13ωρη εργασία: Τι σημαίνει στην πράξη το νέο εργασιακό νομοσχέδιο
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως «ευελιξία». Λέξη ωραία, ευχάριστη, σχεδόν προοδευτική. Μόνο που, όπως πάντα, η ευελιξία αφορά τον εργοδότη. Για τον εργαζόμενο, είναι απλώς κάμψη της πλάτης, των αντοχών, των ορίων.
Ψηφίστηκε, λοιπόν, το νομοσχέδιο που κάνει τη 13ωρη εργασία «νόμιμη». Δεν την επιβάλλει, απλώς, όπως λένε, «την επιτρέπει».
Κάπως έτσι, νομιμοποιείται και η φθορά του σώματος, η ψυχική εξάντληση, η απορρύθμιση κάθε έννοιας εργασιακού χρόνου και προσωπικής ζωής.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως «ευελιξία». Λέξη ωραία, ευχάριστη, σχεδόν προοδευτική. Μόνο που, όπως πάντα, η ευελιξία αφορά τον εργοδότη. Για τον εργαζόμενο, είναι απλώς κάμψη της πλάτης, των αντοχών, των ορίων.

Οι 13 ώρες είναι το συμβολικό τέλος του οκταώρου που θεσμοθετήθηκε με αίμα, απεργίες και θυσίες πριν από πάνω από έναν αιώνα. Το δικαίωμα να τελειώνεις τη μέρα σου, να βλέπεις τα παιδιά σου, να έχεις μια ώρα να αναπνεύσεις, βαφτίζεται πια «γραφειοκρατικό εμπόδιο».
Οι υπερωρίες, λέει, θα πληρώνονται. Μα όλοι γνωρίζουμε πώς λειτουργεί η «συναίνεση» στον ιδιωτικό τομέα. Με το βλέμμα του προϊσταμένου, το υπονοούμενο του εργοδότη, το «αν δεν μπορείς, υπάρχουν κι άλλοι». Η «εθελοντική» υπερωρία είναι όσο εθελοντικός είναι και ο φόβος της απώλησης.
Η κυβέρνηση μιλά για «προαιρετικότητα» και «συναίνεση». Όμως, ποιος εργαζόμενος με υποχρεώσεις, οικογένεια και ανασφάλεια μπορεί πραγματικά να αρνηθεί 13ωρη εργασία όταν η άρνηση μπορεί να σημαίνει ανεργία;
Πόση «ελευθερία επιλογής» υπάρχει όταν η επιλογή σου είναι ανάμεσα στη σιωπή και στην απόλυση; Η υπερωρία γίνεται τώρα θεσμοποιημένη κανονικότητα.

Το οκτάωρο ήταν ιδέα κοινωνικής αξιοπρέπειας. Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα σε χρόνο ξεκούρασης, δημιουργίας, πολιτισμού. Η 13ωρη εργασία έρχεται σε μια εποχή που ήδη οι νέοι δουλεύουν με μπλοκάκια, part-time συμβάσεις και «ευέλικτα» ωράρια που καταλήγουν σε απλήρωτες υπερωρίες.
Έρχεται να προσθέσει ακόμη ένα κεφάλαιο στην κανονικοποίηση της εξάντλησης. Να σφραγίσει νομοθετικά αυτό που ήδη συμβαίνει στην πράξη. Η παραγωγικότητα μετριέται μόνο με ώρες και όχι με ποιότητα ζωής.
Πίσω από τις λέξεις «ανταγωνιστικότητα» και «ανάπτυξη» κρύβεται ένα απλό ερώτημα. Ανάπτυξη για ποιον; Για τον εργαζόμενο που θα φύγει από το γραφείο στις 10 το βράδυ για να προλάβει τον τελευταίο ηλεκτρικό; Ή για τον εργοδότη που θα καλύψει δύο θέσεις με έναν άνθρωπο και θα τον πληρώσει σαν μισό;

Η εργασία είναι συλλογικό κοινωνικό συμβόλαιο, όχι ατομικό προνόμιο. Κι αν κάτι μας διδάσκει η ιστορία, είναι ότι κάθε φορά που αυτό το συμβόλαιο διαλύεται, η κοινωνία χάνει όχι μόνο εισόδημα, αλλά και ψυχή.
Η χώρα μετά από αυτό το νομοσχέδιο δεν θα είναι πιο πλούσια. Θα είναι απλώς πιο κουρασμένη, πιο ανισότιμη, πιο φοβισμένη. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την αναζωογόνηση της έννοιας της εργασίας ως πράξης αξιοπρέπειας και συλλογικότητας.
Όσο ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται στο πόσες ώρες «αντέχουμε» να δουλέψουμε, τόσο απομακρυνόμαστε από την ουσία. Να μπορούμε να ζούμε, όχι να επιβιώνουμε.

Φωτογραφίες: Μαρία Γαλάτη
Διαβάστε επίσης:
Το Μνημείο μπροστά στη Βουλή (κι όχι το Μνημείο) είναι το πρόβλημα
Η δίωξη του Κωνσταντίνου Κ. για την κούκλα Αμάλ στο Μεταξουργείο






