Τι κάνει ο Ζόραν Μαμντάνι στην καρδιά του καπιταλισμού;
Η ιστορική εκλογή του 34χρονου δημοκρατικού σοσιαλιστή στη Νέα Υόρκη αποκαλύπτει μια βαθιά κοινωνική και πολιτισμική μετατόπιση στην Αμερική των ανισοτήτων.
Η εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης – του «Μεγάλου Μήλου» όπως ονομάζεται η μεγαλούπολη – συνιστά ένα κοινωνικό και ιδεολογικό ρήγμα στον ίδιο τον πυρήνα της αμερικανικής μητρόπολης, μιας πόλης που αποτελεί εδώ και δεκαετίες σύμβολο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, της χρηματοπιστωτικής ισχύος και της αστικής φιλελεύθερης ελίτ.
Θα γίνει ο νεότερος δήμαρχος της πόλης από το 1892, ο πρώτος μουσουλμάνος δήμαρχος και ο πρώτος δήμαρχος γεννημένος στην Αφρική. Ο 34χρονος εισήλθε στην κούρσα πέρυσι με ελάχιστη αναγνωρισιμότητα, λίγα χρήματα και χωρίς υποστήριξη από θεσμικά κόμματα.
Αυτό από μόνο του καθιστά τη νίκη του επί του πρώην κυβερνήτη Αντριου Κουόμο και του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου Κέρτις Σλίβα αξιοσημείωτη. Πέρα όμως από αυτό, ο Μαμντάνι αντιπροσωπεύει τον τύπο πολιτικού που πολλοί στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος αναζητούσαν εδώ και χρόνια.
Ο Μαμντάνι ενσάρκωσε στη φυσιογνωμία του το πρόσωπο της Νέας Υόρκης του 21ου αιώνα. Μετανάστης, μουσουλμάνος, προοδευτικός, πολιτικά «outsider».
Όμως η επιτυχία του δεν εξηγείται μόνο από την ταυτότητά του. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ καλά οργανωμένης «από τα κάτω» καμπάνιας (grassroots campaign), που απευθύνθηκε σε εκείνους που δεν νιώθουν ότι τους εκπροσωπεί κανείς. Νέους, εργαζόμενους χαμηλών εισοδημάτων, ενοικιαστές, κοινότητες μεταναστών.
Με την εκλογή του απέναντι στον Κουόμο, πρώην κυβερνήτη της Νέας Υόρκης και γιο άλλου κυβερνήτη, ο Μαμντάνι κατήγαγε μια νίκη ενάντια στο κατεστημένο των Δημοκρατικών, το οποίο πολλοί στην αριστερά θεωρούν αποκομμένο από τον λαό και την πραγματικότητα.
Η Νέα Υόρκη παραδοσιακά λειτουργεί ως μικρογραφία των αμερικανικών κοινωνικών αντιθέσεων. Η συγκέντρωση πλούτου, η άνιση πρόσβαση στη στέγαση και η εντεινόμενη αίσθηση οικονομικής επισφάλειας μετά την πανδημία δημιούργησαν έδαφος για την ανάδυση ενός υποψηφίου που έθεσε στο επίκεντρο τα ζητήματα της προσιτής διαβίωσης (affordability), της κοινωνικής δικαιοσύνης και των δημόσιων υπηρεσιών.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η εκστρατεία του Μαμντάνι έχει προσελκύσει μεγάλο ενδιαφέρον από τα μέσα ενημέρωσης, ίσως περισσότερο από ό,τι θα άξιζε μια δημοτική εκλογή, ακόμη και σε μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη. Αυτό σημαίνει επίσης ότι, ως δήμαρχος, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του θα παρακολουθούνται στενά.
Η «Κόκκινη» Νέα Υόρκη
Η επιτυχία του Μαμντάνι συνδέεται με τη συγκυρία κοινωνικής κόπωσης απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις. Η πόλη, παρά τον πλούτο της, αντιμετωπίζει αυξανόμενη ανισότητα, στεγαστική κρίση και υποδομές που δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής των κατοίκων της. Αυτά τα φαινόμενα συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός εκλογικού σώματος δεκτικού σε εναλλακτικά πολιτικά αφηγήματα.
Η στρατηγική του θύμιζε εκείνη του Μπέρνι Σάντερς και της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ: μικρές δωρεές, εθελοντές αντί για λομπίστες, κοινότητες αντί για think tanks. Με αυτή την τακτική κατάφερε να ανατρέψει το πολιτικό κατεστημένο της πόλης και να μετατρέψει την αδιαφορία σε κινητοποίηση.
Κατά την εκστρατεία του, υπερασπίστηκε σθεναρά τη στάση του ενάντια στην επιχειρηματική και χρηματοπιστωτική ελίτ που κυριαρχεί στη Νέα Υόρκη και έχει μετατρέψει το Μανχάταν σε οικονομική πρωτεύουσα του κόσμου. Για να κυβερνήσει αποτελεσματικά, πιθανότατα θα χρειαστεί να έρθει σε συμφωνία με αυτά τα συμφέροντα, διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει τις τελευταίες εβδομάδες.
Έχει επίσης καταδικάσει τη στάση του Ισραήλ στον πόλεμο στη Γάζα και έχει δεσμευτεί ότι θα συλλάβει τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου ως εγκληματία πολέμου εάν επισκεφθεί τη Νέα Υόρκη, μια υπόσχεση που ενδέχεται να δοκιμαστεί κατά τη θητεία του.
Όλα αυτά αποτελούν ζητήματα για αργότερα. Προς το παρόν, ο Μαμντάνι χρειάζεται να καθορίσει το δημόσιο προφίλ του, πριν το κάνουν οι αντίπαλοί του. Παρά το εθνικό ενδιαφέρον για την εκστρατεία του, για μεγάλο μέρος της Αμερικής παραμένει άγνωστος. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση της CBS έδειξε ότι το 46% του αμερικανικού κοινού παρακολουθούσε τις εκλογές για δήμαρχο της Νέας Υόρκης «καθόλου στενά».
Αυτό προσφέρει στον Μαμντάνι και στην αμερικανική αριστερά τόσο ευκαιρία όσο και πρόκληση. Οι συντηρητικοί, από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και κάτω, θα προσπαθήσουν να τον παρουσιάσουν ως σοσιαλιστική απειλή, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές του θα φέρουν την καταστροφή στην μεγαλύτερη πόλη της Αμερικής και θα αποτελέσουν κίνδυνο αν υιοθετηθούν ευρύτερα. Θα ενισχύσουν κάθε του σφάλμα και θα επισημάνουν κάθε αρνητικό οικονομικό ή εγκληματολογικό δείκτη. Ο Τραμπ, με προσωπικούς δεσμούς με τη Νέα Υόρκη, σίγουρα θα επιδιώξει πολιτική αντιπαράθεση με τον Μαμντάνι.
Το πρωτοσέλιδο της New York Post, που τον σατίρισε κρατώντας σφυροδρέπανο, φανερώνει ακριβώς τον φόβο που προκαλεί το φαινόμενο Μαμντάνι. Η εφημερίδα του Ρούπερτ Μέρντοχ βλέπει στη νίκη του μια απειλή για το status quo. Την επιστροφή της κοινωνικής πολιτικής και του αναδιανεμητικού λόγου σε μια πόλη που ταυτίστηκε με τη Wall Street.

Η επιτυχία του δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Αντανακλά μια νέα γενιά προοδευτικών Αμερικανών, που αμφισβητούν τη σύγκλιση των δύο μεγάλων κομμάτων στο κέντρο και ζητούν κοινωνική δικαιοσύνη, δημόσιες επενδύσεις, ισότητα. Με τον ίδιο τρόπο που ο Σάντερς άνοιξε τη συζήτηση για το Medicare for All, ο Μαμντάνι ανοίγει τη συζήτηση για το «affordable city for all».
Η ευκαιρία για τον Μαμντάνι είναι ότι δεν φέρει το βάρος του παρελθόντος, το οποίο οι αντίπαλοί του προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας χωρίς επιτυχία. Όταν θα ορκιστεί τον Ιανουάριο, θα έχει την ευκαιρία να χτίσει τη φήμη του από το μηδέν. Και αν έρθει σε αντιπαράθεση με τον Τραμπ, αυτό θα του προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη πλατφόρμα.
Πολιτική βάσης και νέες ταυτότητες
Πέρα από την πολιτική διάσταση, η εκλογή Μαμντάνι έχει βαθύ πολιτισμικό νόημα. Για πρώτη φορά, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης είναι μουσουλμάνος, με ρίζες στην Αφρική και τη Νότια Ασία, κάτι αδιανόητο πριν από λίγες δεκαετίες. Η πόλη των μετανάστών φαίνεται να αναγνωρίζει τον εαυτό της στο πρόσωπο ενός ανθρώπου που μεγάλωσε σε αυτήν, χωρίς όμως να ανήκει στις παλιές αστικές τάξεις.
Η καμπάνια του Μαμντάνι εστίασε σε μια πολιτική βάσης (grassroots mobilization), με εκτεταμένη χρήση κοινωνικών δικτύων, μικροδωρεών και εθελοντών, αντί για παραδοσιακές δομές πολιτικής χρηματοδότησης. Η στρατηγική αυτή ενίσχυσε τη συμμετοχή νεότερων και κοινωνικά περιθωριοποιημένων ομάδων, ενώ προώθησε ένα μήνυμα συμπερίληψης και κοινωνικής αναδιανομής.
Η ταυτότητα του ίδιου λειτούργησε ως συμβολικός παράγοντας πολιτισμικής εκπροσώπησης σε μια πόλη που αυτοπροσδιορίζεται ως πολυπολιτισμική. Η εκλογή του καταδεικνύει ότι οι παράγοντες ταυτότητας μπορούν να συνδυαστούν με οικονομικά αιτήματα, παρά να λειτουργούν αποκλειστικά σε πολιτισμικό επίπεδο.
Η πολιτική πλατφόρμα του Μαμντάνι κινήθηκε στο πλαίσιο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, μιας τάσης που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει δυναμική στις ΗΠΑ, ιδίως μέσω του κινήματος Democratic Socialists of America (DSA) και πολιτικών προσώπων όπως ο Μπέρνι Σάντερς και Η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ.
Σε αντίθεση με τη ρητορική της ριζοσπαστικής Αριστεράς του παρελθόντος, ο λόγος του Μαμντάνι επικεντρώθηκε σε πρακτικές, αστικές μεταρρυθμίσεις: πάγωμα ενοικίων, δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες, επέκταση κοινωνικών υπηρεσιών. Αυτή η μετριοπαθής μορφή σοσιαλισμού της καθημερινότητας φαίνεται να έχει απήχηση σε πληθυσμούς που βιώνουν το κόστος της ανισότητας αλλά παραμένουν καχύποπτοι απέναντι σε ιδεολογικές εξάρσεις.
Αντί επιλόγου
Η νίκη του Ζόραν Μαμντάνι δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως προϊόν αριστερής ιδεολογικής στροφής. Αντανακλά μια κρίση εμπιστοσύνης προς τα καθιερωμένα πολιτικά σχήματα, καθώς και μια επανεμφάνιση του αιτήματος κοινωνικής ισότητας στις μεταβιομηχανικές πόλεις του 21ου αιώνα.
Η Νέα Υόρκη, ως πλουσιότερη και πιο πολυσύνθετη μητρόπολη των ΗΠΑ, μετατρέπεται έτσι σε εργαστήριο πολιτικής και κοινωνικής καινοτομίας. Η εκλογή Μαμντάνι αποτελεί, υπό αυτή την έννοια, σημείο καμπής για την κατανόηση των μετασχηματισμών που συντελούνται στις σύγχρονες δημοκρατίες.
Η νίκη του Μαμντάνι δημιουργεί ενθουσιασμό για τις προοδευτικές πολιτικές που προτείνει, ωστόσο είναι σημαντικό να εξετάσουμε την πραγματική δυνατότητα εφαρμογής αυτών των μέτρων. Πράγματι, προγράμματα όπως το πάγωμα των ενοικίων, η επέκταση δωρεάν δημόσιων συγκοινωνιών και η δημιουργία δημοτικών παντοπωλείων απαιτούν συνεργασία με την πολιτειακή και ομοσπονδιακή κυβέρνηση, επάρκεια χρηματοδότησης και θεσμική στήριξη.
Η Νέα Υόρκη, παρά τη φαινομενική πλειοψηφία που υποστηρίζει το όραμά του, διαθέτει πολύπλοκες θεσμικές ισορροπίες και οικονομικά δεσμευτικά πλαίσια. Υπάρχει κίνδυνος η προεκλογική ρητορική να συγκρουστεί με τις πραγματικότητες του δημοσιονομικού συστήματος και της πόλης, όπως συνέβη σε προηγούμενες προσπάθειες εφαρμογής φιλολαϊκών πολιτικών σε μητροπόλεις με υψηλό κόστος ζωής.
Οι φιλόδοξες υποσχέσεις μπορεί να αποτελέσουν σημείο εκκίνησης για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ή ενδεχομένως να περιοριστούν σε συμβολικά μέτρα χωρίς ουσιαστική εφαρμογή. Ο Μαμντάνι, επομένως, καλείται να μετατρέψει τις φιλολαϊκές υποσχέσεις του σε πρακτικές, βιώσιμες πολιτικές, μέσα σε ένα πολυπλοκό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο, γεγονός που θα καθορίσει αν η θητεία του θα σηματοδοτήσει ουσιαστική αλλαγή ή περιορισμένες παρεμβάσεις συμβολικού χαρακτήρα.
(AP Photo/Yuki Iwamura)
Διαβάστε επίσης:
Κεφαλονιά: Σιωνιστικό τάγμα εφόδου επιτέθηκε σε πολίτες
Ζώντας με τον Λεξ και το κοινό του από το ’19 ως το ’25
Οι καλλιτέχνες δεν είναι απόφοιτοι λυκείου – Αντισυνταγματικό το ΠΔ 85/2022






