Δίκη Λιγνάδη: «Το όχι μπορεί να γίνει ναι» – Πόσο «λογική» είναι η κοινή λογική για τον βιασμό;
Η «κοινή λογική», που επικαλέστηκαν επανειλημμένα οι συνήγοροι υπεράσπισης του Δημήτρη Λιγνάδη, δεν είναι στην πραγματικότητα ένα ουδέτερο μέτρο.
Με την εξέταση αυτόπτη μάρτυρα σε μια από τις τρεις υποθέσεις που εξετάζονται σε δεύτερο βαθμό συνεχίστηκε σήμερα, Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου, η δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών. Η υπόθεση αφορά την καταγγελία του τότε 17χρονου ότι ο Λιγνάδης τον βίασε στο σπίτι του στο Μεταξουργείο, το 2015. Για τη συγκεκριμένη υπόθεση ο Λιγνάδης είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως σε κάθειρξη 10 ετών.
Ο μάρτυρας που εξετάστηκε σήμερα πρόκειται για πρόσωπο που βρισκόταν στο σπίτι του Λιγνάδη εκείνη την ημέρα και υποστηρίζει ότι είδε μέρος όσων συνέβησαν. Η σημερινή διαδικασία επικεντρώθηκε στην εξέτασή του από τους συνηγόρους υπεράσπισης του Δημήτρη Λιγνάδη και στο επίκεντρο βρέθηκαν όσα υποστηρίζει ότι είδε, η σχέση του με τον καταγγέλλοντα, αλλά και η μεταγενέστερη επικοινωνία του τελευταίου με τον κατηγορούμενο.
Η υπεράσπιση προσπάθησε, μέσα από μια σειρά ερωτήσεων, να αμφισβητήσει την εκδοχή του μάρτυρα για το τι συνέβη στο δωμάτιο, αλλά και το κατά πόσο τα στοιχεία που περιέγραψε μπορούν να αποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε συναίνεση. Σε αυτό το πλαίσιο, ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης είπε μεταξύ άλλων πως «ενήλικες άνθρωποι είμαστε, το όχι μπορεί να γίνει ναι, με το στόμα και τη συμπεριφορά», ενώ σε άλλο σημείο της εξέτασης αναφέρθηκε πως «όταν υπάρχει συναίνεση, δεν υπάρχουν όρια».
Άλλες ερωτήσεις κινήθηκαν γύρω από το αν ο μάρτυρας μπορούσε πράγματι να γνωρίζει με βεβαιότητα τι συνέβη στο δωμάτιο του σπιτιού στο Μεταξουργείο, αφού δεν είχε πλήρη οπτική επαφή με τον χώρο και του ζητήθηκε να περιγράψει με ακρίβεια πόσα μέτρα απείχε το δωμάτιο από το σημείο που εκείνος καθόταν, ενώ τέθηκαν ερωτήματα για την απουσία κραυγής ή εμφανέστερης αντίστασης από τον τότε 17χρονο. Η υπεράσπιση επανήλθε έτσι στη συμπεριφορά που, κατά την επιχειρηματολογία της, θα ήταν αναμενόμενη σε περίπτωση βιασμού.
Μάλιστα, ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορούμενου, ρώτησε τον μάρτυρα «πως γίνεται ένας άνθρωπος με το προφίλ σοβαρού πολίτη – που γυμνάζεται, ασχολείται με τη μουσική, έχει πάει στρατό – δεν αντέδρασε για να βοηθήσει τον φίλο του» τη στιγμή που υπέστη βιασμό, ρωτώντας ακόμη «πώς γίνεται να μην αναρωτήθηκε πως τι κάνει ένα ανήλικο με έναν 50αρη», ενώ υπονόησε ότι ο μάρτυρας «ζήλεψε» που ο κατηγορούμενος επέλεξε τον καταγγέλοντα και όχι τον ίδιο. Σε άλλο σημείο, η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι ο καταγγέλλων προερχόταν από κακοποιητική οικογένεια που βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, χαρακτηρίζοντας «ψέματα» όσα ισχυρίζονται τόσο ο καταγγέλλοντας όσο και ο μάρτυρας.
Ο μάρτυρας από την πλευρά του περιέγραψε ότι ο ίδιος είχε «παγώσει» και ότι δεν αισθανόταν πως είχε τη δύναμη να αντιδράσει. Υποστήριξε ακόμη ότι αντιλήφθηκε τον καταγγέλλοντα σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης μετά το περιστατικό. Η περιγραφή αυτή αποτέλεσε ουσιαστικά το σημείο πάνω στο οποίο συγκρούστηκαν οι δύο διαφορετικές αναγνώσεις της συμπεριφοράς. Η υπεράσπιση επέμενε στην απουσία μιας αναμενόμενης εξωτερικής αντίδρασης, ενώ ο μάρτυρας εξήγησε την αδυναμία αντίδρασης μέσα από το «πάγωμα».
Στο ίδιο πλαίσιο τέθηκαν ερωτήματα για το γιατί ο καταγγέλλων δεν ζήτησε βοήθεια από τον συγκεκριμένο μάρτυρα, γιατί δεν αντέδρασε διαφορετικά, αλλά και γιατί υπήρξε μεταγενέστερη επικοινωνία με τον Λιγνάδη, μέσω Facebook, πέντε χρόνια μετά το επίμαχο περιστατικό. Η υπεράσπιση επιχείρησε να εξετάσει αν αυτή η μεταγενέστερη συμπεριφορά μπορεί να επηρεάζει την αξιολόγηση όσων καταγγέλλονται για το 2015, ρωτώντας «πως γίνεται ο καταγγέλοντας να υποστηρίζει ότι δεν ξεχνά τι του έχει συμβεί, αλλά τελικά να ξεχνάει όταν απαντά το μήνυμα».
Παράλληλα, οι ερωτήσεις κινήθηκαν γύρω από το αν ο μάρτυρας είχε αντιληφθεί με ακρίβεια τι συνέβαινε και αν όσα είδε μπορούσαν να ερμηνευθούν με διαφορετικό τρόπο. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπεράσπιση επικαλέστηκε επανειλημμένα αυτό που περιέγραψε η υπεράσπιση ως «κοινή λογική», ότι ένας άνθρωπος που υφίσταται βιασμό θα φώναζε, θα αντιστεκόταν, θα ζητούσε βοήθεια ή θα απομακρυνόταν από τον άνθρωπο που τον κακοποίησε, επικαλούμενη μάλιστα μια έρευνα – την προέλευση της οποίας δεν ανέφερε, παρότι ρωτήθηκε και από την έδρα – σύμφωνα με την οποία όταν κάποιος κακοποιείται σεξουαλικά, το θύμα βγάζει κραυγές επειδή συμβαίνουν συσπάσεις στη γνάθο.
Η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την υπεράσπιση να ζητά αναπαράσταση σεξουαλικής πράξης που περιλαμβάνεται στην υπόθεση, χωρίς ωστόσο να καταθέσει επίσημα το αίτημα. Η επόμενη δικάσιμος έχει οριστεί για την 1η Οκτωβρίου.
Η «κοινή λογική» και το σώμα που πρέπει να αποδείξει ότι αντιστάθηκε
Η «κοινή λογική», που επικαλέστηκαν επανειλημμένα οι συνήγοροι υπεράσπισης του Δημήτρη Λιγνάδη, δεν είναι στην πραγματικότητα ένα ουδέτερο μέτρο. Περιέχει ήδη μια ιδέα για το πώς συμπεριφέρεται ένας άνθρωπος όταν βρίσκεται απέναντι στη βία. Στην εκδοχή που αναδείχθηκε μέσα από τις ερωτήσεις της υπεράσπισης, ο άνθρωπος που βιάζεται πρέπει να φωνάξει, να αντισταθεί, να προσπαθήσει να φύγει, να ζητήσει βοήθεια και στη συνέχεια να διακόψει την επαφή με τον άνθρωπο που τον κακοποίησε.
Μόνο που η πραγματικότητα του τραύματος δεν είναι τόσο τακτοποιημένη. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2017 σε επιστημονικό περιοδικό, η ακινησία, το «πάγωμα» δηλαδή του σώματος μπροστά σε μια απειλή, έχει καταγραφεί επιστημονικά ως ακούσια αντίδραση σε σεξουαλική επίθεση. Υπάρχουν σημαντικά επιστημονικά δεδομένα για την ακινησία ως αντίδραση στο τραύμα, ενώ μελέτη σε 298 γυναίκες που είχαν υποστεί σεξουαλική επίθεση κατέγραψε σημαντική ακινησία στο 70% και ακραία ακινησία στο 48% των συμμετεχουσών.
Και εδώ αρχίζει η δεύτερη, πολύ πιο δύσκολη συζήτηση, για την επαναξιολόγηση της συναίνεσης. Όταν η ερώτηση είναι «γιατί δεν φώναξε;», η προσοχή μετακινείται από την πράξη και τη σχέση ανάμεσα στα δύο πρόσωπα στη συμπεριφορά εκείνου που καταγγέλλει τη βία. Όταν η ερώτηση γίνεται «γιατί μίλησε ξανά μαζί του;», η μεταγενέστερη συμπεριφορά καλείται να εξηγήσει την προηγούμενη εμπειρία. Και όταν η ερώτηση γίνεται «γιατί δεν αντέδρασε;», ζητείται από το σώμα να αποδείξει εκ των υστέρων ότι πράγματι δεν συναινούσε. Να σημειωθεί πως η ανηλικότητα των καταγγελλόντων κατά την τέλεση των βιασμών, αποσιωπήθηκε πλήρως και όλα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν μιλάμε για έναν ανήλικο.
Ο καταγγέλλων ήταν 17 ετών. Φτωχός, μετανάστης, ανίσχυρος. Όπως και όλα τα θύματα του Λιγνάδη. Ο κατηγορούμενος ήταν περίπου 50. Άνθρωπος με χρήματα, κύρος και ισχύ. Πρόκειται για δεδομένη ασυμμετρία ηλικίας, εμπειρίας και κοινωνικής θέσης, η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου μέσα στο οποίο εξετάζεται μια τέτοια σχέση. Η έννοια της εξουσίας, επομένως, δεν αφορά μόνο την τυπική δυνατότητα κάποιου να επιβάλει κάτι σε κάποιον άλλον. Αφορά και το ποιος έχει περισσότερη εμπειρία, ποιος διαθέτει κοινωνικό κύρος, ποιος καθορίζει το πλαίσιο της σχέσης και ποιος βρίσκεται σε θέση να ορίζει τι είναι «φυσιολογικό» και τι όχι.
Ο καταγγέλλων λοιπόν καλείται όχι μόνο να αποδείξει τι του συνέβη, αλλά και να αποδείξει ότι συμπεριφέρθηκε όπως περιμένουμε να συμπεριφέρεται ένας άνθρωπος στον οποίο συνέβη αυτό.
Πώς φτάσαμε στη σημερινή δίκη
Η υπόθεση ήρθε στο προσκήνιο το 2021, όταν δημοσιοποιήθηκαν καταγγελίες σε βάρος του τότε καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Ο Δημήτρης Λιγνάδης παραιτήθηκε από τη θέση του και ακολούθησε ποινική έρευνα, η οποία οδήγησε στη σύλληψη και την προσωρινή του κράτηση. Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες.
Η πρωτόδικη δίκη ξεκίνησε το 2022 και αφορούσε τέσσερις κατηγορίες βιασμού. Οι δύο αφορούσαν δύο 17χρονους και περιστατικά του 2015, ένα στο Μεταξουργείο και ένα στην Επίδαυρο. Η τρίτη αφορούσε έναν 16χρονο και η τέταρτη έναν ενήλικο άνδρα.
Στις 13 Ιουλίου 2022 το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών έκρινε τον Λιγνάδη ένοχο, κατά πλειοψηφία, για τους δύο βιασμούς των 17χρονων. Για την υπόθεση του Μεταξουργείου του επιβλήθηκε κάθειρξη 10 ετών και για την υπόθεση της Επιδαύρου 5 ετών, με συνολική ποινή 12 ετών. Για τις άλλες δύο υποθέσεις αθωώθηκε.
Παρά την καταδίκη, το δικαστήριο χορήγησε αναστολή στην εκτέλεση της ποινής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, υπό όρους και με εγγύηση 30.000 ευρώ. Ο Λιγνάδης είχε ήδη παραμείνει περίπου 17 μήνες προσωρινά κρατούμενος και, μετά την απόφαση, αποφυλακίστηκε.
Η εισαγγελική πλευρά άσκησε έφεση κατά της αθώωσης για την υπόθεση του 16χρονου. Τον Ιούνιο του 2026 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, με αποτέλεσμα η δεύτερη δίκη να μην αφορά πλέον μόνο τις δύο πρωτόδικες καταδίκες, αλλά τρεις καταγγελλόμενες πράξεις βιασμού ανηλίκων.
Όπως έγραψε η Μαρία Κεφαλά, στο άρθρο της «Τι κοιτάς, Δημήτρη Λιγνάδη», «ο Δημήτρης Λιγνάδης δεν δικάζεται λόγω φθόνου και αντιπάθειας. Δικάζεται -και καταδικάστηκε πρωτόδικα- για βιασμούς ανηλίκων. Που τις ιστορίες τους, τις ιστορίες των θυμάτων του, ακούσαμε στην εκδίκαση της υπόθεσης εκείνο το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι του 22 που η κοινωνία του έδωσε τον τίτλο: “Βιαστής είναι”».
Η δίκη σε δεύτερο βαθμό ξεκίνησε το 2026 και συνεχίζεται πλέον μετά τη θερινή διακοπή, με τη σημερινή 7η δικάσιμο. Οι επόμενες δικάσιμοι έχουν οριστεί για τις 1, 5, 13, 16 και 23 Οκτωβρίου.
Cover Photo: Μαρία Γαλάτη
Διαβάστε επίσης:
Η παράσταση Δεκαοχτώ Ενάτου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ένα περιβαλλοντικό έγκλημα στον Κηφισό για 14 ευρώ και το Δελτίο Παραλαβής
Ελλάδα 2.0: Δεισιδαιμονία, αντιεπιστημονικές θεραπείες ξόρκια και θάνατοι






