Χριστουγεννιάτικες ιστορίες καπιταλισμού
Από το βράδυ που βγήκα χιλιοσακατεμένος από το τρένο των Τεμπών, κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς μοιάζει με μια παράταση ζωής που δε ζήτησα. Με κρατάνε όρθιο μικρές στιγμές που ξεγελάνε τη ζωή μου ότι έχει νόημα και σκοπό. Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ για τον κόσμο και ύστερα για τον εαυτό μου, είναι να βρεθεί ο τρόπος να γεμίσουν οι ζωές μας ασφυκτικά από τέτοιες στιγμές. Να ξεγελάμε κάθε πρωί που αναπνέουμε το θάνατο. Ίσως τελικά οι στιγμές που ψάχνουμε να είναι το ίδιο το ταξίδι προς αυτή τη ζωή. Δε ξέρεις αν δεν δοκιμάσεις.
Να συστηθούμε, όχι ότι δε περιαυτολογώ. Είμαι ο Αντώνης και μεγάλωσα στα Καμένα Βούρλα, ένα παραδοσιακά τουριστικό παραθαλάσσιο χωριό. Οι γονείς μου, όσο ζούσαμε στο χωριό, είχαν ένα κρεοπωλείο που μας ζούσε για χρόνια. Το κρεοπωλείο αυτό έχει πληρώσει τα φροντιστήρια που με προετοίμασαν να περάσω Πολυτεχνείο, έχουν ντύσει και ταΐσει την αδερφή μου κι εμένα. Είναι το παιδάκι του πατέρα μου, αυτό που του έμαθαν οι δικοί του γονείς. Ο πατέρας του το έμαθε από τον δικό του πατέρα, κι η αλυσίδα συνεχίστηκε, μέχρι που έσπασε σε μένα.
Οφείλω να παραδεχτώ ότι το επάγγελμα σταμάτησα να το θεωρώ μια εναλλακτική για το μέλλον μου, πιο πολύ από βίωμα, παρά από κάποια λογική διεργασία. Τα μνημόνια τσάκισαν το μαγαζί, μαζί με την οικογένειά μας. Είδα τους γονείς μου να κλείνουν κάτι που αγαπήσανε, κάτι που φτιάξανε με τα χέρια τους, και να μας βάζουν σε ένα αεροπλάνο για να τα βγάλουμε πέρα. Ήταν η εποχή που έμαθα να φοβάμαι το ελεύθερο επάγγελμα, όχι για το άγχος του, αλλά για την επισφάλειά του. Αυτή ήταν η ανάγνωση της κατάστασης τότε, με τα δεδομένα που είχα.
Ο πατέρας μου κατάφερε, πέντε χρόνια μετά, να ανοίξει ένα μικρότερο μαγαζάκι στη Λαμία. Μπορεί την τέχνη να μην την έμαθα στην ολότητά της, αλλά δε μου περνά αδιάφορη. Την έχω συνδέσει με την παιδικότητά μου, με τα πρώτα μεροκαματάκια, με την καταγωγή μου, το χωριό, τις ντοπιολαλιές των κτηνοτρόφων και των παραγωγών, των ανθρώπων κάθε περπατησιάς που έμπαιναν στο μαγαζί. Είναι για μένα ένα μεγάλο μέρος του χρόνου που έχω περάσει με την οικογένειά μου, είναι όλες οι γιορτές που περάσαμε δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ πάνω από δύο κούτσουρα. Οπότε κάθε φορά που έρχονται οι γιορτές και είμαι ελεύθερος, μπαίνω στο μαγαζί και ξεχνάω να βγω.
Πριν προχωρήσω στο θέμα που ήθελα να αγγίξω, θα κάνω μια βαρετή βόλτα από τα αναγνώσματα μου περί πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Μαρξ είχε αναφερθεί στην εξειδίκευση του εργάτη, πώς τον αποξενώνει από το τελικό προϊόν του κόπου του, και πώς αυτό τον αποξενώνει από τον ίδιο του τον εαυτό. Επί της ουσίας, νιώθεις σα να μην έχεις βρει το σκοπό της ύπαρξής σου, δεν καταλαβαίνεις γιατί δουλεύεις. Θυμάμαι ότι είχα διαβάσει αυτή την ανάλυση στο Κεφάλαιο, όταν το αγόρασα για να μπορώ να διαφωνήσω με επιχειρήματα όταν οι πολιτικές κουβέντες πήγαιναν στην ανάλυση του.
Ένα απόγευμα, λοιπόν, στη γωνιά του σαλονιού μου, όπου έχω τον γλόμπο με τον πορτοκαλί φωτισμό, αφιερωμένο στο διάβασμα, ανακάλυψα ότι ο κωλόγερος που είχα σκοπό να κοροϊδέψω, είχε και μερικά δίκια. Στο γραφείο όπου δούλευα, σπάνια είχα επαφή με τους πελάτες και τους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούσαν το software που παρήγαγε η εταιρία. Στην εντελώς αντίθετη πλευρά, τις μέρες των Χριστουγέννων, ξέρουμε ότι συμβάλλουμε στο φαγητό που θα ενώσεις εκατοντάδες οικογένειες σε εκατοντάδες τραπέζια. Αγαπώ αυτό που δίνω, γιατί θα το μοιραστούν άνθρωποι που αγαπιούνται. Και άλλο τόσο, γιατί θα έρθουν την επόμενη εβδόμαδα, θα μας πουν ευχαριστώ, πόσο το ευχαριστήθηκαν, τι καλά λόγια άκουσαν από τους μουσαφίρηδες τους, τέτοια όμορφα πραγματάκια.
Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Πρώτα-πρώτα, πάντα μου κάνει τρομερή εντύπωση πόσο ευχαριστιέμαι να λερώνω τα χέρια μου. Αναγνωρίζω ότι είναι πολύ πιθανό, εδώ που έφτασε ο κόσμος, να υπάρχει κόσμος που διαβάζει αυτό το κείμενο και δε σέβεται το επάγγελμα. Μπορώ μόνο να μιλήσω για μένα, που το έχω συνδέσει με τον ίδιο μου το βιοπορισμό. Και μιλάω πολύ πιο γενικά, για το χειρωνακτικό επάγγελμα, για την άμεση σχέση που έχεις με αυτό που παράγεις. Να γυρνάς σπίτι και να έχεις χειροπιαστή αίσθηση του πώς «έβγαλες το μεροκάματό σου».
Το δεύτερο σημείο είναι για μένα το πιο βασικό. Όταν αγαπάς αυτό που κάνεις, σαν μια συνολική διαδικασία, την επαφή με τον κόσμο, την ικανοποίηση, την πολύ σκληρή δουλειά που σε επιβραβεύει σε ανύποπτο χρόνο, είναι πολύ εύκολο να πονέσεις. Ο πατέρας μου, που αναγκάζεται να αλλάζει τις τιμές αυτού που δίνει, λες και δουλεύει στο χρηματιστήριο, είναι σα ψάρι έξω από το νερό. Γνωρίζω ότι αν μπορούσε να κάνει δώρο όλο το μαγαζί, θα το έκανε. Το μόνο που τον κρατάει πίσω είναι η ανάγκη να μπει ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι. Ο πατέρας μου, χωρίς να έχει καν τις γνώσεις μου πάνω στο Μαρξ ή τον Adam Smith, ή κάθε άλλο πολιτικό φιλόσοφο κάθε ρεύματος, είναι η ανθρωπιά που δε λέει να σκύψει το κεφάλι. Τέσσερις άνθρωποι που έχουν πεινάσει όσο λίγοι, ακόμα δε λένε να ξεχάσουν πώς είναι να δίνεις. Κι όσο υπάρχει το «δούναι», το «λαβείν» μπορεί να περιμένει. Γιατί με το «λαβείν» μπορεί να επιβιώνεις, αλλά με το «δούναι» ζεις.
Από το βράδυ που βγήκα χιλιοσακατεμένος από το τρένο των Τεμπών, κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς μοιάζει με μια παράταση ζωής που δε ζήτησα. Με κρατάνε όρθιο μικρές στιγμές που ξεγελάνε τη ζωή μου ότι έχει νόημα και σκοπό. Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ για τον κόσμο και ύστερα για τον εαυτό μου, είναι να βρεθεί ο τρόπος να γεμίσουν οι ζωές μας ασφυκτικά από τέτοιες στιγμές. Να ξεγελάμε κάθε πρωί που αναπνέουμε το θάνατο. Ίσως τελικά οι στιγμές που ψάχνουμε να είναι το ίδιο το ταξίδι προς αυτή τη ζωή. Δε ξέρεις αν δεν δοκιμάσεις.
Καλή χρονιά γεμάτη αγώνες και δύναμη. Γιατί, αν τελικά η ζωή έχει νόημα, αυτό είναι να αγωνίζεσαι.
Φωτογραφία: από το βιβλίο “Capitalism and Its Critics: A Battle of Ideas in the Modern World” του John Cassidy
Διαβάστε επίσης:
2025: Ένας χρόνος αγώνων και αντιστάσεων
Το 2025 ήταν η χρονιά της Γάζας, των κινημάτων και των αλλαγών





