Η στύση του άντρα κι οι «κολασμένες Εσμεράλντες» του Πέτρου Φιλιππίδη
Η στύση-στύση, το όχι-όχι, το θύμα-θύμα, κι ο κατηγορούμενος αθώος, μόνο αν δεν το ‘κανε. Όχι αν τον ξεγελάσανε με πρόστυχους χορούς οι κολασμένες Τσιγγάνες του οξαποδώ…
Διαβάζω απ’ τα τελευταία πρακτικά της δίκης Φιλιππίδη:
Εισαγγελέας: Εδώ όμως δικάζεται για προσχεδιασμένα εγκλήματα. Πήγε να βιάσει με στύση…
Μάρτυρας: Δεν καταλαβαίνω, τι εννοείτε;
Εισαγγελέας: Ο άνδρας δεν έρχεται σε στύση άμεσα. Κάτι έχει προηγηθεί, εκτός αν έχει φάρμακα…
Κι έξαφνα συνειδητοποιώ πως, αυτή τη φορά, ο εισαγγελέας δημιουργεί μια σπάνια συνθήκη. Μια συνθήκη στην οποία δεν ισχύει το (συνήθως ορθό) “δεν μπορείς να ξέρεις, δεν το έχεις ζήσει” που συνοδεύει ένθεν και ένθεν τέτοιες υποθέσεις. Αυτή τη φορά, κύριε εισαγγελέα, ο γράφων γνωρίζει. Διότι τυγχάνω άντρας – βιολογικά και κοινωνικά. Και, δηλώνω ευθέως πως τυγχάνω επίσης, συχνά-πυκνά, άντρας με στύση. Οπότε, ας μιλήσουμε για όσα βιωματικά μπορώ να γνωρίζω.
Αν δεν αποτελώ κάποιου είδους σπάνιο διαμάντι της σεξουαλικής ζωής (δεν αποτελώ!), μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι για να ‘χεις στύση απαιτείται ένας ερεθισμός. Τουλάχιστον αυτό, κι απλώς αυτό. Αναγκαία συνθήκη, κι ικανή. Μπορεί να συμβεί (ή να μη συμβεί) μ’ ένα άγγιγμα, με χιλιάδες αγγίγματα, με μια εικόνα ή με πολλές, με γυμνή σάρκα, με ντυμένη σάρκα, μ’ ένα βλέμμα ή ακόμα και με μια σκέψη. Αυτή είναι η μαγεία, κι αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της ερωτικής επιθυμίας. Οπότε, αφενός: Όχι! Δεν χρειάζεται να κάνει κάτι το άλλο άτομο για να υπάρξει στύση σ’ έναν άντρα. Δεν απαιτείται, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Χρειάζεται απλώς κάτι, κάποιος, κάπως, να ερεθίσει τη σκέψη του. Τη φαντασία του. Ή κάποια απ’ τις αισθήσεις του.
Ακούω την ένσταση: Ο Πέτρος Φιλιππίδης βαδίζει στα 60 του. Όταν συνέβησαν (κι αν συνέβησαν, για να μην του στερώ το τεκμήριο της αθωότητας) τα γεγονότα για τα οποία κατηγορείται, βάδιζε προς το τέλος των 40. Συνεχίζει να λειτουργεί η στύση σ’ αυτές τις ηλικίες όπως εγώ βιωματικά τη γνωρίζω; Δεν θα πω με βεβαιότητα ναι, όμως η ίδια η επιστήμη δεν βεβαιώνει ούτε το όχι. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια υπόθεση βιασμού – ενός εγκλήματος που εκ των πραγμάτων προκαλεί έναν βρώμικο, εξουσιαστικό ερεθισμό στο θύτη. Και τον προκαλεί για λόγους που, υποθέτω, ξεπερνούν το φάσμα της απλής, φυσικής σεξουαλικής διέγερσης. Άρα;
Άρα, εν προκειμένω δύο πράγματα μπορούν να συμβαίνουν: είτε ο εισαγγελέας μετέρχεται μια γκροτέσκα τακτική γνωρίζοντας πως είναι γκροτέσκα, ή του λείπουν βασικές γνώσεις που αποκτάς μέσω της ίδιας της ζωής, μεγαλώνοντας. Εικάζω πως δεν μιλάμε για τον Κατακουζηνό του γνωστού σήριαλ, οπότε εύκολα κανείς μπορεί ν’ απορρίψει το δεύτερο. Κι άρα το πρώτο δεν αφήνει πολλές ερμηνείες: ένας υπηρέτης της δικαιοσύνης, για να δηλώνει κάτι τόσο καταφανώς ανόητο εν γνώσει του, είτε παλεύει να σβήσει κάθε ίχνος πιθανής αμφιβολίας ως προς το έγκλημα, είτε προσπαθεί άκομψα να μοιράσει ευθύνες στο θύμα.
Ακόμα κι αν πάει κανείς με το καλόπιστο σενάριο, σοβαρή συζήτηση δεν στέκει. Είναι περίπου σαν να ισχυρίζεσαι θετικά κι απόλυτα ότι ο γάιδαρος πετάει, για ν’ αποδείξει τελικά ο μάρτυρας ή ο κατήγορος πως δεν υπήρξε ως τώρα γάιδαρος που να επιτρέπει τέτοιο συμπέρασμα. Πόση δικαιοσύνη μπορεί να χτιστεί πάνω στον ιπτάμενο γάιδαρο; Άλλη τόση μπορεί να χτιστεί και πάνω στην απίθανη στύση του άνδρα. Με τη διαφορά πως, ενώ ο κακόμοιρος ο γαϊδαράκος, κι αν το μπορούσε να πετάξει κανέναν δε θα πείραζε, η στύση του άντρα μπορεί ν’ ανοίξει μεγάλες πληγές. Και τις ανοίγει. Ειδικά δηλαδή, αν συνδυαστεί με λίγα κόμπλεξ, λίγη διαστροφή, και την πατριαρχική εγωμανία του “είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω“.
Λοιπόν, είσαι-δεν είσαι άντρας, δεν θα κάνεις ο,τι κέφι σου κατέβει. Κι είσαι-δεν είσαι εισαγγελέας, δεν γίνεται θέσφατο κάθε ανυπόστατη ανοησία επειδή εκφράζεται… από καθέδρας! Τ’ αλάθητα τελειώσανε όταν ξεκίνησε η λογική να κερδίζει την πεποίθηση, όμως αλίμονο: σ’ έναν κόσμο που αμφισβητεί ξάφνου ανοιχτά τη διπλωματία, την ειρήνη, την ελευθερία της έκφρασης και την ασφάλεια της γνώσης, μοιραία οι δεινόσαυροι ζητούν να ξεπαγώσουν απ’ το κεχριμπάρι. Ώρα είναι να βρεθούμε στο Τζουράσικ Παρκ επειδή κάποιοι προσπαθούν να βγάλουν ένοχη την Εσμεράλντα για το γεροντοέρωτα του μπάρμπα-Φρόλο. Μπραδόν, εξοχότατοι, μα το βιβλίο έχει γραφτεί κι είναι νομίζω τελεσίδικο. Η στύση-στύση, το όχι-όχι, το θύμα-θύμα, κι αν ο κατηγορούμενος είναι αθώος, θα ‘ναι γιατί δεν το ‘κανε. Μόνο έτσι. Άμα δεν το ‘κανε. Όχι αν τον ξεγελάσανε με πρόστυχους χορούς οι κολασμένες Τσιγγάνες, οι μαύρες γάτες και τα θολά ποτά του οξαποδώ…
Διαβάστε επίσης







