«Η γραμμή σκιάς»: Όταν δεν συμβαίνει τίποτα, συμβαίνουν τα πάντα
Ο Ματθαίος Λεωνίδας παρακολούθησε στο θέατρο Rabbithole την παράσταση «Η γραμμή σκιάς», σε σκηνοθεσία Γιώργου Σίμωνα.
«Μήτε πνοή, μήτε κίνηση. Τόσο αδρανείς, όσο κι ένα καράβι ζωγραφισμένο σε έναν ωκεανό».
Στο θέατρο Rabbithole, μια πάντα ζεστή θεατρική γωνιά στο κέντρο της Αθήνας, που επενδύει στην ευπρέπεια και στην ουσία του θεάτρου, επέστρεψε για τον δεύτερο κύκλο παραστάσεών της, μετά τον πετυχημένο πρώτο, πέρσι τέτοιον καιρό, η «Γραμμή Σκιάς». Ο Γιώργος Σίμωνας μετέφερε στο θέατρο μια πολύ σύνθετη ανατομία αυτής της ναυτικής περιπέτειας του Τζόζεφ Κόνραντ, μιας ιστορίας που αποδεικνύεται σχεδόν υπεράνθρωπη.
Γεννημένος από Πολωνούς γονείς το 1857, σε μια περιοχή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας που σήμερα ανήκει στην Ουκρανία, ο Κόνραντ δεν μιλούσε λέξη αγγλικά – τα γαλλικά ήταν η δεύτερη γλώσσα του. Έζησε δεκαέξι χρόνια στη θάλασσα πριν εγκατασταθεί οριστικά στην Αγγλία. Έπρεπε να κατακτήσει τη γλώσσα και, όταν το κατάφερε, ήταν τέτοια η δεξιοτεχνία του, ώστε σήμερα θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της αγγλικής λογοτεχνίας.
Μέχρι το 1917, όταν και κυκλοφόρησε η νουβέλα «Η Γραμμή Σκιάς» (The Shadow Line), είχε ήδη δημοσιεύσει περίπου δέκα μυθιστορήματα, έξι νουβέλες και κάπου στα είκοσι πέντε διηγήματα. Η νουβέλα δημοσιεύτηκε σε μια εποχή, όπου η Ευρώπη βρισκόταν στα μέσα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το έργο δεν εστιάζει τόσο στην εξέλιξη της ιστορίας, αλλά στο πώς επιδρούν τα γεγονότα στους χαρακτήρες. Η δράση υποχωρεί, για να δώσει χώρο στην ψυχολογική διερεύνηση των ηρώων.
Ο Κόνραντ επινόησε τη φράση «γραμμή σκιάς» για να υποδηλώσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ νεότητας και ωριμότητας, αυτή την ζώνη του λυκόφωτος ανάμεσα στην ανεμελιά και την ευθύνη, την οδύνη της ενήλικης ζωής. Κάποιοι ισχυρίζονται πως ο όρος συνιστά και μια μεταφορά για τον πόλεμο. Το έργο ξεκινά με την παράδοξη απόφαση ενός νεαρού υποπλοίαρχου να σταματήσει την καριέρα του, μέχρις ότου του προσφέρεται η ευκαιρία να αναλάβει ένα τελευταίο ταξίδι: να επιστρέψει ένα πλοίο, αγκυροβολημένο κάπου στην Μπανγκόκ, στην «πατρίδα του» στη Σιγκαπούρη. Η ανάθεση αυτή του δίνει ενέργεια και νέα πνοή. «Συνειδητοποίησα αυτό που είχα αφήσει πίσω μου: τη νιότη μου», τον ακούμε να διαπιστώνει. Το γέρικο αυτό ιστιοφόρο γίνεται πλέον το αντικείμενο της απόλυτης ευθύνης και αφοσίωσής του.

Το ταξίδι κρύβει τα δικά του μυστικά κι ο δρόμος είναι μακρύς, γιατί «όλοι οι δρόμοι που οδηγούν εκεί που λαχταρά η καρδιά μας είναι μακρείς». Ξεκινά, παρ’ όλα τα δυσοίωνα σημάδια, μέχρι που, λίγες μέρες μετά, ο καπετάνιος και το άρρωστο πλήρωμά του μένουν καθηλωμένοι, λόγω άπνοιας, στην μέση του ωκεανού. Παράλληλα, τροπικές ασθένειες πλήττουν τα μέλη του πληρώματος. Ο σκηνοθέτης περιγράφει το έργο ως μια «στατική ιστορία επιβίωσης», όπου οι ήρωες αργοπεθαίνουν χωρίς ίχνος πλοκής. Ξαφνικά, το καράβι που καπετανεύει μοιάζει «να στέκει ασάλευτο μέσα στην αινιγματική ερημία των πελώριων δυνάμεων του κόσμου». Ένα αόρατο τέρας, κάποιες άγνωστες δυνάμεις που διαπλάθουν τη μοίρα των ανθρώπων, αναγκάζουν το πλοίο σε ακινησία. Στη μέση του ωκεανού. Στο πουθενά. Μια απροσδιόριστη, ακατονόμαστη αμαρτία, που πρέπει πάση θυσία να ξεπλυθεί. Για να επιβιώσει, ωστόσο, το πλοίο και το πλήρωμά του, εξαρτάται από τους ανέμους, οι οποίοι εδώ απουσιάζουν.
Εκεί, δηλαδή, που σε άλλες ναυτικές περιπέτειες, βλέπουμε τη δράση να προκύπτει μέσα από κάποια καταιγίδα, την απειλή ενός θαλάσσιου πλάσματος, οπωσδήποτε από ένα ερέθισμα, στη «Γραμμή σκιάς», οι χαρακτήρες απειλούνται από την απουσία της δράσης, από την απουσία ερεθίσματος, από την πλήρη αδιαφορία της φύσης. Η ακινησία μετατρέπεται στον συμβολικό άξονα που διατρέχει όλο το έργο και δοκιμάζει, βασανίζει τα πρόσωπα, καλώντας τα να γίνουν υπεύθυνοι, να αντέξουν. Μια δράκα ανθρώπων, τους βλέπουμε, ράθυμους και ασθενείς, να ελπίζουν και να απελπίζονται.

Ο Γιώργος Σίμωνας προτείνει μια πολύ απαιτητική, πολυαισθητηριακή φόρμα, η οποία εκτελείται δεξιοτεχνικά, σχεδόν σαν πρόκληση και οπωσδήποτε ως προσωπικό στοίχημα, μιας και η παράσταση είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας μελέτης, τουλάχιστον 8 ετών. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση ομόλογη ενός ζωγραφικού πίνακα ή ενός γλυπτού, που μελετά κανείς tout yeux, tout oreilles, με τεταμένη προσοχή. Εμπνέεται για τους ηθοποιούς του έναν κώδικα υποκριτικής, στηριγμένο πρώτα στο σώμα και στην κίνησή του και σε δεύτερο χρόνο στον λόγο. Η αφήγηση αναπτύσσεται πολυεπίπεδα, μέσα από τα κορμιά των ηθοποιών, που αντλούν έμπνευση από το βωβό θέατρο και τον βωβό κινηματογράφο, τον προφορικό λόγο, τη χρήση υπερτίτλων, όπου η κατανόηση της πλοκής πυκνώνει μέσα από την παρουσίαση διαλόγων και άλλων πληροφοριών, αλλά και την αφήγηση μέσω voice-over, η οποία έρχεται να δέσει το ατσάλι. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτύχει πολύ εύκολα ή να δράσει αποπροσανατολιστικά, εδώ όμως λειτουργεί δραματουργικά, διευκολύνοντας τα νοήματα.

Παρότι εξωτερικά θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως «δεν συμβαίνουν πολλά», η εμπειρία επί σκηνής γίνεται σχεδόν υπαρξιακή, γεμάτη εντάσεις, σιωπές κι εσωτερικές συγκρούσεις, βυθίζοντας τον θεατή (όπως αντίστοιχα και η ίδια η νουβέλα τον αναγνώστη) σε συναισθήματα μοναξιάς, τρόμου και κρίσης. Αυτό δημιουργεί μια πραγματικά ξεχωριστή εμπειρία, όπου το μάτι και η σκέψη καλούνται να «διαβάσουν» στάσεις, χειρονομίες, κίνητρα και συναισθήματα και τρέχουν να προλάβουν το μετά.
Το σκηνικό ανασυνθέτει την εικόνα ενός πλοίου μέσα από διαιρεμένες απόψεις αυτού: ένα κατάρτι, μια πλώρη, μια ρόδα των ανέμων ζωγραφισμένη στο κατάστρωμα. Η αίσθηση της ακινησίας εντείνεται κι από το μέγεθος της σκηνής, ενώ ταυτόχρονα οι φωτισμοί και ο ήχος των γλάρων, των κυμάτων και των ανέμων, ενισχύουν τη θαλάσσια συνθήκη, το αίσθημα πως βρίσκεσαι σε υγρές ερημίες. Στο πίσω μέρος, λεπτές γραμμές φωτός, σε αντίθεση με τη γραμμή σκιάς, υποδηλώνουν τις διάφορες εναλλαγές της ημέρας: μπλε για την ημέρα, πορτοκαλί για την ανατολή ή τη δύση. Ρεαλιστικό μεν, ωστόσο το σκηνικό αυτό λειτουργεί περισσότερο ως ένας τόπος ψυχικής διεργασίας για τους χαρακτήρες, ως κόσμος ενδιάμεσος, όπου η υπαρξιακή δοκιμασία εκτυλίσσεται σε συνθήκες ακινησίας, ενίοτε κι αφασίας.

Ο Γιάννης Λεάκος συγκροτεί ένα πολύ πειστικό προσωπείο του νεαρού καπετάνιου, που βρίσκεται σε ένα δύσκολο μεταίχμιο κι αναλαμβάνει την πρόκληση αυτού του ταξιδιού. Ο αφελής νεαρός, ο οποίος παραιτείται αμέσως από τη δουλειά του, αγνοεί τόσο τα προνόμια που εγκαταλείπει, όσο και το τι συμβαίνει στο μυαλό των υπόλοιπων χαρακτήρων. Ουσιαστικός ο Λεάκος σε όσα καλείται να αποδώσει, με μια πολύ σωστή διαχείριση συναισθημάτων, τον βλέπουμε να «ψηλώνει» κατά τη διάρκεια της παράστασης, να περνάει από την αφέλεια στην επίγνωση.

Ο Δημήτρης Ντάσκας, στον ρόλο του κυρίου Μπερνς, απέδωσε με γενναιοδωρία και ξεχωριστή εκφραστικότητα την αστάθεια, τις απογοητεύσεις, την εχθρότητα και τις δεισιδαιμονίες του χαρακτήρα του. Πεσιμιστής, βαθιά τραυματισμένος από τον θάνατο του προηγούμενου καπετάνιου, επιμένει σχεδόν εμμονικά, παθολογικά, με έξοχη εσωτερική τεχνική, πως το πλοίο και το πλήρωμά του έχουν φορτωθεί την κατάρα του φαντάσματός του. Όμως «οι νεκροί δεν κρατάνε κακία στους ζωντανούς». Κι αυτόν τον ενδόμυχο φόβο καλείται να πολεμήσει.

Ο Γιώργος Τζαβάρας, ευθύς, λιτός και καίριος ως ο μάγειρας του πλοίου, Ράνσομ, επιβεβαιώνει πως είναι κάποιος, στον οποίο μπορεί κανείς να βασιστεί, όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Σε παρόμοιους ρυθμούς, οι Μιχάλης Ζαχαρίας, Γεωργία Σωτηριανάκου και Ιωάννα Σίσκου στέκονται στέρεοι, επαρκείς, διόλου ξεκρέμαστοι, διόλου αμελητέοι.
Δεν είναι μόνο η ευτυχής κι ευάγωγη διανομή του Γιώργου Σίμωνα, αλλά και οι υπόλοιποι συνεργάτες του. Η Τώνια Ράλλη, στενή συνεργάτιδά του και συν-δημιουργός της ομάδας «Νοσταλγία», στη διεισδυτική μουσική, η Άννα Ανουσάκη υπεύθυνη κινησιολογίας, η ενδυματολόγος Γκέλη Γκότση, οι σαφείς φωτισμοί του Γιώργου Βλαχονικολού και της Ελεάννας Γιασεμή.

Σκέφτομαι πως το βασικό διακύβευμα για τους ήρωες αυτού του έργου δεν είναι τόσο το αν θα επιβιώσουν, αλλά το πώς θα σταθούν απέναντι στην κρίση, στην οποία έχουν επέλθει. Πώς θα σπάσουν τη βουβαμάρα της θάλασσας, πώς θα σπάσουν τα μάγια. Έχοντας δοκιμάσει τα όρια της αντοχής τους, τη λύση την ανακαλύπτουν μόνοι τους. Η λύση είναι το να συνεχίσουν να στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Η αλληλεγγύη ως αίτημα, ως ευθύνη, ως πανανθρώπινος κανόνας. «Θα δίνουμε δύναμη ο ένας στον άλλον, γιατί είμαστε όλοι παγιδευμένοι σε αυτό το αποτρόπαιο, στοιχειωμένο από τον θάνατο καπετανίκι», λένε.
Φυσικά, αυτό το αίσθημα αλληλεγγύης δεν αναιρεί το αίσθημα μοναξιάς που νιώθουν – πώς θα μπορούσε άλλωστε, μέσα στο πλαίσιο, στο οποίο δρουν. Κάθε ήρωας, όσο κι αν επιλέγει να σταθεί δίπλα στους άλλους, παραμένει μόνος στην υπαρξιακή δοκιμασία, στο μπεκετικό αυτό σκοτάδι, όπου «κάθε αίσθηση του χρόνου έχει χαθεί μες στη μονοτονία της προσμονής, της ελπίδας και της λαχτάρας». Ο Γιώργος Σίμωνας κατενόησε πλήρως τις προκλήσεις του έργου, με φαντασία και αισθητική. Τόλμησε κι επέτυχε. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ υπεύθυνη εργασία.
Στην εποχή του απόλυτου περισπασμού, θα μπορούσε κανείς να σταθεί πολύ κριτικά απέναντι σε ένα τέτοιο έργο. Δεν έχει πειρατές. Δεν υπάρχει κάποια ανταρσία, κάποιο περιπετειώδες κυνήγι ενός πολύτιμου, χαμένου θησαυρού. Κανένα τερατώδες κήτος δεν ταράζει τα ήρεμα νερά. Δεν έχει φαινομενικά κάτι δυνατό να σε κρατήσει. Εδώ το αίτημα για ζωή βιώνεται εκ των έσω, σε συνθήκες σιωπής κι αναστοχασμού. Γι’ αυτό και η ιστορία καθρεφτίζει, σε μεγάλο βαθμό, τις φρίκες και τις αγωνίες του σήμερα. Σε αυτό το πικρό σήμερα, η αλληλεγγύη δεν είναι καν μια ηθική επιλογή, αλλά ένα χρέος, μια αδήριτη, πρακτική ανάγκη.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Η γραμμή σκιάς
Θέατρο Rabbithole, Γερμανικού 20, Μεταξουργείο
Συντελεστές
Συγγραφέας: Τζόζεφ Κόνραντ
Μετάφραση: Ξενοφών Κομνηνός
Σκηνοθεσία / Διασκευή / Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Σίμωνας
Μουσική Σύνθεση / Πιάνο: Τώνια Ράλλη (Here, Dragon)
Κινησιολογία: Άννα Ανουσάκη
Βοηθός σκηνοθέτη: Όλγα Ζιάζιαρη
Ενδυματολογία: Γκέλη Γκότση (Grace Gely)
Σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας, Socos
Φωτισμοί: Γιώργος Βλαχονικολός, Ελεάννα Γιασεμή
Ηχογραφήσεις / Sound Design: Socos
Video / Mapping / Σχεδιασμός Υπέρτιτλων: Παναγιώτης Λαμπής
Φωτογραφίες: Μαρία Τούλτσα
Trailer: Γιώργος Βλαχονικολός
Γραφιστικά: Ηλίας Πανταλέων
Κατασκευή Σκηνικού: SICKMYDUCK.LAB
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Χρύσα Ματσαγκάνη
Φροντιστήριο / Βοηθοί Παραγωγής: Ηώς Αντωνοπούλου, Ιωάννα Μακαβέι
Τιμόνι πλώρης / καραβιού: Χλόη Α.
Παραγωγή: Ομάδα Νοσταλγία & Rabbithole
Ερμηνεία: Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Ντάσκας, Γιώργος Τζαβάρας, Μιχάλης Ζαχαρίας, Γεωργία Σωτηριανάκου, Ιωάννα Σίσκου
* Η παράσταση «Η Γραμμή Σκιάς» πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού
* Οι παραστάσεις ολοκληρώνονται στις 12/5.
Διαβάστε ακόμα
24/5 στην Τεχνόπολη: Συναυλία για την ασφάλεια των τεχνικών αφιερωμένη στον Γιάννη Αρτόπουλο
1η Μάη – Γιατί δεν είναι αργία;
Τετραήμερη Εργασία: η ευχή κι η προσευχή








