«Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν»: Ο καπιταλισμός, η γυναίκα και η πολιτική του βλέμματος
Ένα κινηματογραφικό δοκίμιο του Ζαν-Λικ Γοντάρ πάνω στη μεταπολεμική κοινωνία της κατανάλωσης, της αλλοτρίωσης και της ιδεολογικής χειραγώγησης μέσω των εικόνων, από το μακρινό 1967, κατάφερε να αποτυπώσει την μοναξιά που έχουμε βιώσει όλες και όλοι μας στις σύγχρονες πόλεις που δεν ηρεμούν πότε.
Η ταινία «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ αποτελεί ένα από τα πιο ριζοσπαστικά παραδείγματα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού στο σινεμά της δεκαετίας του ’60. Δημιουργημένη το 1967, σε μια Γαλλία που βρισκόταν στο κατώφλι των εξεγέρσεων του Μάη του ’68, η ταινία λειτουργεί ως κινηματογραφικό δοκίμιο πάνω στη μεταπολεμική κοινωνία της κατανάλωσης, της αλλοτρίωσης και της ιδεολογικής χειραγώγησης μέσω των εικόνων. Ο Γκοντάρ δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία αλλά συνθέτει ένα πλέγμα εικόνων, ήχων και σχολίων που εξετάζουν τη σύγχρονη ζωή ως σύστημα σημείων, όπου η οικονομία, το φύλο και η γλώσσα πλέκονται αξεδιάλυτα.

Η ηρωίδα Ζυλιέτ, μια παντρεμένη γυναίκα που εκπορνεύεται περιστασιακά για να συμπληρώσει το εισόδημά της, δεν παρουσιάζεται ως μεμονωμένη περίπτωση αλλά ως σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχει μετατρέψει τα πάντα σε εμπόρευμα. Ο Γκοντάρ χρησιμοποιεί την ιστορία της ως καθρέφτη του Παρισιού των προαστίων, μιας πόλης που ανοικοδομείται μαζικά και συμβολίζει τον ανασχηματισμό της κοινωνίας της ευμάρειας. Οι πολυκατοικίες, οι δρόμοι, οι αφίσες, οι διαφημίσεις και τα προϊόντα γίνονται ορατά σημεία μιας νέας πραγματικότητας όπου η ζωή οργανώνεται γύρω από την κατανάλωση. Ο θεατής βλέπει όχι απλώς το Παρίσι, αλλά την ίδια την οικονομία της επιθυμίας, όπου η γυναίκα, ο χώρος και ο χρόνος υπόκεινται στη λογική της ανταλλακτικής αξίας.
Ο Γκοντάρ σχολιάζει ευθέως τη διάχυτη εμπορευματοποίηση της ύπαρξης, χρησιμοποιώντας την πορνεία ως μεταφορά της καπιταλιστικής δομής: κάθε ανθρώπινη σχέση –συναισθηματική, κοινωνική ή επαγγελματική– παίρνει τη μορφή συναλλαγής. Η γυναίκα γίνεται έτσι αντικείμενο του βλέμματος και της αγοράς, φέρνοντας στο προσκήνιο μια πρώιμη φεμινιστική διάσταση του έργου του Γκοντάρ. Μέσα από τη Ζυλιέτ, ο σκηνοθέτης δείχνει πώς η γυναικεία ταυτότητα, όπως και κάθε μορφή υποκειμενικότητας, κατασκευάζεται μέσα από την εικόνα και το εμπόρευμα, προεικονίζοντας θεωρητικές συζητήσεις που θα αναπτυχθούν αργότερα από στοχαστές όπως ο Guy Debord και ο Jean Baudrillard.

Η πολιτική του Γκοντάρ εκφράζεται όχι μόνο στο περιεχόμενο αλλά και στη μορφή. Ο αφηγητής, με ψιθυριστή φωνή εκτός κάδρου –ο ίδιος ο σκηνοθέτης– συνομιλεί με τις εικόνες, αμφισβητεί, σχολιάζει, αναρωτιέται. Αυτή η διάσπαση μεταξύ λόγου και εικόνας λειτουργεί ως ρήξη με τον ρεαλισμό του παραδοσιακού σινεμά και αποκαλύπτει την ιδεολογική φύση κάθε αναπαράστασης. Ο Γκοντάρ κάνει τον θεατή να συνειδητοποιήσει ότι βλέπει μια κατασκευή, μια επιφάνεια σημείων που οργανώνει τη σκέψη και την επιθυμία. Ο κινηματογράφος δεν είναι ουδέτερος, αλλά ένας μηχανισμός παραγωγής νοημάτων — και επομένως ένα πεδίο πολιτικής ευθύνης.
Το Παρίσι, όπως κινηματογραφείται στην ταινία, γίνεται ένα κοινωνιολογικό εργαστήριο. Οι νέες πολυκατοικίες, οι λεωφόροι, τα πρατήρια βενζίνης και τα καφέ συγκροτούν το τοπίο ενός καπιταλιστικού μηχανισμού που παράγει ταυτότητες. Μέσα σε αυτόν τον χώρο, η Ζυλιέτ χάνει κάθε αίσθηση εσωτερικότητας· γίνεται κομμάτι του ίδιου του αστικού μηχανισμού, όπως ένα εξάρτημα σε μια μηχανή. Η αποξένωσή της δεν είναι ατομική αλλά συλλογική, καθώς η πόλη και το υποκείμενο συγχωνεύονται μέσα στο ίδιο πεδίο κατανάλωσης και θεάματος.

Στο τέλος, «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν» είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ταινία για μια γυναίκα και την πόλη της. Είναι μια κινηματογραφική ανάλυση του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος ζει μέσα σε ένα πλέγμα εικόνων, προϊόντων και ιδεολογιών που διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Ο Γκοντάρ δείχνει ότι η απελευθέρωση δεν μπορεί να είναι απλώς πολιτική ή κοινωνική, αλλά πρέπει να είναι και αισθητική – μια απελευθέρωση της ίδιας της σκέψης από τα στερεότυπα της γλώσσας και της εικόνας.
Η ταινία κατάφερε να αποτυπώσει την μοναξιά που έχουμε βιώσει όλες και όλοι μας στις σύγχρονες πόλεις που δεν ηρεμούν πότε. Το οικείο συναίσθημα που δίνει στον θεατή, ο οποίος εργάζεται, βιάζεται και παράγει χωρίς να κερδίζει το μέρος της της παραγωγής που του αναλογεί. Αν αναλογιστούμε την Αθήνα του 2025 που είναι μια πόλη μη βιώσιμη, και οι άνθρωποι είναι μονάδες ενός διαλυμένου συνόλου, ίσως και να βρούμε πολλαπλές συνδέσεις.

Διαβάστε επίσης:
Η σημασία της συλλογικότητας στην ψυχική υγεία
Γυρίζουν πίσω και στο μέτρημα τους λείπουν πάνω από 18.000 παιδιά
Βασανιστήρια: Μπήκε στη ΓΑΔΑ περπατώντας – Βγήκε με σπασμένο πόδι
Έλατε να σας πω τι σημαίνει αστυνομική βία





