Αν ήσουν νύχτα του Δεκέμβρη…
Έξι του Δεκέμβρη. Θα ήμουν η νύχτα που ο κόσμος, πριν πνιγεί, καίει το περιβάλλον του με έναν επιθανάτιο ρόγχο βγαλμένο από όνειρα σκοτεινά και φαντασίες άρρωστες. Η νύχτα που κόπηκε άλλο ένα νήμα μιας νεαρής ζωής που έψαχνε τον τρόπο της να αντέξει του κόσμου τη σκατίλα, για την οποία για κάποιο λόγο ο ίδιος είναι περήφανος.
Πολύ δύσκολος μήνας, ο τελευταίος του χρόνου. Δε φέρνει μέσα μου την ίδια χαρά της Παρασκευής, του τέλους της εβδομάδας. Δεν κάνω απολογισμό κάθε Παρασκευή. Αλλά κάνω αποτίμηση κάθε Δεκέμβρη. Και κανέναν Δεκέμβρη δεν είπε το ζύγι να ισορροπήσει, εδώ και χρόνια. Μέσα σε 31 νύχτες, μπορούν να χωρέσουν ολόκληρες ζωές. Κι εγώ αναρωτιέμαι ποια ζωή θα χωρούσα πού.
Θα ήταν παράτυπο να είμαι το πρώτο χάραμα του Δεκέμβρη; Να φορούσα στο σκελετό που κρύβω τα γιορτινά του; Να ρωτάω από ‘δω κι από ‘κει «που θα πάτε το τριήμερο;», «με ποιον θα αλλάξετε χρόνο;». Πεθαναν μέσα μου τα τυπικά μωρέ. Πέθανε το κοινωνικό πρόσωπο που δεν εννοεί τις κουβέντες του.
Θα ήμουν ένα από τα βράδια που θα γιόρταζαν τα γενέθλια τους γυναίκες που κάποτε ήταν το «Α» και το «Ω» μου; Να ετοιμάζω εκπλήξεις, να ξεφραγκιάζομαι στα δώρα, να ξενυχτάω γράφοντας την ιδανική ευχή για τη χρονιά που περάσαμε μαζί;
Ή μήπως το βράδυ των γενεθλίων του πατέρα μου; Ένα βράδυ που συνηθίζαμε τόσα χρόνια να περνάμε μαζί, μπροστά στο τζάκι, με όσο κρέας χωράει ένας οργανισμός, κι όσα γλυκά σηκώνει η χοληστερίνη μας. Με ιστορίες με τους φίλους του για κυνήγια και προτροπές «να μην αφήσω αυτό που κάνω, γιατί έχει μέλλον».
Αν ήμουν νύχτα του Δεκέμβρη, θα ήμουν το βράδυ των Χριστουγέννων; Που θα έπρεπε να έχουμε καλεσμένους, αλλά κάθε χρόνο τρώγαμε οι έξι μας, τελεμένοι από τη δουλειά; Τώρα είμαστε πέντε, μιας και τη θέση του παππού δε θα τη γεμίσει ποτέ, κανείς και τίποτα. Αν γυρνούσε πίσω τον παππού, θα ήμουν η νύχτα των Χριστουγέννων. Όμως δε γυρίζει πίσω ο παππούς. Έφυγε ένα ξημέρωμα και ήταν σα να μη ξημέρωσε για κανέναν εκτός από εκείνον. Και τόσο ειρωνικά, έφυγε ένα ξημέρωμα του Δεκέμβρη.
Κι αφού δε γυρίζει, μήπως να ήμουν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς; Με φίλους να προσπαθούν να με τραβήξουν έξω, αλλά εμένα να με τραβάνε οι καλεσμένοι και το τζάκι; Οι βιντεοκλήσεις με τους ανθρώπους που αγαπάω στο εξωτερικό, που έχουν ώρες ολόκληρες που άλλαξαν χρόνο. Τα τηλέφωνα με ανθρώπους που θεωρώ αδέρφια μου, και περνάνε χρόνο με τα βιολογικά τους αδέρφια. Η κούφια ελπίδα για έναν χρόνο που μαγικά θα τα φέρει όλα τούμπα, μέσα μας κι έξω μας. Που τώρα που ράγισε και είδα μέσα, γίνεται ένα βάρος στο στήθος, για άλλον ένα χρόνο που έρχεται και θα νιώθω ότι δεν έκανα αρκετά. Για άλλον ένα χρόνο που θα αφήσει το φορτίο του κόσμου πάνω στις πλάτες μου. Μελαγχολώ όταν αλλάζει ο χρόνος. Γιατί πέρασε ένας χρόνος που ο κόσμος βυθίζεται, και έρχεται ένας χρόνος που ακόμα λιγότεροι θα αναπνέουν.
Έξι του Δεκέμβρη. Θα ήμουν η νύχτα που ο κόσμος, πριν πνιγεί, καίει το περιβάλλον του με έναν επιθανάτιο ρόγχο βγαλμένο από όνειρα σκοτεινά και φαντασίες άρρωστες. Η νύχτα που κόπηκε άλλο ένα νήμα μιας νεαρής ζωής που έψαχνε τον τρόπο της να αντέξει του κόσμου τη σκατίλα, για την οποία για κάποιο λόγο ο ίδιος είναι περήφανος.
Νομίζω, λοιπόν, ότι θα ήμουν μια νύχτα μνήμης ενός γεγονότος κι ενός συμπεράσματος, που όσο σκληρό κι αν είναι, άλλο τόσο με απελευθερώνει. Γιατί με απελευθερώνει να γνωρίζω ότι δεν έχω να κάνω με ανθρώπους, ούτε καν με φονιάδες. Αλλά με ζώα, σαν τα ζωώδη ένστικτα της αυτοσυντήρησης, του μίσους και της μεγάλης ιδέας που διατηρούν για το μικρό τους εαυτό. Που και για τα ζώα προσβολή θα ήταν, γιατί τα ζώα τ’ αγαπώ όσο αγαπώ τους ανθρώπους. Όλους αυτούς, αυτούς που μας θεωρούν εργαλεία στους σκοπούς τους και στο λεκέ που λένε ζωή, δεν τους αγαπώ, ευτυχώς.
Και δυστυχώς, νύχτα θα ήμουν, του Δεκέμβρη και κάθε άλλου μήνα. Γιατί το σκοτάδι τους καλύπτει το φως μας. Αλλά τίποτα δεν είναι μόνιμο, ειδικά αν κρατιέται στη ζωή με βία.
Διαβάστε επίσης:
Αλέξης Γρηγορόπουλος: Αλέξη, αυτές οι νύχτες είναι δικές σου





