Κοινωνικός Δαυίδ εναντίον πολιτικού Γολιάθ
Μοναχικές πράξεις κοινωνικού περιεχομένου
Ξέρεις δε ξέρεις από μπάλα, μάλλον θα θυμάσαι κάποια στιγμή στη ζωή σου να λένε πως μια ομάδα παίζει «όσα φάμε κι όσα βάλουμε». Ή αντίστοιχα κάποιος να μπλέκει σε έναν καυγά με τη λογική «όσες φάω κι όσες ρίξω». Κοντολογίς, είναι μια λογική που κινείται γύρω από την επίγνωση των αδυναμιών σου και την προσπάθεια να τις καλύψεις με φουλ επίθεση. Σε αντίστοιχους τόνους είναι η λογική που λέει «Αν είναι να χάσω, θα χάσω μαχόμενος». Κι ας μη νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα, βρε παιδί μου.
Ας φέρουμε τώρα τη συζήτηση στα μέτρα της καθημερινής μας ζωής. Θα ήμουν λογικός αν θεωρούσα ότι έχω άμυνες απέναντι σε ένα τέρας που λυγίζει τους νόμους στα μέτρα που προστατεύουν το ίδιο, καθιστούν εμένα κλέφτη όταν χρωστάω το όποιο ποσό αξιώνει αυτό πως πρέπει να φορολογηθώ από το επίδομα ασθενείας μου, και διαλέγει με πολύ συγκεκριμένα κριτήρια αν θα καταδικάσει έναν ένοχο για τις αποδεδειγμένες αξιόποινες πράξεις του;
Φυσικά, θα έτρεφα αυταπάτες, θα ζούσα ρομαντικά, θα παραγνώριζα την πραγματικότητα που έχω την ατυχία να αντικρύζω καθημερινά. Το γεγονός ότι είμαι απόλυτα εκτεθειμένος απέναντι του είναι για μένα αρκετό, ώστε να δεχτώ την ήττα μου; Κάθε άλλο.
Δε περιμένω την ώρα που το διαβάζεις να το καταλάβεις. Για να είμαι ειλικρινής, δε περιμένω να το καταλάβει κανένας, ποτέ. Όμως, όταν τόσα χρόνια αυτό το τέρας μου στερεί το δικαίωμα να ονειρεύομαι, να ελπίζω, να ζήσω έστω ένα χρόνο της ζωής μου ανέμελα, όταν φυτεύει μέσα μου το σπόρο της καχυποψίας για τον απέναντι μου, και σε αντάλλαγμα μου λέει «σπούδασε, γίνε καλός υπάλληλος, κοίταξε τη δουλειά σου, μην κάθεσαι να προστατέψεις το συνάδελφο σου, είναι δική του δουλειά», για να ανταμειφθώ με μια στάλα ελευθερίας, πάντα οικονομικής, τι περιμένει από μένα; Να σκύψω το κεφάλι και να σκεφτώ «καλύτερο απ’ το τίποτα»;
Έχεις κάθε δικαίωμα να το κάνεις, δε θα σε ψέξω ποτέ, αλλά έχω κι εγώ κάθε δικαίωμα να παιδέψω τον εαυτό μου ψάχνοντας έναν άλλο τρόπο να ζω. Θα κουραστώ; Θα με αμφισβητήσω; Θα νιώσω μόνος; Ανήμπορος; Τρελός; Πολύ πιθανό, μάλλον ναι. Θα είμαι ελεύθερος; Αλήθεια δε ξέρω. Αλλά θα νιώσω ελεύθερος; Νομίζω πως ναι. Κι αυτό ψάχνω, να λερώσω τα παπούτσια μου πατώντας έξω από την πεπατημένη.
Την ώρα που μεταφέρω αυτές τις σκέψεις από το χαρτί στο σκληρό δίσκο που σιχαίνομαι, βλέπω πως είναι μάλλον πολύ σημαντικό να ανοίξω μια παρένθεση. Δε θα ήθελα όσα σου περιγράφω να τα περιορίσεις στα ελληνικά δεδομένα, αν και η κατάσταση εντός των τειχών είναι κάθε χρόνο πιο ζοφερή από πέρυσι, με αμείωτο, ίσως και επιταχυνόμενο ρυθμό. Σε άλλες χώρες, άλλες ηπείρους, σαν αυτές που δοκίμασα, είναι πιο εύκολο να θεωρήσεις πως τα πράγματα πάνε καλά.
Τα πράγματα πάνε καλά για σένα όμως. Είναι καθολική πραγματικότητα, πλέον, ελέω παγκοσμιοποίησης και του γενικότερου τρόπου που στήνονται τα πράγματα, ότι το χάσμα ανάμεσα στους «είμαι καλά» και τους «κάθε πέρσι και καλύτερα» θα μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Και είναι επίσης δεδομένο ότι μεγάλο ποσοστό αυτών που βρίσκονται στη μία όχθη, δε θα μπορέσουν ποτέ να περάσουν στην άλλη, ούτε θα τους δοθεί ποτέ η ευκαιρία. Θα μου ήταν πολύ εύκολο, με λίγα λόγια, να ξεχάσω όσα μου έχει κάνει το τέρας και να πηδήξω μέσα στο μαντρί ενός πιο διακριτικού γίγαντα, που τους φόνους του τους κάνει στην πίσω αυλή του, διαλέγει τα θύματα του το βράδυ που κοιμόμαστε, και το πρωί δε γνωρίζει κανείς που πήγε ο διπλανός του. Η δύση είναι γεμάτη τέτοια μαντριά, και ο «αναπτυσσόμενος κόσμος» βρίθει από τέτοιες πίσω αυλές.
Θα ήθελα, ακόμα, να σταθώ λίγο στο σπόρο της καχυποψίας για τον απέναντι σου, τον πλησίον σου, το γείτονα σου, τον κάθε άγνωστο στο δρόμο. Δε νομίζω πως αυτή η καχυποψία είναι αβάσιμη. Νομίζω όμως πως οι συνθήκες που την προκαλούν και την ωριμάζουν δεν είναι η ανθρώπινη φύση. Νομίζω πως είναι το γεγονός ότι, ως άτομα, στερούμαστε τα ίδια πράγματα, μα είμαστε τόσο κοντόφθαλμα που κοιτάμε να τα πάρουμε το ένα από το άλλο.
Η πρώτη πράξη αντίστασης μου στην καθημερινότητα που θα έπρεπε να ζω είναι να γίνω ξανά άνθρωπος. Ευάλωτος, εκτεθειμένος, με τα χαρτιά μου ανοιχτά, τις προθέσεις μου ξεκάθαρες, τη διάθεση μου να κατανοήσω το κάθε βίωμα στα ύψη. Η πρώτη πράξη επανάστασης είναι να εισβάλω στον ανθρώπινο πόνο, τον υπαρξιακό φόβο που θα μου δώσει να καταλάβω γιατί δεν αγκαλιάζεις τον άνθρωπο, γιατί νιώθεις άνετα τροφοδοτώντας ένα σύστημα στο οποίο δίνεις το είναι σου, σου γυρνά πίσω ψίχουλα, και σε μαθαίνει να του λες ευχαριστώ.
Η μάχη στης οποίας το πεδίο ελπίζω να έχω το κουράγιο να βρεθώ νεκρός, είναι αυτή: Να ορίσω τι πρέπει να κάνω όταν νιώθω ηττημένος ή έτοιμος να ηττηθώ. Πως μπορώ να κοιτάξω στα μάτια το ζώο που κατατρώει την ανθρωπιά, τη δίψα για την ουτοπία, και να καταφέρω να το πληγώσω πριν με ξεσκίσει; Το φαινομενικά αδύνατο είναι πράξη θράσους και τρέλας, είναι όμως και πράξη αγάπης, φροντίδας. Εμπιστεύομαι πως ο επόμενος που θα τρομάξει από τη θέα και τη μανία του ζώου, την τελευταία στιγμή, θα χτυπήσει την πληγή που άφησα ανοιχτή πάνω στο άσχημο σώμα του.
Δε θέλω άλλο κάθε σκέψη μου να είναι λογική, αυστηρή, μελετημένη. Θέλω να νιώσω λίγη από την αδρεναλίνη της βουτιάς στο σκοτεινό πηγάδι του αγνώστου. Και βαρέθηκα να είμαι μόνος, γιατί βαρέθηκα να πείθω τον εαυτό μου ότι μόνο εγώ σκέφτομαι έτσι.
Διαβάστε επίσης:
Δεν είναι αντισημιτισμός, ανόητε!
Gaza Is Here: Οι Παλαιστίνιοι της Γάζας στο Σύνταγμα [Βίντεο]





