλυψη
Από εκείνη την στιγμή σωρεία εγκληματικών ανθρώπινων λαθών και παραλείψεων βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε ένα περιβάλλον συνολικής περιφρόνησης κανονισμών και διαδικασιών.
Από την πρώτη κιόλας ημέρα του σιδηροδρομικού δυστυχήματος οι γερανοί ξεκίνησαν να σηκώνουν τα βαγόνια.
Συγκεκριμένα, το πρωί της Τετάρτης 1/3 έγινε μετακίνηση του καμένου βαγονιού Β2, μετακίνηση κομματιών Ηλεκτρικής Μηχανής της αμαξοστοιχίας IC 62 και κομματιών του Α1, ενώ τη δεύτερη ημέρα σήκωσαν το βαγόνι του κυλικείου το οποίο ήταν καμένο και διαλυμένο, κι όλη την ημέρα πραγματοποιήθηκαν έρευνες στον χώρο, προσπαθώντας να βρουν οποιοδήποτε στοιχείο. Αυτά μεταφέρθηκαν στην περιοχή Κουλούρι σε μια έκταση που ανήκει στον ΟΣΕ.
(Να τονίσω εδώ, ότι ο ΟΣΕ είναι μια ανώνυμη εταιρεία που ανήκει στο Δημόσιο. Ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ καθώς και ο πρώην πρόεδρος του ΟΣΕ και ακόμη 3 υπάλληλοι της εταιρείας είναι κατηγορούμενοι στη βασική δικογραφία των Τεμπών για κακούργημα.)
Την τρίτη ημέρα, την Παρασκευή 3 Μαρτίου, είχαν τελειώσει όλα. Από το πρωί γίνονταν χωματουργικές εργασίες στο σημείο. Μπουλντόζες είχαν ξεκινήσει να στρώνουν το χώμα στο σημείο μηδέν, στο επίκεντρο της φωτιάς.
Ήταν αδιανόητο αυτό που συνέβη. Και υπήρχε μόνο μία εξήγηση: εκείνη την ημέρα, δυο μέρες μόλις μετά, ο κρατικός μηχανισμός, είχε αποφασίσει πως «ό,τι ψάξαμε, ψάξαμε, τα μαζεύουμε και φεύγουμε».
Το Σάββατο 4 Μαρτίου, άρχισαν να απομακρύνονται τα χώματα και τα μπάζα με φορτηγά για να μεταφερθούν κάπου αλλού.
Την Κυριακή 5 Μαρτίου απομακρύνθηκαν τα βαγόνια 5, 6 και 7.
Τη Δευτέρα 6 Μαρτίου, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες για την αποκατάσταση της γραμμής. Συνολικά έξι ημέρες μετά, ολοκληρώθηκε η διαμόρφωση του χώρου. Πλέον δεν υπήρχε τίποτα.
Αμέσως λοιπόν μετά το δυστύχημα, ενώ τα βαγόνια ακόμη άχνιζαν από τη φωτιά, ενώ δεν είχαν ολοκληρωθεί οι έρευνες από πραγματογνώμονες και ενώ υπήρχε αγνοούμενη (η οποία ακόμη και σήμερα δεν έχει ταυτοποιηθεί, ξεκίνησε η απομάκρυνση του χώματος από το σημείο.
Τα χώματα που ξεμπαζώθηκαν από το σημείο μεταφέρθηκαν σε τοποθεσία που δεν γνωρίζαμε.
Να τονίσω εδώ ότι στις 6 του μηνός δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί όλες οι κηδείες των συγγενών μας.
Σήμερα, τώρα που μιλάμε, παραμένει άγνωστο ποιός πήρε την απόφαση και ποιός έδωσε την εντολή για την μετακίνηση των συντριμμιών στη θέση «Κουλούρι».
Επίσης δεν υπάρχει έγγραφο αποδέσμευσης του χώρου του δυστυχήματος και γνωρίζουμε ότι έγινε προφορικά και όχι όπως προβλέπεται, το απόγευμα της 3ης Μαρτίου 2023.
Οι προανακριτικοί υπάλληλοι και όσοι ήταν υπεύθυνοι προκάλεσαν κενό στη δικαστική έρευνα.
Με το ξεμπάζωμα και το μπάζωμα χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία που θα βοηθούσαν στη διαλεύκανση του εγκλήματος.
Ακόμα πιο τρομακτικό είναι ότι μαζί με τα συντρίμμια και τα χώματα πετάχτηκε βιολογικό υλικό και στάχτες των ανθρώπων μας, τα οποία ήταν εκτεθειμένα σε καιρικές συνθήκες, αλλά και σε αρπακτικά ζώα, πουλιά και έντομα για 14 μήνες.
Μετά από δικές μας έρευνες -και όχι των ανακριτικών αρχών- βρέθηκε το οικόπεδο αυτό, το οποίο ανήκει σε ιδιωτική εταιρεία που εκτελεί χωματουργικές εργασίες.
Παραδώσαμε τα στοιχεία στον εφέτη ανακριτή για τα φορτηγά που μετέφεραν 300 κυβικά χώμα, υποδείξαμε την τοποθεσία που τα πέταξαν και ζητήσαμε να δίνει δειγματοληψία, ενώ 14 μήνες ζητούσαμε να μάθουμε «που πήγαν τα χώματα τα οποία ξεμπαζώθηκαν από το σημείο του δυστυχήματος; Πόσο χώμα μεταφέρθηκε και με ποιανού εντολή;» και δεν παίρναμε καμία απάντηση.
Μιλάμε για δύο εγκλήματα, λοιπόν.
Το πρώτο η δολοφονία των συγγενών μας και ένα δεύτερο η προσπάθεια συγκάλυψής του.
Ο ανακριτής που είχε αναλάβει την υπόθεση μας είχε πλήρη εικόνα του μπαζώματος και της αδιανόητης αλλοίωσης του τόπου όπου είχαν χαθεί πολύτιμα στοιχεία για τη διερεύνηση και την απόδοση ευθυνών. Αντί να ασκήσει αυτεπάγγελτες διώξεις, περίμενε να κάνουμε μηνύσεις οι συγγενείς.
Δεν διέταξε καμία περαιτέρω έρευνα για να διαπιστώσει τα αίτια που προκάλεσαν την μεγάλη πυρόσφαιρα που αποδεδειγμένα, κατέκαψε τόσους ανθρώπους ζωντανούς. Επαναπαύθηκε στην έκθεση των διορισμένων πραγματογνωμόνων του κράτους, που δεν είχαν τη γνωστική επάρκεια για να αποφανθούν για ένα τόσο πολύπλοκο θέμα.
Καταστροφή βιολογικού υλικού
Στα Τέμπη, η δυνατή φωτιά στο κυλικείο και στο βαγόνι Β2 έσβησε λίγο μετά τις δύο μετά τα μεσάνυχτα της νύχτας της σύγκρουσης, οπότε και ξεκίνησε η διαδικασία περισυλλογής των σορών με έναν τρόπο ιδιαίτερα βιαστικό όπως προανέφερα. Και σίγουρα παραβιάζοντας πλήρως το διεθνές πρωτόκολλο Interpol DVI και το αντίστοιχο ελληνικό σχέδιο διαχείρισης ανθρωπίνων απωλειών.
Καμία καταγραφή της θέσης και της κατάστασης των σορών δεν έγινε, καμία φωτογραφία δεν ελήφθη, καμία προσοχή δε δόθηκε στην προσεκτική διαχείριση διαμελισμένων ή απανθρακωμένων σορών. Η βιασύνη να ολοκληρωθεί όσο το δυνατόν ταχύτερα η διαδικασία, δεν εξηγήθηκε ποτέ.
Στα νοσοκομεία της Λάρισας, οι ιατροδικαστικές εξετάσεις έγιναν βιαστικά για να βγει ένα πιστοποιητικό θανάτου το συντομότερο δυνατόν, ώστε να αποδοθούν οι σοροί στις οικογένειές μας και να γίνουν γρήγορα οι κηδείες.
Επίσης 40 ημέρες μετά το δυστύχημα-έγκλημα, ο Εφέτης Ανακριτής έδωσε εντολή καταστροφής των βιολογικών υλικών των συγγενών μας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει καμία ιατροδικαστική πράξη που θα μπορούσε να διαπιστώσει την αιτία θανάτου για το ποιοι κάηκαν ζωντανοί, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν γίνει εξαρχής οι προβλεπόμενες νεκροψίες και νεκροτομές.
Και για να γίνω πιο σαφής οι εκθέσεις των νεκροτομών δεν συνοδεύονται από πλήρες φωτογραφικό υλικό και δεν περιλαμβάνουν τοξικολογικές εξετάσεις ανθρακυλαιμοσφαιρίνης.
Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες για την συγκάλυψη που έγινε σε όλα τα επίπεδα του κρατικού εγκλήματος των Τεμπών: στα βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας, στα αντιεπιστημονικά πορίσματα για τα αίτια της φωτιάς, στην μεθόδευση για συγκάλυψη, στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής, στην παραπληροφόρηση του ελληνικού λαού από πουλημένα ΜΜΕ και στις επιθέσεις που δεχόμαστε από κυβερνητικά στελέχη αλλά και τον υπουργό Δικαιοσύνης, o οποίος παίρνει δημόσια θέση εναντίον μας σε μια ανοιχτή υπόθεση, εξευτελίζοντας τους θεσμούς και προσβάλοντας την νοημοσύνη μας.
Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι:
Η τραγωδία στα Τέμπη δεν ήταν απλώς ένα δυστύχημα. Ακολούθησε συγκάλυψη, παράνομη αλλοίωση του τόπου και αδιανόητη έλλειψη διαφάνειας, που εμπόδισαν τη συλλογή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
Ζητάμε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει καμία άλλη συγκάλυψη, ότι θα αποδοθούν ποινικές ευθύνες σε όλους όσοι φέρουν την ευθύνη – από υπουργούς και βουλευτές μέχρι στελέχη εταιρειών και διοικήσεων.
Μόνο έτσι οι οικογένειες μας θα βρουν κάποια δικαίωση.
Η ασφάλεια στις μεταφορές πρέπει να είναι πρωταρχική προτεραιότητα για όλη την Ευρώπη. Δεν μπορούμε να ανεχθούμε να χάνονται ζωές λόγω αμέλειας, διαφθοράς ή ανεπαρκούς ελέγχου.
Η προστασία της ζωής είναι αδιαπραγμάτευτη.
Σας καλώ να στηρίξετε τα αιτήματά μας, να κρατήσετε ανοιχτή την αναφορά για τα Τέμπη και να εργαστείτε για την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και πρόληψης τέτοιων τραγωδιών σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σταθείτε δίπλα μας, στον αγώνα που δίνουμε.
Ας μετατρέψουμε τον πόνο και την οργή μας σε κινητήρια δύναμη για αλλαγή. Ας αγωνιστούμε για μια Ευρώπη δικαιότερη, πιο διάφανη, πιο αξιόπιστη.
Μια Ευρώπη, που οι θεσμοί θα υπηρετούν πραγματικά τους πολίτες και θα προστατεύουν τη ζωή και την ασφάλειά τους.
Σας ευχαριστώ».
Η ομιλία στα αγγλικά
«Ladies and gentlemen Members of Parliament,
My name is Thodoris Eleftheriadis, son of Maria Egout, who at the age of 55 lost her life in the deadly railway tragedy of Tempi.
I am here today, in the heart of European democracy, to honour the memory of the 57 unjustly lost souls of the Tempi tragedy and to demand what my country’s political leadership denies me: Justice, transparency, and respect for our dead.
What I am about to tell you may sound unbelievable. But it is the harsh reality. The reality of the country I live in.
The relatives of the victims of the Tempi crime are asking for answers and justice. Not only for us, but for every European citizen who uses the railway network of our country.
Two years ago, on February 28, 2023, the news of the violent head-on collision between two trains near the settlement of Evangelismos, Tempi, Larissa, shocked Greece.
From the very first days, all of us—the victims’ relatives—faced organized efforts to cover up the crime and realized we would have to fight for justice.
Two years later, with the help of experts, our lawyers, and a great deal of personal investigation, we know what happened and what didn’t. We understand the sequence of events and how responsibility is shared.
I will not delve into the issue of responsibility, as it is being handled by our lawyers, but I can tell you with certainty what happened, what did not happen, and what must happen from now on to ensure that the crime of Tempi is never repeated.
The Safety Systems
On the fateful night of February 28, 2023, no safety system was operational.
This was due to the non-implementation of Contract 717 signed in 2014. The project involved the restoration and upgrading of signalling, remote control, and the replacement of 70 track switches along the Athens–Thessaloniki–Promachonas axis. The contract had been awarded to the consortium TOMI – Alstom Transport.
The contract was frozen for at least three years due to recurring “obstacles” and delays.
Some of these obstacles included:
Poor planning and objections by the Financial Audit Committee of the General Directorate for Audits of Co-financed Programmes
- Business disputes
- Shareholder conflicts
- Governmental indifference
While the original scope of Contract 717 was the restoration of the existing signalling and telecommunication systems, the contractor attempted to build an entirely new system with new telemetry units.
This constituted an illegal modification of the initial contract and resulted in unjustified cost increases.
In total, seven illegal extensions were granted to the original contract according to ERGOSE’s board decisions. As a result, the project was still not completed more than nine years after the contract’s signing.
Due to the non-implementation of Contract 717, there was no signalling, no ETCS system, no remote control, and no GSMR communication system.
Had the signalling system been operational, the passenger train would not have been able to enter the already occupied downward track.
Had the ETCS system been functioning, the train would have automatically braked when it passed the red signal to prevent it from proceeding on an occupied track.
Had remote control been available from a centralised control centre (like the one operating until 2019), the operator would have noticed the problem and given a command to stop the trains.
Had the GSMR communication system worked, the passenger train driver—departing from Larissa—would have heard the warning received by the freight train at Neoi Poroi and realized a collision course existed.
If even one of these systems had been operational, we would not be mourning 57 dead.
Even now, as we speak, large parts of the railway system continue to operate under the exact same conditions. Nothing has changed.
Cover-Up and Burial
From that moment on, a series of human errors and omissions flourished in an environment of total disregard for regulations and procedures.
On the very first day of the accident, cranes started lifting the wrecked train cars.
On the morning of Wednesday, March 1, car B2, parts of the electric engine of train IC 62, and parts of car A1 were moved. On the second day, the wrecked and burnt cafeteria car was lifted, and the area was searched for evidence. All of it was moved to Koulouri, a site owned by OSE.
(Note: OSE is a public company. Its CEO, former president, and three other employees are defendants in the main criminal case for felonies.)
On the third day, Friday, March 3, earthworks began at the site. Bulldozers started covering the ground at ground zero—the fire’s epicentre.
This was unthinkable. And there was only one explanation: The state mechanism had already decided, two days after the tragedy, that the investigation was over and it was time to “clean up and leave”.
On Saturday, March 4, soil and debris were removed by trucks.
On Sunday, March 5, train cars 5, 6, and 7 were removed.
By Monday, March 6, restoration of the track was completed. Six days after the tragedy, the area was fully cleared. There was nothing left.
And this happened while the train cars were still smouldering, before the forensic experts had finished their investigation, and even while one victim remained unidentified to this day.
The debris was transported to an unknown location.
On March 6, the funerals of our relatives were still not over.
To this day, it remains unknown who gave the order to move the wreckage to Koulouri.
There is also no written release of the crash site; we know this was done verbally on the evening of March 3, 2023—contrary to regulations.
The authorities created a gap in the judicial investigation.
With the clearing and dumping of debris, critical evidence was lost.
Even more horrifying: biological remains and ashes of our loved ones were discarded along with the soil and left exposed to the elements, animals, and insects for 14 months.
Only through our own investigations—not those of the authorities—was the dumping site found. It belonged to a private earthmoving company.
We submitted evidence to the appellate judge about the trucks that transported 300 cubic metres of soil, indicated the dumping site, and requested sample testing. For 14 months we kept asking: “Where was the soil taken? How much was transported? On whose order?” No answer ever came.
So we are talking about two crimes:
First, the murder of our loved ones. Second, the cover-up.
The judge handling the case was fully aware of the site’s concealment and the egregious alteration of the crash scene. Yet he waited for us—the families—to file lawsuits instead of acting ex officio.
He ordered no further investigation into the cause of the fireball that burned people alive. He relied on state-appointed experts who lacked the qualifications to judge such a complex matter.
Destruction of Biological Material
At Tempi, the intense fire in the cafeteria and car B2 was extinguished shortly after 2:00 AM, and the body recovery began hastily—violating the international Interpol DVI protocol and the corresponding Greek plan for handling human losses.
No recording of the bodies’ position or condition was made. No photographs. No care was taken to properly handle dismembered or charred remains. The rush to complete the process was never explained.
In Larissa hospitals, autopsies were rushed just to issue death certificates and return the bodies to the families for immediate funerals.
Additionally, 40 days after the accident, the appellate judge ordered the destruction of the victims’ biological materials, eliminating the possibility of any forensic work that could have determined the cause of death—who burned alive—despite knowing that proper autopsies were never conducted in the first place.
To be specific: the autopsy reports lack photographic documentation and do not include carboxyhemoglobin toxicology tests.
I could speak for hours about the cover-up at all levels of the Tempi state crime: the missing train camera footage, the unscientific fire cause reports, the manipulations, the parliamentary committee, the misinformation by corrupt media, and the attacks against us by government officials and even the Minister of Justice, who publicly takes a stance against us while the case is still open—mocking institutions and insulting our intelligence.
In Conclusion
The Tempi tragedy was not merely an accident. It was followed by a cover-up, illegal site tampering, and an outrageous lack of transparency that prevented the collection of crucial evidence.
We ask the European Parliament to ensure that no further cover-up occurs, and that all criminal responsibilities are assigned—from ministers and MPs to company executives and administrators.
Only then will our families find some justice.
Transport safety must be a top priority across Europe. We cannot tolerate the loss of life due to negligence, corruption, or insufficient oversight.
The protection of life is non-negotiable.
I call on you to support our demands, to keep the petition on Tempi open, and to work toward strengthening the mechanisms of oversight and prevention of such tragedies throughout the European Union.
Stand with us in this struggle.
Let us turn our pain and anger into a driving force for change. Let us fight for a more just, transparent, and trustworthy Europe.
A Europe whose institutions truly serve its citizens and protect their lives and safety.
Thank you».







