Η Συννεφούλα στον Άγνωστο Στρατιώτη
Δύο μη-θέματα κατάφεραν να βρουν τον δρόμο τους στην κοινή γνώμη, η κηδεία του Σαββόπουλου και η απουσία της Αριστεράς και η απαγόρευση… ύπαρξης στον Άγνωστο Στρατιώτη για λόγους πατρίδας.
Η κυβέρνηση έπαιξε δύο μη-θέματα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κολλητά μεταξύ τους, με σκοπό να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη και να πάει το αφήγημα στην πόλωση και τον διχασμό.
Στην περίπτωση του Άγνωστου Στρατιώτη, σκοπός ήταν να διαβάλλει τους συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών και τους επιζώντες και στην περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου ήθελε να παίξει την «ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού».
Ταυτόχρονα να αποβληθεί το μνημείο για το έγκλημα των Τεμπών από τον χώρο μπροστά από τον Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Για να γίνει αυτό μάλιστα επικαλέστηκαν τα εθνικιστικά αντανακλαστικά του όχλου τους.
Συνήθως τα αφηγήματα και οι χαζμπάρες χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν σύγχυση στο στρατόπεδο του πολιτικού αντιπάλου, όμως κάποιες φορές τα αφηγήματα μπορεί να κάνουν «γκελ» στους απέναντι για πολλούς λόγους.
Ένα τέτοιο αφήγημα ήταν και αυτό στην περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου. Ο Σαββόπουλος είναι γνωστό πως είχε σεβασμό σε μερίδα της Αριστεράς, κυρίως για συναισθηματικούς λόγους, τους λόγους που γεννά η λησμονιά των νιάτων και των εποχών που υπήρχε ακόμα ελπίδα.
Ταυτόχρονα ο Σαββόπουλος ήταν persona non gratta σε μια άλλη μερίδα της Αριστεράς, για τις απόψεις που εξέφρασε το 2010: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν αποίκους. Ας πάνε σε ξερονήσια και ας τα κάνουν παραδείσους, όπως κάναμε εμείς παλιά. Η Αθήνα πνίγεται από το πλήθος τους εδώ».
«Κάθε Αθηναίος, θέλει δεν θέλει, είναι υποχρεωμένος να περάσει τουλάχιστον μία ώρα την ημέρα στο κέντρο. Είναι επικίνδυνο. Εγώ έχω συνεργάτη που τον μαχαίρωσαν εκεί. Πρέπει να γίνει καθαρισμός. Να πάρουμε τους λαθρομετανάστες, να τους πάμε σε άδεια νησιά, να καλλιεργήσουν, να ζήσουν με αξιοπρέπεια με βοήθεια του ΟΗΕ. Δεν είναι εξορία, είναι λύση. Η Αθήνα πνίγεται.»
«Να αδειάσουμε τις καταλήψεις από τοξικομανείς και λαθρομετανάστες και να τα δώσουμε σε νεαρά ζευγάρια Αθηναίους.».
Αυτές οι απόψεις δεν μπορούν να είναι σεβαστές, ούτε στον κόσμο της Αριστεράς, ούτε στον κόσμο που προσπαθεί να δημιουργήσει νησίδες ανθρωπιάς μέσα από τις συλλογικότητες, πολλές φορές σε καταλήψεις.
Δεν υπάρχουν πλέον συγχωροχάρτια, ο Γιόχαν Τέτσελ πέθανε πριν 500 χρόνια και μαζί του ο ήχος από το νόμισμα που πέφτει στο κουτί, είναι ο ήχος της ψυχής που πηγαίνει στον παράδεισο. Όχι απλά ορθώς απείχε η κοινοβουλευτική Αριστερά, αλλά ήταν ίσως το ελάχιστο που μπορούσε να πράξει.
Οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι, τα ινδάλματα μπορεί να πεθάνουν, μπορεί «να σου τελειώσουν», μπορεί ποτέ να μην ήταν ποτέ δικά σου ινδάλματα ή να μην σημαίνουν το παραμικρό για σένα.
Μάλιστα, το ανώτερο στάδιο της απαξίας, είναι να μην ασχοληθείς καν με το ζήτημα που «τρεντάρει», όσο και αν το σηκώνουν τα ΜΜΕ ή τα κοινωνικά δίκτυα. Λυπάμαι πολύ που το κρατάμε εμείς στην επιφάνεια.
Κάθε καλόπιστη κριτική για αυτό ή οποιοδήποτε ρεπορτάζ, κείμενο ή άρθρο γνώμης είναι πάντα καλοδεχούμενη. Λυπάμαι που παρέμεινε ένα μη θέμα όπως της κηδείας του Σαββόπουλου στην επιφάνεια.







