Το Κουτί της Πανδώρας (1929): Όταν ο κινηματογράφος της Βαϊμάρης ανέδειξε το ασυνείδητο μιας εποχής
Ο κινηματογράφος αποτελεί σύμπτωμα της εκάστοτε εποχής, λειτουργώντας ως καθρέφτης των κοινωνικών και πολιτικών μετατοπίσεων. Το πιο ηχηρό παράδειγμα αποτελεί το σινεμά που παρέδωσε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Ανάμεσα στην ήττα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα εξαθλιωμένο Βερολίνο και την άνοδο του ναζισμού, μια ολόκληρη κοινωνία ακροβατούσε μεταξύ της παρακμής και του αντιδραστικού μοντερνισμού. Παρότι το βλέμμα ήταν στραμμένο στην ανοικοδόμηση της Γερμανίας, με ό,τι ακολούθησε μετέπειτα, το συλλογικό τραύμα υπήρχε και ενδεχομένως να υπάρχει ακόμα ως συγκροτητικό κομμάτι του κοινωνικού ιστού, δεδομένων και των μετασχηματισμών που έχουν συμβεί τόσα χρόνια μετά.
Ο κινηματογράφος λειτούργησε ως μια αφαιρετική εικόνα των ψυχικών και αισθητικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν τότε. Οι συλλογικές φαντασιώσεις και οι φόβοι αποτυπώθηκαν μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες, και εν τέλει έγιναν και πραγματικότητα.
Ο Siegfried Kracauer έγραψε πως «οι γερμανικές ταινίες της εποχής προανήγγειλαν τον ναζισμό», όχι επειδή τον υμνούσαν, αλλά επειδή καθρέφτιζαν το ασυνείδητο που τον γέννησε.
Η σκοτεινή αίθουσα έγινε τόπος συλλογικής ψυχανάλυσης και η οθόνη ο αντικατοπτρισμός όπου προβαλλόταν το άγχος της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας όπου το δομικό στοιχείο ήταν η ανασυγκρότηση του έθνους μέσω της μαζικής κουλτούρας, όχι μόνο με όρους πολιτισμικούς, αλλά με όρους εθνικισμού.
Το σινεμά ως κοινωνικό φαινόμενο
Στη Βαϊμάρη, το σινεμά δεν ήταν πολυτέλεια: ήταν κοινωνικό γεγονός. Οι αίθουσες ήταν κοινός τόπος όλου του κοινωνικού φάσματος. Ο κινηματογράφος λειτουργούσε ως τελετουργία της μάζας: έφερνε κοντά ένα κοινό με πολλαπλές αντιθέσεις.
Ωστόσο, πάνω στο λευκό πανί κυριάρχησε και η μελλοντική πρόσληψη του κόσμου. Ενός κόσμου βιομηχανοποιημένου, παραγωγικού, τεχνητού. Όπως σημειώνει ο Kracauer στα κείμενά του για τις Tiller Girls, αυτές οι μηχανικά συγχρονισμένες χορεύτριες είναι η εικόνα του μαζικού σώματος που λειτουργεί ως διάκοσμος. Το αισθητικό λειτουργεί ως κεντρομόλος δύναμη του πολιτικού, υποβάλλοντας έτσι την κοινωνία στο πρόταγμα της υπακοής. Από τα Τiller Girls και τις απεικονίσεις των μαζών, φτάσαμε στην πραγματική συνθήκη, υπό τη σημαία της ναζιστικής Γερμανίας.

Το «Κουτί της Πανδώρας»: Η Lulu ως καθρέφτης της Βαϊμάρης
Αν μια ταινία συμπυκνώνει τη νεύρωση, την επιθυμία και την παρακμή της εποχής, αυτή είναι το Κουτί της Πανδώρας (Die Büchse der Pandora, 1929) του G.W. Pabst. Η Louise Brooks ως Lulu είναι η ίδια η ενσάρκωση του μοντέρνου: ελεύθερη, ασαφής, αθώα και καταστροφική. Η μορφή της δεν είναι χαρακτήρας· είναι συμβολικό πεδίο, όπου η κοινωνία προβάλλει τον φόβο της για τη γυναικεία αυτονομία, την ερωτική απελευθέρωση, τη ρευστότητα των ρόλων.
Η Lulu κινείται μέσα σε έναν κόσμο αντρικών βλεμμάτων που θέλουν να την ορίσουν ως πόρνη, ως μούσα, ως απειλή. Αλλά εκείνη παραμένει απροσδιόριστη: ένα πλάσμα που αντιστέκεται στη συμβολική τάξη. Ο Pabst την κινηματογραφεί με ψυχρή τρυφερότητα, σαν να ξέρει πως η καταστροφή της είναι ήδη αναπόφευκτη. Το Κουτί της Πανδώρας είναι λοιπόν και μεταφορά για τη Βαϊμάρη την ίδια: ένα κοινωνικό σώμα που απελευθέρωσε τις δυνάμεις της επιθυμίας και του χάους, χωρίς να μπορεί να τις ελέγξει.
Το σινεμά της Βαϊμάρης κινείται ανάμεσα σε δύο ρεύματα – τον εξπρεσιονισμό και τον ρεαλισμό του δρόμου (Neue Sachlichkeit). Ο πρώτος δίνει σχήμα στον εφιάλτη (Το Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι, 1920), ο δεύτερος δείχνει τη γυμνή πραγματικότητα (M, ο δολοφόνος του Ντύσελντορφ, 1931). Ανάμεσά τους, ταινίες όπως το Nosferatu (1922) και το Metropolis (1927) συνθέτουν το οπτικό λεξιλόγιο του μοντερνισμού: η πόλη ως μηχανή, το πλήθος ως σκηνικό, ο άνθρωπος ως ανώνυμη μονάδα.
Η Lotte Eisner, στο The Haunted Screen, μίλησε για τη «γοτθική ψυχή» του γερμανικού σινεμά, για μια οπτική κουλτούρα εμμονική με τον έλεγχο, τον ίσκιο, τη μορφή. Πράγματι το σινεμά της εποχής, λειτουργεί ως ένας οπτικός οδηγός για το τι θα ακολουθήσει μετά. Μια κοινωνία σκληρή, ψυχρή, όπου η αισθητική πειθάρχηση προηγείται της ιδεολογικής πειθάρχησης που θα εγκαθιδρύσει ο ναζισμός.
Το σινεμά της Βαϊμάρης κατάφερε κάτι πολύ σπουδαίο – να οπτικοποιήσει το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αποδρομή, και να αναδείξει τον κινηματογράφο ως κατασκευαστή της συλλογικής κουλτούρας, αλλά και τη σχέση συμπαραγωγής που βρίσκεται με την κοινωνία.
Το γερμανικό σινεμά του Μεσοπολέμου υπήρξε ταυτόχρονα τέχνη, σύμπτωμα και προειδοποίηση. Η Lulu του Pabst, ο Καλιγκάρι του Wiene, ο βρικόλακας του Murnau και το πλήθος του Lang είναι μορφές του ίδιου ψυχισμού: ενός πολιτισμού που παλεύει ανάμεσα στην απελευθέρωση και στην πειθαρχία.

Διαβάστε επίσης:
Σημαντική υπενθύμιση από το υπουργείο μεταφορών
Οι καλλιτέχνες δεν είναι απόφοιτοι λυκείου – Αντισυνταγματικό το ΠΔ 85/2022





