Τα Grammys 2026 και η πολιτική της κονκάρδας
Οι μεγάλες τελετές βραβείων λειτουργούν ως «τελετουργίες κανονικότητας». Παράγουν την ψευδαίσθηση ότι, παρά τις κοινωνικές συγκρούσεις, ο κόσμος συνεχίζει να λειτουργεί ομαλά. Όταν όμως αυτή η κανονικότητα διαρρηγνύεται, όταν το πολιτικό εισβάλλει στη γιορτή, τότε κάτι σημαντικό συμβαίνει.
Τα Grammy Awards δεν είναι απλώς μια μουσική τελετή. Είναι ένας από τους πιο κεντρικούς μηχανισμούς παραγωγής πολιτισμικής συναίνεσης στη σύγχρονη Δύση. Μια γιορτή υπερβολικής λάμψης, ακραίου πλούτου και θεσμικής επιβεβαίωσης, όπου η μουσική βιομηχανία αυτοπαρουσιάζεται ως προοδευτική, συμπεριληπτική και «ανοιχτή», χωρίς να απειλείται ποτέ σοβαρά η οικονομική και πολιτική τάξη που τη συντηρεί.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το γεγονός ότι τα Grammys 2026 μετατράπηκαν, έστω στιγμιαία, σε χώρο ανοιχτής καταδίκης της ICE έχει ιδιαίτερη πολιτική και πολιτισμική σημασία. Η δημόσια τοποθέτηση καλλιτεχνών ενάντια στην ICE δεν είναι ούτε αμελητέα ούτε «διακοσμητική». Είναι μια ρωγμή μέσα στο ίδιο το θέαμα.
Γιατί; Γιατί η κουλτούρα δεν αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη αντανάκλαση της κοινωνίας, αλλά ως πεδίο αγώνα. Οι μεγάλες τελετές βραβείων λειτουργούν ως «τελετουργίες κανονικότητας». Παράγουν την ψευδαίσθηση ότι, παρά τις κοινωνικές συγκρούσεις, ο κόσμος συνεχίζει να λειτουργεί ομαλά. Όταν όμως αυτή η κανονικότητα διαρρηγνύεται, όταν το πολιτικό εισβάλλει στη γιορτή, τότε κάτι σημαντικό συμβαίνει.
Μια κονκάρδα με το σύνθημα «ICE Out» μπορεί να μοιάζει μικρή, σχεδόν αστεία, μπροστά στη θεαματική βία που ασκεί ο μηχανισμός βίας, εκφοβισμού και φυλετικού ελέγχου. Το ζητούμενο όμως εδώ δεν είναι το αν μια κονκάρδα ανατρέπει το σύστημα. Δεν το ανατρέπει. Το ζητούμενο είναι αν αρνείται να το παρουσιάσει ως φυσικό, αναπόφευκτο, ουδέτερο. Και η άρνηση της ουδετερότητας, ειδικά σε χώρους που ζουν από αυτήν, είναι ήδη πολιτική πράξη.
Τα Grammys είναι ένας βαθιά φιλελεύθερος θεσμός. Προωθούν τη «διαφορετικότητα» ως αισθητικό και εμπορικό πλεονέκτημα, όχι ως πολιτικό αίτημα. Παράγουν την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι ουδέτερα, όμορφα και αβλαβή. Το κόκκινο χαλί, οι χορηγοί, οι glam εμφανίσεις, όλα συνθέτουν ένα αφήγημα που αποκρύπτει ανισότητες, βία και ταξική καταπίεση. Όταν, λοιπόν, καλλιτέχνες με τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο μιλούν κατά της ICE, η ρήξη γίνεται εμφανής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ρητή στοχοποίηση της ICE, ενός κρατικού μηχανισμού που ενσαρκώνει τον σύγχρονο φυλετικό έλεγχο, δεν είναι αυτονόητη. Είναι μια κίνηση που χαλάει τη «γιορτή», που εκθέτει τη βία που το φιλελεύθερο θέαμα προτιμά να αγνοεί.
Σε μια εποχή όπου ο τραμπισμός και η σύγχρονη ακροδεξιά αντλούν δύναμη από τη θεαματικοποίηση του φόβου, από εικόνες «εισβολής» και «απειλής», το να εμφανίζεται μια αντίθετη αφήγηση στο ίδιο θεαματικό επίπεδο έχει βαρύτητα. Όχι γιατί είναι ριζοσπαστική, αλλά γιατί είναι ορατή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η νίκη – τριών μάλιστα – Grammy, του Λατίνου καλλιτέχνη, Bad Bunny. Δεν πρόκειται απλώς για καλλιτεχνική αναγνώριση. Πρόκειται για μια πολιτισμική σύγκρουση γύρω από το ποιος δικαιούται να ανήκει. Όταν ένας Λατίνος καλλιτέχνης ανεβαίνει στη σκηνή ενός κορυφαίου αμερικανικού θεσμού και δηλώνει «είμαστε άνθρωποι, είμαστε Αμερικανοί», αμφισβητεί ευθέως το αφήγημα που παρουσιάζει τους μετανάστες ως σώματα προς απομάκρυνση. Σε μια εποχή όπου ο Τραμπ επαναφέρει την ICE στους δρόμους για να κυνηγά μετανάστες, αυτή η δήλωση δεν είναι συμβολική λεπτομέρεια. Είναι αντι-αφήγηση.
«Δεν είμαστε άγριοι, δεν είμαστε ζώα, δεν είμαστε εξωγήινοι. Είμαστε άνθρωποι και είμαστε Αμερικανοί. Το μίσος δυναμώνει μόνο με περισσότερο μίσος. Και μας μολύνει. Το μόνο πράγμα πιο ισχυρό από το μίσος είναι η αγάπη. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, χρειάζεται να είμαστε διαφορετικοί. Αν πρόκειται να αγωνιστούμε, πρέπει να το κάνουμε με αγάπη» είπε εκείνος που, αν δεν ήταν αυτός που ξέρουμε σήμερα όλοι, μπορεί να βρισκόταν στην ίδια θέση με όσους έχει βάλει στο μάτι ο Τραμπ.
Φυσικά, δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε. Η celebrity πολιτική είναι πάντα αντιφατική. Οι ίδιες σκηνές που φιλοξενούν αντι-ICE συνθήματα είναι χτισμένες πάνω σε ανισότητες, εκμετάλλευση, αποκλεισμούς. Οι καλλιτέχνες που μιλούν κατά της ICE ωφελούνται από ένα σύστημα που ποινικοποιεί άλλους, και το αντίστροφο. Σε μια εποχή όπου η κρατική βία κανονικοποιείται, όπου οι μετανάστες παρουσιάζονται ως απειλή, το να ακουστεί ένα «ICE Out» σε παγκόσμια τηλεοπτική μετάδοση δεν είναι επανάσταση. Είναι όμως ρήξη στη σιωπή. Και η σιωπή υπήρξε πάντοτε ο πιο πιστός σύμμαχος του αυταρχισμού.
Ίσως αυτό να είναι τελικά και το ουσιαστικό διακύβευμα. Όχι να εξιδανικεύσουμε τα Grammys ως χώρο αντίστασης, αλλά να αναγνωρίσουμε τη στιγμή που η λάμψη παύει να λειτουργεί ως άλλοθι. Όταν ακόμα και η πιο ακριβή, λαμπερή γιορτή δεν μπορεί να αγνοήσει τη βία έξω από τις πόρτες της, τότε γίνεται σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι η «πολιτική στη μουσική». Το πρόβλημα είναι μια πραγματικότητα τόσο σκληρή που ούτε το κόκκινο χαλί δεν μπορεί πια να τη σκεπάσει.
Διαβάστε επίσης:
Μπισκότα και πλυντήρια Βιολάντα
«Εμείς πληρώνουμε τα λάθη μας»
1 ΧΡΟΝΟΣ THE UNTOLD μέσα από τον φακό της Μαρίας Γαλάτη – The Book






