Βλέπουν οι μαμάδες όνειρα;
-Μαμά, τι είναι όνειρα;
-Όνειρα, αγόρι μου, είναι αυτά που βλέπεις όταν πέφτεις να κοιμηθείς το βράδυ. Είναι αυτές οι ιστορίες που μου λες ότι έζησες όσο εγώ λείπω.
-Δηλαδή, εσύ που δουλεύεις τα βράδια δε βλέπεις όνειρα;
-Εγώ… βλέπω κι εγώ. Όχι τόσο πολλά όσο εσύ, αλλά πού και πού βρίσκω το χρόνο και βλέπω κι εγώ.
Ήταν η πίτα σήμερα, η κοπή της. Καμιά όρεξη δεν είχα. Την προτιμούσα αυτή τη βάρδια. Ξέρω, όλοι εκεί θα ‘ταν, δεν έχει νόημα η σε διάρκεια κατήφεια, η κακοδιάθεση. Ξέρω, ας ξεχάσουμε τα υπόλοιπα, δεν είναι και κακό να ξεχνιόμαστε πού και πού. Ένα τραγούδι, καμιά βλακεία με τους συναδέλφους, το φλουρί, το χάζι στο χορό των άλλων. Αλλά ρε παιδί μου, δεν είμαι εγώ αυτό. Κάπου βαριέμαι, κάπου νομίζω πως προσποιούμαι. Θα ‘ναι και τα αφεντικά. Τι δουλειά έχω εγώ με αυτούς; Για ποιον κοινό λόγο μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι;
Καλύτερα εδώ. Να κάνω τη βάρδια μου, να γυρίσω να κοιμηθώ λίγο, να σηκωθώ, να ετοιμάσω σπίτι, μεσημεριανό, να περιμένω τον μικρό. Πρέπει να σκεφτώ και μια ιστορία να του πω. Είναι το παιχνίδι μας, η συνήθειά μας, οι δικές μας χίλιες και μία νύχτες. Κάθε βράδυ μια ιστορία, ένα μικρό κάτι, ένα τρικ να του δώσω, ένα μαγικό που τάχα μου έγινε στο εργοστάσιο μπισκότων. Κι άντε μια μέρα να του εξηγήσω ότι ο Γουίλι Γουόνκα δεν πέρασε ποτέ από εδώ.
Κοντεύουμε, μερικές ώρες ακόμη. Πονάνε τα πόδια μου. Είμαι μικρή για να μην αντέχω τόσο την ορθοστασία. Δεν ξέρω, τι να πω; Ίσως να μην είμαστε όλοι το ίδιο. Βλέπω όμως και τις άλλες κοπέλες. Άλλες τη μέση, άλλες την πλάτη, άλλες τον αυχένα. Όλες κάτι έχουμε. Κι είναι και οι μεγαλύτερες κι απορώ πώς αντέχουν, πώς τα καταφέρνουν. Η ανάγκη θα μου πεις. Και καλά θα κάνεις. Αυτό θα σου πω κι εγώ. Σε ετούτη τη ζωή μας έτυχαν οι βάρδιες της ανάγκης. Εκείνες της απόλαυσης ίσως να μας περιμένουν σε μιαν άλλη.
Βήχω τελευταία. Καμιά ίωση θα ‘ναι. Όλη η πόλη με ένα χαρτομάντηλο κυκλοφορεί. Απ’ την άλλη, ίσως και να είναι από αυτή τη μυρωδιά που αιωρείται εδώ και τόσο καιρό. Το βράδυ που είμαστε λιγότεροι, που έχει κρύο και είναι τα παράθυρα συνήθως κλειστά είναι πιο έντονη. Σαν υγραέριο. Μου καίει το λαιμό. Το είπαμε ξανά και ξανά στον υπεύθυνο. Κι αυτός τη μυρίζει. Το έχει μεταφέρει μας είπε. Δεν είναι τίποτα όμως. Μάλλον απ’ τις μηχανές, απ’ τα καζάνια… Ποιος ξέρει; Κάποιες στιγμές σαν να δουλεύουμε σε διυλιστήρια νιώθω. Του το είπα. Με είπε ευαίσθητη. Μπορεί και να ‘χει και δίκιο. Μπορεί και να είμαι πολύ ευαίσθητη για να δουλεύω σε εργοστάσιο.
Το πάρτι θα ‘χει τελειώσει τώρα. Στην αυριανή θα ακούσω όλες τις ιστορίες. Καθένας θα έχει κάτι να πει, θα έχει δει κάπως αλλιώς τις ίδιες σκηνές. Σαν να ‘μουν εκεί θα νιώθω κι ίσως μετά από μερικά χρόνια να μην μπορώ να ξεχωρίσω στη μνήμη μου αν όντως ήμουν ή όχι. Το λέω συνέχεια: τι σημασία έχει; Τι σημασία έχουν γενικά όσα μας αφήνουν παγερά αδιάφορους, όσα περνάνε, όσα ζούμε μόνο και μόνο για να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε σε όσα αληθινά μας νοιάζουν; Καμία! Δεν μου αρέσει να τους δίνω παραπάνω απ’ το πραγματικό τους μπόι.
Λίγο ακόμη. Μουδιάζω. Πια πονάνε τα γόνατά μου. Δεν πειράζει. Αλλάζουμε σε λίγο. Έχω να σκεφτώ και μια ιστορία, το αυριανό θαύμα του μικρού. Ώσπου να τη σκεφτώ, τέλειωσε και απόψε. Είδες; Τίποτα δεν ήταν. Αυτή η μυρωδιά μόνο…
Φωτό: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ Eurokinissi
Διαβάστε επίσης:
Ενας επιζών νιώθει «πόνο βαθύ» για τη Χίο. Του επιτρέπεται;
Καρυστιανού: Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα






