Η εγκληματική πονηριά του «γιατί να συγκαλύψουμε;»
Το δικαστήριο οφείλει ν’ αναζητά κίνητρο. Η κοινωνία όχι. Η γυναίκα του Καίσαρα δεν μπορεί να ρωτάει: Τι λόγο έχω να μην είμαι τίμια…
Το δικαστήριο οφείλει ν’ αναζητά κίνητρο. Η κοινωνία όχι. Η γυναίκα του Καίσαρα δεν μπορεί να ρωτάει: Τι λόγο έχω να μην είμαι τίμια…
Πάντα έκλεινες εισιτήριο στο 3ο βαγόνι, αλλά ήθελες στο ταξίδι να κάθεσαι στο κυλικείο. Πόσες φωτογραφίες μου έστελνες από το τραπέζι που καθόσουν, τι έτρωγες, τι διάβαζες, τι έβλεπες.
Μια επαναλαμβανόμενη πρόταση που την ακούς και την διαβάζεις τα τελευταία 2 χρόνια, είναι αυτή που λήγει κάθε συζήτηση για τα Τέμπη. Είναι η απόλυτη κόκκινη γραμμή που τελειώνει τα επιχειρήματα.
Τα εγκλήματα έχουν αυτουργούς. Φυσικούς και ηθικούς. Εδώ τι συνέβη; Ποιος φταίει; Ποιος ήξερε; Ποιος θα πληρώσει; Ήταν ένα προαναγγελθέν έγκλημα; Ναι, ήταν.
Βρέθηκε στο σημείο μηδέν. Ο αέρας μύριζε καμένο σίδερο και βενζίνη. Οι επιβάτες δεν ήταν πια άνθρωποι – τα σώματά τους είχαν ενωθεί με τα καθίσματα των τρένων, σαν να ήταν μέρος τους από πάντα. Οι φωνές τους ήταν ψίθυροι που έλεγαν το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά: «Ο χρόνος είναι πεινασμένος».
Θάψτε τα τσεκούρια. Αχρείοι, θρασείς και υποκριτές. Καμιά φορά είναι προτιμότερη η σιωπή. Τουλάχιστον ως ένδειξη σεβασμού. Στους νεκρούς. Στα πεταμένα λείψανά τους στο Κουλούρι και στον Πηνειό.
Η «ζούγκλα» όπως αποκαλείτε πρωθυπουργέ την κοινωνία, βλέπει διακρίνει και κατανοεί με απόλυτη ακρίβεια τι κάνετε. Και απαιτεί με αξιοπρέπεια και δύναμη, τη δικαίωση.
Γιατί να σκεφτούμε όλοι ακριβώς το ίδιο πράγμα; Ίσως γιατί δεν μας φαίνεται τίποτα παράλογο πλέον.
Το οφείλω στους όρκους αγάπης που έχουν δώσει στα παιδιά τους, απέναντι στο μίσος που σε κύματα λαμβάνουν ακόμη κι από τύπους που κατ’ επάγγελμα επικαλούνται μια θρησκεία αγάπης.