«Αν τους αγαπάτε τόσο, να πάτε στη Γάζα»
Πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς οφείλω τελικά να απαντάω σε όσους θεωρούν τις απόψεις μου επικίνδυνες ή απλά ηλίθιες.
Πώς πρέπει να αποκριθώ όταν λένε ομοϊδεάτες μου «κορόιδα», «πουλημένους», «πληρωμένους», «προδότες». Ακόμα διχάζομαι. Ακόμα ψάχνω τον τρόπο να βγάλω κάτι παραγωγικό από την οποιαδήποτε συνδιαλλαγή, κι ας είναι υπεραισιόδοξη μια τέτοια σκέψη.
Ειδικά όταν ήμουν μικρότερος στο χωριό μου, ζούσαμε στο μάτι του κυκλώνα της «μεταναστευτικής κρίσης». Έτσι είχαμε βαφτίσει τις καραβιές των ανθρώπων που έφταναν στις ευρωπαϊκές ακτές ως αποτέλεσμα των κρίσεων και των πολέμων που τους είχε φορτώσει η ευγενής Δύση και οι υπερασπιστές της ελευθερίας και της δημοκρατίας Αμερικανοί. Στο χωριό η κουβέντα συχνά πήγαινε στο αν είναι τελικά ευπρόσδεκτοι όλοι οι κατατρεγμένοι, που έβλεπαν την «Ελλάδα μας» ως έναν ενδιάμεσο σταθμό στο ταξίδι τους μέχρι τα πιο οικονομικά ανεπτυγμένα και εργασιακά εύρωστα ευρωπαϊκά κράτη. Εκεί από όπου μπορεί και να είχαν την ευκαιρία να στείλουν μερικά μεροκάματα στους γονείς και τα παιδιά τους πίσω στο σπίτι.
Τότε δεν είχα ταχθεί τόσο ανοιχτά όσο έχω ταχθεί τώρα με την πλευρά της ανθρωπιάς. Παρακολουθούσα όλο το debate ως τρίτος. Άκουγα το τελικό επιχείρημα να είναι «αν τους αγαπάτε τόσο, να τους πάρετε σπίτια σας». Μια δεκαετία μετά, μου είναι ακόμα πιο δύσκολο να αποδομήσω αυτό το επιχείρημα, όχι εξαιτίας της λογικής του βάσης, αλλά επειδή είναι τόσο σαθρό και στενόμυαλο που δε ξέρω καν από που να το πιάσω. Είναι σα να ζητάω να δοθούν περισσότεροι δημόσιοι πόροι στην παιδεία παρά στον αμυντικό εξοπλισμό και να μου απαντάνε «αν αγαπάς τόσο τα σχολεία, πλήρωσέ τα εσύ».
Καταλαβαίνεις πόσο σαθρό είναι το επιχείρημα;
Πόσο σαθρή είναι η βάση της συζήτησης;
Αν μπορούσα με μια πράξη μου να αλλάξω τον κόσμο, νομίζεις ότι δε θα τον άλλαζα; Νομίζεις ότι θα καθόμουν να γράψω κείμενα, βιβλία, να συζητάω σε εκδηλώσεις, να τρώω ξύλο και βροχή σε πορείες, να χάνω δουλειές λόγω της ανοιχτής πολιτικής μου τοποθέτησης;
Καταλαβαίνεις πόσο σαθρό είναι το επιχείρημα;
Πόσο φοβάσαι την ευθύνη σου;
Κι όσο τα σκέφτομαι αυτά, δεχόμαστε ως απάντηση όσο μιλάμε και παλεύουμε για τον λαό της Παλαιστίνης: «Αν τους αγαπάτε τόσο, να πάτε στη Γάζα». Κι ενώ είμαι έτοιμος να απαντήσω κατά τον ίδιο τρόπο, να που πηγαίνουμε στη Γάζα.
Και η υπόθεση από την οποία ξεκινά όλη η συζήτηση καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Πήγαν τόσοι στόλοι στη Γάζα. Και εσύ τους κατηγορείς ξανά. Σου δείχνουν ότι έχουν την αποφασιστικότητα να το κάνουν. Ύστερα σου δείχνουν ότι τέτοιους είδους ενέργειες έχουν πολύ συγκεκριμένο σκοπό.
Αυτός δεν είναι να άλλάξουν τα πράγματα, αλλά να σου δείξουν ότι τα πράγματα θα τα αλλάξουμε μόνο όλες και όλοι μαζί.
Αυτός δεν είναι να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά να σου δείξουν πόσο κοντόφθαλμα μιλάς και σκέφτεσαι, κι ότι δεν έχεις πλέον δικαιολογία.
Δε σου ζητώ να αλλάξεις γνώμη. Δε μπορώ να το κάνω. Κι αν θέλω να σέβομαι τη δημοκρατία που τόσο λες ότι σέβεσαι κι εσύ, δε θα θελήσω να το κάνω.
Σου ζητώ κάτι ακόμα πιο απλό. Παραδέξου τελικά τον πραγματικό λόγο για τον οποίο δε γουστάρεις όσους παλεύουν. Παραδέξου τον πρώτα στον εαυτό σου, κι ύστερα πες τον ανοιχτά. Η εποχή μας δε σηκώνει υπεκφυγές. Η εποχή μας δε σε σηκώνει. Η φωτιά της που καίει θα σε πάρει κι εσένα μαζί.
Γιατί, σε αντίθεση με σένα, η φωτιά δε κάνει διακρίσεις.
Διαβάστε επίσης:
Global Sumud Flotilla: 352 απαγωγές ακτιβιστών από το Ισραήλ
Οι (ονομαστικά) πλούσιοι Έλληνες και η “παγίδα του Μαρκ Τουέιν”





