Το Μνημείο μπροστά στη Βουλή (κι όχι το Μνημείο) είναι το πρόβλημα
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πρωτοβουλία αυτή ως διοικητική αποσαφήνιση αρμοδιοτήτων. Όμως πίσω από τη γραφειοκρατική γλώσσα κρύβεται μια πολιτική επιλογή.
Η απόφαση της κυβέρνησης να αναθέσει την «αποκλειστική ευθύνη προστασίας και σωστής λειτουργίας» του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, στη Βουλή, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν είναι απλώς μια τεχνική ρύθμιση.
Είναι μια πολιτική πράξη με βαθύ συμβολισμό, και ακόμα βαθύτερες συνέπειες για τη δημοκρατία. Διότι όταν ένα μνημείο, σύμβολο της συλλογικής μνήμης και της θυσίας για την ελευθερία, τίθεται υπό «προστασία» από το στράτευμα, το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι τιμητικό, αλλά φοβικό.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πρωτοβουλία αυτή ως διοικητική αποσαφήνιση αρμοδιοτήτων. Όμως πίσω από τη γραφειοκρατική γλώσσα κρύβεται μια πολιτική επιλογή. Να αποκλείσει από τον χώρο μπροστά στη Βουλή (τον πιο συμβολικό δημόσιο χώρο της χώρας) κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας.
Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, που τιμά όσους έπεσαν για την ελευθερία, μετατρέπεται έτσι από σύμβολο δημοκρατικής μνήμης σε όριο «απαγορευμένης ζώνης».
Και ας είμαστε ειλικρινείς. Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη δεν έγινε ποτέ σημείο διαμαρτυρίας επειδή είναι μνημείο. Έγινε σημείο διαμαρτυρίας επειδή βρίσκεται μπροστά στη Βουλή. Ο πολίτης που συγκεντρώνεται στο Σύνταγμα δεν απευθύνεται στους εύζωνες, αλλά στους εκλεγμένους αντιπροσώπους του. Δεν ζητά κάτι από τον Άγνωστο Στρατιώτη, ζητά λογοδοσία από τη Βουλή.
Αν το μνημείο βρισκόταν αλλού, η διαμαρτυρία θα γινόταν και πάλι μπροστά στο Κοινοβούλιο, εκεί όπου λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν «προστατεύει» το μνημείο. Περιφράσσει τον δημόσιο χώρο μπροστά στη Βουλή. Χρησιμοποιεί το σύμβολο της εθνικής μνήμης ως πρόσχημα για να ορίσει μια νέα ζώνη απαγόρευσης, μια περιοχή «εκτός πολιτικής».
Όμως το Σύνταγμα, ως πλατεία και ως θεσμός, δεν μπορεί να αποστειρωθεί. Είναι το πεδίο όπου η κοινωνία και η πολιτική εξουσία συναντιούνται, συγκρούονται, συμφωνούν ή διαφωνούν. Είναι το φυσικό σημείο αναφοράς κάθε δημοκρατικής φωνής.
Και δεν έχει καμία σημασία ότι το Μνημείο έχει εξελιχθεί σε τουριστική ατραξιόν, με φωτογραφίες, αναμνηστικά και αλλαγές φρουράς για τα social media. Ούτε μας αφορά ότι μπροστά του στέκονται συχνά διμοιρίες των ΜΑΤ, που το έχουν μετατρέψει σε σκηνικό για δακρυγόνα και χημικά. Αυτά είναι παρενέργειες μιας πόλης ζωντανής, όχι λόγοι απαγόρευσης. Η δημοκρατία δεν καθορίζεται από το αν θα βγουν ωραίες φωτογραφίες ή αν θα μείνει το μάρμαρο καθαρό, αλλά από το αν μπορεί ο πολίτης να σταθεί εκεί, να φωνάξει, να ακουστεί.
Η ειρηνική διαμαρτυρία έξω από τη Βουλή, υπήρξε πάντα στοιχείο ζωντανής δημοκρατίας. Από τις πορείες της Εργατικής Πρωτομαγιάς έως τις κινητοποιήσεις για τη δικαιοσύνη στα Τέμπη, ο δημόσιος χώρος έξω από το Κοινοβούλιο υπήρξε χώρος έκφρασης, όχι απειλής. Η απόπειρα «θωράκισής» του με στρατιωτική εποπτεία δεν προστατεύει τη μνήμη. Την αποστειρώνει.
Η κυβέρνηση επικαλείται την «τάξη» και τη «σιωπηρή πλειοψηφία». Όμως τι ακριβώς φοβάται; Τους πολίτες που υψώνουν ένα πανό; Τις οικογένειες που πενθούν και ζητούν λογοδοσία; Τους φοιτητές που φωνάζουν για το μέλλον τους;
Η επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου απαγόρευσης δεν αντιμετωπίζει την ένταση στην κοινωνία. Την κουκουλώνει. Και κάθε φορά που ένα δημοκρατικό κράτος προσπαθεί να επιβάλει «ηρεμία» με απαγορεύσεις, δείχνει όχι ισχύ αλλά αδυναμία.
Η ειρωνεία είναι πως το ίδιο το μνημείο τιμά εκείνους που πολέμησαν ενάντια στην αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό. Οι άγνωστοι στρατιώτες που συμβολίζει δεν έδωσαν τη ζωή τους για να φυλάσσεται η ελευθερία από τον φόβο, αλλά για να ανθίζει μέσα στην πόλη.
Η «στρατιωτικοποίηση» του χώρου μπροστά στο Κοινοβούλιο ισοδυναμεί με μια σιωπηλή απαγόρευση της διαμαρτυρίας. Είναι σαν να επιβάλλεται ένα τελετουργικό καθεστώς ευπρέπειας, όπου η κοινωνία μπορεί να θυμάται, αλλά όχι να μιλά.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποιος θα καθαρίζει το μάρμαρο του Μνημείου. Είναι ποιος ελέγχει το δικαίωμα των πολιτών να σταθούν μπροστά του.
Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι ο στρατός. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από στολές για να προστατευτεί. Έχει ανάγκη από εμπιστοσύνη στους πολίτες της.
Αν η κυβέρνηση φοβάται τη φωνή της κοινωνίας, τότε ίσως αυτό που πραγματικά απειλεί την «ιερότητα του χώρου» δεν είναι οι διαδηλωτές, αλλά ο ίδιος ο φόβος της απέναντι στη δημοκρατική έκφραση.
Cover Photo: ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI
Διαβάστε επίσης:
Η δίωξη του Κωνσταντίνου Κ. για την κούκλα Αμάλ στο Μεταξουργείο







