Ιστορίες από το 18 ΑΝΩ – «Ο μπαμπάς μου, όσο ήταν στο πρόγραμμα απεξάρτησης, μου έγραψε ένα παραμύθι»

18 ΑΝΩ

«Το 18 ΑΝΩ στο παιδικό μου μυαλό ήταν σαν ένα παραμύθι», λέει η Αλίκη και αυτό που ακολουθεί είναι μια αφήγηση για το πώς βιώνεται η απεξάρτηση όχι μόνο από τη θέση του θεραπευόμενου, αλλά και από τη θέση του παιδιού που μεγάλωσε μέσα σε αυτήν.

Η εξάρτηση στην Ελλάδα συνήθως περιγράφεται μέσα από στατιστικές, θεραπευτικά πρωτόκολλα ή ιστορίες απώλειας. Πολύ πιο σπάνια καταγράφεται η καθημερινότητα μέσα στα ίδια τα θεραπευτικά πλαίσια, το πώς μοιάζει να μεγαλώνεις εκεί, να βλέπεις ανθρώπους να προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, να συνδέεις την έννοια της θεραπείας όχι με τον φόβο ή την τιμωρία αλλά με τη φροντίδα, τη συλλογικότητα και την ελπίδα.

Το 18 ΑΝΩ υπήρξε για δεκαετίες κάτι περισσότερο από ένα πρόγραμμα απεξάρτησης. Για πολλούς αποτέλεσε έναν ενδιάμεσο κόσμο ανάμεσα στην καταστροφή και την επιστροφή στη ζωή, μια θεραπευτική κοινότητα όπου η απεξάρτηση δεν περιοριζόταν στη διακοπή των ουσιών, αλλά επεκτεινόταν στις σχέσεις, στη δημιουργικότητα, στη γονεϊκότητα και στην αίσθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να ξαναχτίσει τον εαυτό του.

Ιδιαίτερα το πλαίσιο των μητέρων αποτέλεσε μια από τις πιο ξεχωριστές πτυχές αυτής της φιλοσοφίας. Δημιουργήθηκε για γυναίκες που πάλευαν με την εξάρτηση χωρίς να θέλουν να χάσουν την επαφή με τα παιδιά τους και για παιδιά που, αντί να μείνουν πίσω ως ένα ακόμη τραύμα της εξάρτησης, μεγάλωσαν μέσα σε ένα περιβάλλον θεραπείας, συλλογικότητας και καθημερινής φροντίδας.

Η Αλίκη Οικονομοπούλου ήταν ένα από αυτά τα παιδιά.

Έζησε μαζί με τη μητέρα της στο κλειστό πρόγραμμα του 18 ΑΝΩ από τα πέντε μέχρι τα οκτώ της χρόνια, ενώ ο πατέρας της βρισκόταν στο αντίστοιχο πλαίσιο των αντρών. Σήμερα, μιλώντας για εκείνη την περίοδο, δεν περιγράφει έναν χώρο εγκλεισμού, ούτε μια παιδική ηλικία σημαδεμένη αποκλειστικά από τη στέρηση και τον φόβο. Περιγράφει ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους που προσπαθούσαν να ξανασταθούν όρθιοι, μια καθημερινότητα με κοινά τραπέζια, δραματοθεραπεία, ζωγραφιές, θεατρικά έργα, παιδικές σοφίτες, φροντίδα και σχέσεις που, όπως λέει, της έμαθαν τι σημαίνει να νιώθεις ασφαλής.

Οι αναμνήσεις της δεν είναι οι αναμνήσεις ενός παιδιού που «κουβαλάει το βάρος» της εξάρτησης των γονιών του. Είναι οι αναμνήσεις ενός παιδιού που είδε από κοντά τι σημαίνει θεραπεία ως πράξη αγάπης και συλλογικής προσπάθειας. Γι’ αυτό και, ακόμη και σήμερα, μιλά για το 18 ΑΝΩ όχι ως έναν χώρο που απλώς «έσωσε» τους γονείς της, αλλά ως έναν τόπο που διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη φροντίδα, την τέχνη, τη δύναμη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

«Το 18 ΑΝΩ στο παιδικό μου μυαλό ήταν σαν ένα παραμύθι», λέει και αυτό που ακολουθεί είναι μια αφήγηση για το πώς βιώνεται η απεξάρτηση όχι μόνο από τη θέση του θεραπευόμενου, αλλά και από τη θέση του παιδιού που μεγάλωσε μέσα σε αυτήν.

Η ιστορία στο 18 ΑΝΩ

«Όταν γεννήθηκα εγώ, οι γονείς μου ήταν ακόμα εξαρτημένοι. Εγώ θα μπορούσα αυτή τη στιγμή να έχω πάρα πολλά νεύρα με τους γονείς μου και να είμαι κι εγώ ένα εξαρτημένο παιδί. Είχα την τύχη να μου πουν 5 χρονών ότι “θα πάμε κάπου για να γίνουμε καλά και να σε μεγαλώσουμε κι εσένα καλά” και ήξερα μόνο αυτό. Τότε εγώ δεν καταλάβαινα γιατί είμαστε εκεί.

Εμένα η πρώτη μου ανάμνηση ξεκινάει σε μια καφετέρια στην Αθήνα, εγώ, η μαμά και ο μπαμπάς. Κάποια στιγμή ο μπαμπάς μου μου είπε ότι “τώρα ήρθε η ώρα να σε χαιρετήσω”, γιατί πήγαινε σε άλλο πλαίσιο εκείνος και σε άλλο οι γυναίκες. Εγώ θυμάμαι να με βάζουν μέσα σε ένα ταξί και να κοιτάω τον μπαμπά μου στο τζάμι και να έχω πάρα πολλά νεύρα με όλο αυτό. Πίστευα ότι μου παίρνουν τον μπαμπά μου – του είχα τρελή αδυναμία από τότε», μας λέει η Αλίκη. Αυτή ήταν η ημέρα 0 μιας ιστορίας στην οποία, όπως θα μας πει παρακάτω, οφείλει αυτό που είναι σήμερα. 

«Φτάνουμε σε αυτό το “σπίτι”, που απ’ έξω δεν θυμάμαι πως είναι – θυμάμαι ότι έμοιαζε με μια μεγάλη πολυκατοικία. Μπαίνουμε μέσα. Είναι ένα σπίτι με πάρα πολλά δωμάτια. Μπαίνω στη πόρτα και βλέπω στα δεξιά μου έναν μεγάλο καναπέ γωνιακό, μπροστά μια τεράστια τραπεζαρία, στην οποία τρώγαμε όλοι μαζί, αριστερά μια πάρα πολύ μεγάλη κουζίνα σαν εστιατορίου και σκάλες, τις οποίες τις ανέβαινες και εκεί υπήρχαν πάρα πολλά δωμάτια. Ήταν σαν ξενοδοχείο, κάθε δωμάτιο είχε μπαλκόνι.

Εκεί έμπαιναν αυτοί που έπρεπε να θεραπευτούν και δεν μπορούσαν να βγουν ποτέ. Έβγαιναν με τη συνοδεία προσωπικού ψυχολόγου. Κάθε γυναίκα – και αντίστοιχα κάθε άντρας στο άλλο πλαίσιο – είχαν προσωπικό ψυχολόγο και προσωπικό ψυχίατρο, και τα ζευγάρια που είχαν χωριστεί και είχαν μπει σε διαφορετικά πλαίσια κάνανε και θεραπεία μαζί ως ζευγάρι. Συναντιόντουσαν με την ψυχίατρο και συζητούσαν».

Σε αντίθεση με τα προγράμματα υποκατάστασης, το 18 ΑΝΩ ανήκει στα λεγόμενα «στεγνά» προγράμματα. Στόχος δεν είναι μόνο η μείωση της «βλάβης» ή η σταθεροποίηση της χρήσης, αλλά η πλήρης απεξάρτηση μέσα από μια πολυεπίπεδη θεραπευτική διαδικασία.

Η θεραπεία στο 18 ΑΝΩ δεν είναι ενιαία ούτε γραμμική. Οργανώνεται σε διαφορετικά πλαίσια και στάδια, ανάλογα με τις ανάγκες, τη ψυχική κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες κάθε ανθρώπου. Η πρώτη επαφή γίνεται συνήθως μέσω του συμβουλευτικού σταθμού. Εκεί πραγματοποιούνται οι αρχικές συνεντεύξεις, η αξιολόγηση και η δημιουργία θεραπευτικής σχέσης. Συχνά πρόκειται για μια κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία ο θεραπευόμενος βρίσκεται ακόμη ανάμεσα στην επιθυμία για αλλαγή και στην εξάρτηση.

Επόμενο βήμα αποτελεί το κλειστό ή εσωτερικής διαμονής πλαίσιο. Παρότι ο όρος «κλειστό» δημιουργεί συχνά συνειρμούς εγκλεισμού, στην πράξη πρόκειται για θεραπευτική κοινότητα με κανόνες, συλλογική ζωή και εντατικό πρόγραμμα. Οι θεραπευόμενοι διαμένουν στη δομή, συμμετέχουν καθημερινά σε ομάδες και αναλαμβάνουν ευθύνες μέσα στην κοινότητα. Η βασική επιδίωξη είναι να διακοπεί ο κύκλος της χρήσης, της απομόνωσης και της αυτοκαταστροφικής καθημερινότητας και να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο σχέσεων και λειτουργικότητας.

«Είναι δύο τα πλαίσια: Το ένα είναι το κλειστό πρόγραμμα και, όταν κρίνουν οι θεραπευτές σου ότι είσαι έτοιμος για την επόμενη διαδικασία, μπαίνεις στο δεύτερο σπίτι του 18 ΑΝΩ, το οποίο είναι το ανοιχτό πρόγραμμα. Σε αυτό μπορείς να βγεις έξω, να πας βόλτα. Δεν επιτρέπεται βέβαια να κάνεις καταχρήσεις και να έχεις σεξουαλική επαφή. Μόνο κανονικό τσιγάρο επιτρέπεται. Όμως γυρνούσες και συνέχιζες θεραπεία. Στο ανοιχτό πρόγραμμα, στην ουσία μάθαιναν την κοινωνικοποίηση, πώς ξαναβγαίνεις στην κοινωνία αλλά ομαλά. Επέστρεφες πίσω για να πάρεις τη δύναμη που χρειάζεσαι. 

Μέχρι τα 7 ήμουν μαζί με τη μαμά μου στο κλειστό και μετά πήγαμε στο ανοιχτό. Ο μπαμπάς μου έκατσε περισσότερο χρόνο στο πρόγραμμα γιατί το χρειαζόταν περισσότερο. Δεν ήταν συγκεκριμένος ο χρόνος που θα περάσει ο κάθε άνθρωπος εκεί μέσα. Ήταν εξατομικευμένο, αναλόγως με τις ανάγκες του. Το πλαίσιο ήταν κλειστό γιατί είναι πάρα πολύ εύκολο να κυλήσεις στη συνήθεια, όποια συνήθεια κι αν είναι αυτή. Το ποτό ας πούμε είναι μια πολύ σοβαρή εξάρτηση, πιο σοβαρή και από τα ναρκωτικά. Είναι πιο αποδεκτό, γιατί έξω μπορείς να βγεις και να πάρεις μια μπίρα, αλλά ο διπλανός μου που θα πάρει επίσης μια μπίρα δεν σημαίνει ότι έχουμε την ίδια ανάγκη. Μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο βαθιά. 

Το κλειστό ήταν ένα πλαίσιο το οποίο είχε μέσα θεραπευτές μόνιμα. Ήμασταν όλοι μέρα μέσα – ειδικά οι θεραπευόμενες – αλλά δεν ένιωθες έγκλειστος. Κάθε μέρα είχαν από μία δραστηριότητα. Θυμάμαι, για παράδειγμα ότι κάθε Τρίτη έρχονταν κάποιοι άνθρωποι και μαζεύονταν όλες οι γυναίκες στην τραπεζαρία για να μάθουν να φτιάχνουν κοσμήματα. Τις έβαζαν σε μια διαδικασία ζωής. Έβγαζαν πρόγραμμα όλες μαζί για το τι σούπερ μάρκετ θα χρειαστούν, υπήρχε πρόγραμμα για τις δουλειές και το μαγείρεμα. Οι γυναίκες που ήταν εκεί – και αντίστοιχα οι άντρες στο άλλο πλαίσιο – κάνανε τις δουλειές του σπιτιού. Δεν υπήρχε καθαρίστρια να τους καθαρίζει το σπίτι.Ήταν σαν συγκατοίκηση.

Μέχρι να έρθω στην Αθήνα είχα μία εικόνα από μία οπτική. Τώρα που ξανασυναναστρέφομαι με τους ανθρώπους καθημερινά, συνειδητοποιώ και άλλα θετικά, τα οποία δεν τα είχα καταλάβει τότε. Ας πούμε, οι περιοχές που διάλεγαν να είναι τα κέντρα είχαν σημασία. Το κοινωνικό ιατρείο βρίσκεται στα Εξάρχεια, γιατί είναι ένα μέρος που θα τους δεις όλους. Θα τους δεις και αυτούς που μένουν στην Κηφισιά, θα δεις και αυτούς που μένουν στο Μενίδι. Όλοι οι χώροι ήταν σε κεντρικά σημεία της πόλης. Υπήρχαν διαφορετικά κτίρια που στέγαζαν το πρόγραμμα για γυναίκες και για άντρες. Εγώ ήμουν στο μητέρων. Μέσα στο πρόγραμμα ήταν πολύ λίγες μαμάδες και υπήρχαν και άλλες γυναίκες». 

Το ιδιαίτερο πλαίσιο των μητέρων

Ανάμεσα στις διαφορετικές δομές του 18 ΑΝΩ, το πρόγραμμα για μητέρες θεωρείται ένα από τα πιο ιδιαίτερα. Η δημιουργία του βασίστηκε στη διαπίστωση ότι πολλές γυναίκες με εξάρτηση δεν αναζητούσαν ποτέ θεραπεία, επειδή φοβούνταν ότι θα χάσουν τα παιδιά τους ή θα στιγματιστούν ως «ανίκανες μητέρες». Ταυτόχρονα, πολλές είχαν βιώσει κακοποίηση, ενδοοικογενειακή βία ή σοβαρό ψυχικό τραύμα.

Το θεραπευτικό μοντέλο του πλαισίου δεν αντιμετωπίζει τη μητρότητα ως εμπόδιο στη θεραπεία, αλλά ως κομβικό μέρος της. Η εξάρτηση, η γονεϊκότητα, το τραύμα και η σχέση μητέρας–παιδιού δουλεύονται ταυτόχρονα. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα παιδιά παραμένουν μαζί με τη μητέρα, ενώ σε άλλες υπάρχει συνεργασία με συγγενείς ή κοινωνικές υπηρεσίες.

«Στο πλαίσιο των μητέρων δεν πήγαιναν παιδιά τα οποία χρειαζόντουσαν σχολείο. Εγώ ήμουν το πρώτο παιδί που πήγαινε και χρειαζόταν σχολείο. Συνήθως όταν υπήρχαν παιδιά τα οποία χρειαζόντουσαν σχολείο έμεναν πίσω με γιαγιάδες, παππούδες. Οι γονείς μου όμως δεν ήθελαν να με αφήσουν πίσω. Αργότερα, είχαν πάρα πολλά χρόνια τύψεις για αυτό. Εγώ από την πρώτη στιγμή τους έλεγα ότι μου έκαναν το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσαν να μου κάνουν. Εγώ ήμουν το πρώτο παιδί που γράφτηκε σχολείο, οπότε η κ. Μάτσα βρήκε έναν καινούργιο τρόπο να έχει το κάθε παιδί την προσωπική του – εκτός από θεραπεύτρια –  και “φίλη”, η οποία με έπαιρνε κάθε πρωί στο σχολείο, με γύρναγε ή με πήγαινε σε ένα πλαίσιο που έπαιζαν παιχνίδια, σαν κέντρο δημιουργικής απασχόλησης». 

Μέσα στο κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης αγάπησα το θέατρο

Η καθημερινότητα μέσα στο 18 ΑΝΩ δεν ήταν, όπως τη θυμάται η Αλίκη, μια στατική εμπειρία θεραπείας ή ένας αυστηρά οργανωμένος χώρος «αποτοξίνωσης». Ήταν ένα περιβάλλον έντονα φορτισμένο από ζωή, ρυθμό και δημιουργία, όπου η θεραπευτική διαδικασία περνούσε συχνά μέσα από την τέχνη και τη συλλογική έκφραση.

Σε αυτή τη συνθήκη, το θέατρο, η μουσική, η δραματοθεραπεία και οι εικαστικές δραστηριότητες δεν λειτουργούσαν ως απλή απασχόληση, αλλά ως βασικά εργαλεία επεξεργασίας του εαυτού και των σχέσεων. Για την ίδια, αυτή η πλευρά του προγράμματος είναι και εκείνη που καθόρισε πιο βαθιά τη σχέση της με τον χώρο και τελικά με την ίδια την έννοια της έκφρασης. Σήμερα η Αλίκη είναι ηθοποιός.

Όπως θυμάται:

«Το πλαίσιο του 18 ΑΝΩ είχε πολλή επαφή με την τέχνη. Εμένα αυτό με έκανε να την αγαπήσω. Τους έκαναν θέατρο. Τους έκαναν μαθήματα πηλού. Τους έφερναν σε επαφή με βιβλία. Σε επετειακές ημέρες, όπως η Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών, έρχονταν καλλιτέχνες και έκαναν συναυλία για τους εξαρτημένους. Θυμάμαι είχε έρθει κάποια στιγμή ο Γιάννης Κότσιρας και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μεταξύ άλλων, οι θεραπευόμενοι έκαναν και δραματοθεραπεία. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι έδιναν στους θεραπευόμενους ρόλους για να τους δουλέψουν μέσα τους. Η μαμά μου έπαιζε με άλλες δύο γυναίκες ένα θεατρικό έργο, τις “Τρεις ψηλές γυναίκες” του Άλμπι, και είχαν δώσει στη μαμά μου να παίξει τη μία που έλεγε την εξής ατάκα: “Έσπασα το ποτήρι και θα πας εσύ να το μαζέψεις”. Έτσι προσπαθούσαν να της δείξουν ότι όταν κάνει κάτι εκείνη, ρίχνει την ευθύνη στους άλλους. Στον μπαμπά μου είχαν δώσει να κάνει την αλεπού από τον “Μικρό Πρίγκιπα”, γιατί οι θεραπευτές του του έλεγαν ότι πάντα δίνει τις τέλειες συμβουλές σε όλους και τον εαυτό του δεν τον φροντίζει, τον παραμελεί.

Προσπαθώ να θυμάμαι πολλά πράγματα από εκεί. Μου έχουν πει ότι προσπαθούσε ένα ολόκληρο κέντρο απεξάρτησης να μου εξηγήσει ότι δεν μπορώ να παρακολουθήσω τη δραματοθεραπεία, γιατί δεν ήταν κανονική πρόβα και εγώ τους έλεγα ότι όχι μόνο θα είμαι εδώ να το παρακολουθώ, αλλά θα είναι και η μαμά μου πρωταγωνίστρια. Εγώ εκεί μέσα αγάπησα το θέατρο. Ήταν ένας χώρος που δεν σε άφηνε να πεις ότι είσαι κλεισμένος μέσα. Βοηθούσε τους ανθρώπους να αναπτυχθούν. Θυμάμαι πολύ χρώμα μέσα στο πλαίσιο. Και τα παιδιά μάς φρόντιζαν πάρα πολύ. Υπήρχε μια σοφίτα, η οποία ήταν για τα παιδιά που είναι στο πρόγραμμα, με άπειρα παιχνίδια, με ζωγραφική, πάρα πολλά πράγματα. Μπορούσαμε να δούμε DVD, να ζωγραφίσουμε. Εγώ έχω ακόμα έναν φάκελο με όλες μου τις ζωγραφιές από εκεί. 

Δεν ασχολήθηκαν όλοι με την τέχνη μετά, αλλά άρχισαν να έχουν φαντασία. Αν δεν έχεις φαντασία, δεν έχεις όνειρα. Και αν δεν έχεις όνειρα, δεν έχεις στόχους. Και τι κάνεις; Ξυπνάς το πρωί και περιμένεις να νυχτώσει για να κοιμηθείς. Στο 18 ΑΝΩ ήθελαν να τους δημιουργήσουν στόχους μέσω της τέχνης. Οι άνθρωποι που πίνουν ουσίες νομίζουν ότι μπορούν να φανταστούν, αλλά στην πραγματικότητα φαντάζονται μέχρι ένα σημείο. Η κ. Μάτσα είπε σε μια συνέντευξή της ότι οι άνθρωποι πίνουν ουσίες για να γίνουν καλά, δηλαδή δεν είναι καλά και παίρνουν ναρκωτικά για να νιώσουν καλύτερα. Οπότε για να γίνουν καλά, προσπαθούν, απλά παίρνουν λάθος δρόμο, γιατί είναι πιο εύκολο. Το να αποδεχτείς ότι έχεις πρόβλημα είναι το δύσκολο».

Πέρα από τις πιο «ορατές» πλευρές της θεραπευτικής καθημερινότητας – την τέχνη, τις ομάδες και τις δραστηριότητες – η εμπειρία του 18 ΑΝΩ, όπως τη θυμάται η Αλίκη, διαμορφωνόταν και από μικρές, επαναλαμβανόμενες πράξεις και τελετουργίες που έδιναν ρυθμό στη συλλογική ζωή και χτίζανε δεσμούς.

Ταυτόχρονα, οι σχέσεις μέσα στο πρόγραμμα, ιδίως ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, περνούσαν μέσα από ένα αυστηρά οργανωμένο αλλά και βαθιά συναισθηματικό πλαίσιο επαφής, όπου η επικοινωνία δεν ήταν δεδομένη αλλά σταδιακά «επιτρεπόμενη» και θεραπευτικά επεξεργασμένη. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η Αλίκη θυμάται στιγμές που έμειναν χαραγμένες όχι για την έντασή τους, αλλά για τον τρόπο που συνέδεαν την οικογενειακή σχέση με τη θεραπευτική διαδικασία.

«Μια άλλη συνήθεια που υπήρχε μέσα στο πρόγραμμα, ήταν ότι κάθε φορά που καθόμασταν όλοι για να φάμε, έπρεπε όλοι ταυτόχρονα, σαν προσευχή, να πούμε “μπράβο στο μαγείρεμα”. Δηλαδή μπράβο στο μαγείρεμα που έκανε μία από εμάς σήμερα. Και αυτή είναι μια φράση που λέμε με τους γονείς μου κάποιες φορές. Είναι κάτι που μόνο εμείς οι τρεις μπορούμε να καταλάβουμε. Είναι τρόπος σύνδεσης.

Μέσα στο πλαίσιο σου ξυπνάνε πάρα πολύ τον συναισθηματικό σου κόσμο και την αντίληψή σου. Σκέψου πόσο έχει μειωθεί η αντίληψη ενός ανθρώπου που έχει πάρει τόσα ναρκωτικά. Μια μέρα όπου είχαν μαζευτεί πολλοί άντρες, από το πλαίσιο των ανδρών, και τους μιλούσε η κ. Μάτσα, μπαίνει μέσα μία από τους παιδοψυχολόγους και λέει κάτι στο αυτί της. Υπήρχαν και άλλοι μπαμπάδες εκεί. Ο μπαμπάς μου όμως πετάχτηκε και ρώτησε την κ. Μάτσα αν μιλάνε για μένα. Και εκείνη του απάντησε ότι “το παιδί σου σε διεκδικεί όπως σε διεκδικείς κι εσύ. Την άλλη εβδομάδα θα βρεθείτε”. 

Εγώ τον έβλεπα τον μπαμπά μου, αλλά τον έβλεπα όταν κρίνανε οι θεραπευτές ότι εκείνος είναι σε θέση να δει το παιδί του. Εμένα με έπαιρνε, η προσωπική μου κυρία – εκείνη που με έβγαζε έξω – και με πήγαινε σε έναν άλλο χώρο, όπου ήταν ο μπαμπάς μου, μαζί με την ψυχίατρό του, και παίζαμε για δύο ώρες, μιλούσαμε». 

Με το να κλείνεις το 18 ΑΝΩ δείχνεις ανοιχτά σαν πολιτεία ότι δεν το θες το καλό

Πέρα από τις επιμέρους εμπειρίες της καθημερινότητας μέσα στο πρόγραμμα, η Αλίκη επιστρέφει τελικά σε μια πιο συνολική αποτίμηση του τι σήμαινε για την ίδια το 18 ΑΝΩ. Επιστρέφει σε μια συνολική εμπειρία που, όπως λέει, συνδέεται άμεσα με το τι σημαίνει ένα τέτοιο θεραπευτικό πλαίσιο να υπάρχει ή να απειλείται να χαθεί μέσα στην κοινωνία. Για εκείνη, το 18 ΑΝΩ δεν είναι μόνο ένα κομμάτι του παρελθόντος της, αλλά ένας τόπος που κουβαλά ακόμη και σήμερα το νόημα της φροντίδας, της επανεκκίνησης και της δυνατότητας να ξανασταθεί ένας άνθρωπος όρθιος.

Από αυτή τη θέση, η αφήγησή της αποκτά και μια πιο πολιτική διάσταση. Δεν μιλά μόνο για το τι έζησε, αλλά και για το τι σημαίνει να καταργείται – εν μια νυκτί – η ύπαρξη ενός τέτοιου χώρου.

«Εκτός από τους γονείς μου, που ήταν εξαιρετικοί δίπλα μου, και οι άλλοι άνθρωποι εκεί μέσα σ’ αγκάλιαζαν με τέτοιο τρόπο που δεν ένιωσα ποτέ ότι είμαι υπό. Ήθελαν να σε ανεβάσουν ψηλά. Σε αντιμετώπιζαν ίσα. Το πλαίσιο αυτό σε έκανε να νιώθεις τόσο δυνατός. Αυτός ήταν ο στόχος του. Να μη νιώσεις ανυπεράσπιστος. Να μη νιώσεις αδύναμος. Να μη νιώσεις ότι δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Εγώ βγήκα 8 χρονών από εκεί και τότε μου εξήγησε ο μπαμπάς μου γιατί ήμασταν εκεί και τι αποκόμισε όσο ήταν στο πλαίσιο. Μου είχε πει “μας το έκαναν αυτό, γιατί θα πεθαίναμε. Και τώρα ξαναβγήκαμε στη ζωή”. Το 18 ΑΝΩ είναι μια όαση. Δεν γίνεται μέσα σε τόση μαυρίλα που έχει η κοινωνία μας, να υπάρχει κάτι τόσο καλό και τόσο αθώο, με τόσο αγνή πρόθεση και τόση αγάπη. Με το να κλείνεις το 18 ΑΝΩ δείχνεις τόσο ανοιχτά – όποια ανώτερη δύναμη είσαι στην κοινωνία – ότι δεν το θες το καλό. 

Το 18 ΑΝΩ στο παιδικό μου μυαλό το είχα ως ένα παραμύθι που μπορείς να μπεις εκεί και να σ’ τα λύσει όλα. Όταν γυρίσαμε στην Πάτρα και πήγα σχολείο, έλεγα ότι οι γονείς μου έχουν απεξαρτηθεί από το 18 ΑΝΩ. Το έλεγα με χαρά. Και μου έλεγαν οι γονείς μου να μην το λέω, γιατί είναι στίγμα. Αλλά δεν με ένοιαζε, γιατί εγώ πίστευα ότι καλό είναι να περάσουμε όλοι από εκεί. Πίστευα ότι είναι μια σπηλιά, κάτι ονειρικό, που μπαίνεις μέσα και γίνεσαι καλά ό,τι κι αν έχεις. Πίστευα ότι βοηθάει τον κόσμο. Σήμερα νιώθω τυχερή που γνώρισα το 18 ΑΝΩ, γιατί έχω πάντα πού να γυρνάω αν δεν νιώσω καλά. Έχω αυτή την ασφάλεια, ότι ξέρω ότι υπάρχει ένας χώρος που μπορώ να κάνω restart. Και γι’ αυτό είναι πάρα πολύ άδικο να κλείσει όλο αυτό».

Ιστορίες

Στη συνέχεια της αφήγησής της, η Αλίκη επιστρέφει στα πιο πρώιμα και καθοριστικά της χρόνια μέσα στο πλαίσιο του 18 ΑΝΩ, εκεί όπου η καθημερινότητα δεν περιοριζόταν στη θεραπεία των γονιών της, αλλά διαμορφωνόταν από μικρές, έντονες και συχνά αντιφατικές στιγμές ζωής.

Μέσα από παιδικές αναμνήσεις, οικογενειακές τελετουργίες, αλλά και περιστατικά που αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η θεραπευτική κοινότητα, ξεδιπλώνεται ένα περιβάλλον όπου η εξάρτηση, η φροντίδα, η σύγκρουση και η αποκατάσταση συνυπήρχαν στην ίδια καθημερινότητα. Για την ίδια, αυτές οι εικόνες δεν είναι αποσπασματικές ιστορίες, αλλά κομμάτια ενός κόσμου που τη διαμόρφωσε βαθιά, τόσο ως παιδί όσο και ως ενήλικη που επιστρέφει σε αυτές με νέα κατανόηση.

Μέσα στο κλειστό πλαίσιο απεξάρτησης γνώρισα την κολλητή μου. Σήμερα συγκατοικούμε.

Η είσοδος της Αλίκης στο πλαίσιο των μητέρων του 18 ΑΝΩ δεν είναι μια εικόνα σταθερής προσαρμογής ή «ομαλής ένταξης», αλλά μια ακολουθία πρώτων εντυπώσεων, αντιδράσεων και συναισθηματικών μετατοπίσεων ενός πολύ μικρού παιδιού που προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει αυτός ο νέος κόσμος.

Μέσα από αυτές τις πρώτες στιγμές, από την άρνηση και τη σύγχυση μέχρι την πρώτη σύνδεση με ένα άλλο παιδί, ξεδιπλώνεται ο τρόπος με τον οποίο ένα θεραπευτικό περιβάλλον, σχεδιασμένο για ενήλικες σε διαδικασία απεξάρτησης, γίνεται ταυτόχρονα και χώρος παιδικής εμπειρίας, σχέσης και σταδιακής εξοικείωσης.

«Ήμουν ένα πάρα πολύ χαϊδεμένο παιδί και μοναχοπαιδί. Ξέρω ότι θα ήμουν πολύ εγωίστρια, αν δεν είχαμε περάσει από εκεί κι εγώ και οι γονείς μου. Τα ήθελα όλα δικά μου, γιατί τα είχα όλα. Οι γονείς μου έκαναν μια πάρα πολύ καλή δουλειά. Οπότε οι γονείς μου τότε είχαν χρήματα και μου έπαιρναν ό,τι ήθελα. Και εδώ συμβαίνει και κάτι παράδοξο: Όταν είναι κάποιος στην κατάσταση που ήταν οι γονείς μου, και ειδικά ο πατέρας μου, από τις ουσίες, καταλαβαίνεις ότι βλέπεις μπροστά σου έναν εξαρτημένο άνθρωπο, όμως τότε είχε μια δουλειά με λεφτά. Βγαίνοντας από από το πρόγραμμα, δεν τον έπαιρναν για δουλειά, με το “χαρτί” της απεξάρτησης. Δηλαδή τον θες εξαρτημένο τον άλλο. Αυτό είναι άδικο. 

Μπαίνοντας λοιπόν εκεί μέσα, εγώ δεν μοιραζόμουν τίποτα. Δεν ήμουν το μόνο παιδάκι εκεί. Υπήρχε άλλο ένα μικρότερο κορίτσι και δύο αγόρια πολύ μικρά – εγώ ήμουν 5 και εκείνα ήταν 2 – τα οποία δεν τα συμπαθούσα, απ’ ό,τι μου είχαν πει. Εγώ θυμάμαι ιδιαίτερα ότι δεν συμπαθούσα καθόλου το κορίτσι. Θυμάμαι ότι είχα πάρει μαζί μου έναν πύργο, ένα παιχνίδι. Όταν μπήκα μέσα, έκατσα στο κεφάλι της τραπεζαρίας με τη μαμά μου, δεν της μιλούσα –  δεν μιλούσα σε κανέναν – και έτσι όπως μπήκαμε και κάτσαμε κατευθείαν εκεί, ήταν πάρα πολλές γυναίκες στον χώρο και εγώ άρχισα να φωνάζω “γιατί με έφερες εδώ; Εδώ είναι όλες άρρωστες”, χωρίς να ξέρω γιατί έχουμε μπει εκεί και χωρίς να ξέρω αν έχουν κάτι οι γυναίκες. Εγώ μόλις είδα το πλαίσιο, φαντάστηκα ότι η μαμά μου μου πήρε τον μπαμπά μου για να έρθουμε να κάτσουμε με τις “άρρωστες”. Η αντίδραση ήταν κατευθείαν ότι μου πήρε το σπίτι μου. Σαν παιδί αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ. 

Για μία εβδομάδα δεν μιλούσα σε κανέναν. Και στη μία εβδομάδα που ήμασταν εκεί χτυπάει το κουδούνι και μπαίνει μέσα ένα κοριτσάκι. Ήταν ένα κοντό παιδάκι που είπε “γεια σας” και μόλις μπήκε μέσα εγώ έτρεξα και την πήρα αγκαλιά. Πήρα ζωή. Πλέον είναι η κολλητή μου και μένουμε μαζί. Η μαμά της ήταν ήδη μέσα στο πλαίσιο και όταν συνειδητοποίησε ότι μπορεί να έρθει και το παιδί της που πάει σχολείο, το έφερε».

Η Αλίκη θυμάται μια χαρακτηριστική στιγμή από τα χρόνια που έζησε στο πλαίσιο του 18 ΑΝΩ. Ο μπαμπάς της της πήρε ένα χριστουγεννιάτικο δώρο. Μέσα από αυτό το δώρο και την αντίδραση που προκάλεσε στον κοινό χώρο, περιγράφεται όχι μόνο η παιδική της ματιά, αλλά και ο τρόπος που το περιβάλλον προσπαθούσε να διαχειριστεί συναισθήματα, ανάγκες και ευαισθησίες που συνυπήρχαν ταυτόχρονα μέσα στο ίδιο σπίτι.

«Έχουμε Χριστούγεννα και φτάνει στο πλαίσιο ένα μεγάλο κουτί με μια κουζίνα της Μπάρμπι. Μου λένε ότι αυτό είναι δώρο από τον μπαμπά μου. Ο μπαμπάς μου ζήτησε σε μια θεραπευόμενή του να μου πάρει ένα δώρο, το διάλεξε, το αγόρασαν για μένα από τον πατέρα μου και μου το έστειλαν. Εγώ ανοίγω το κουτί και αρχίζω και φωνάζω σε όλα τα παιδάκια ότι αυτό δεν θα το ακουμπήσει κανείς, γιατί είναι δικό μου και μου το έφερε ο μπαμπάς μου. Οι ψυχολόγοι των γυναικών ήταν στο σαλόνι – ήταν πάντα εκεί σαν παρατηρητές και θα μιλούσαν μόνο όταν έπρεπε να επέμβουν. Έρχεται τότε μια γυναίκα που ήταν η μαμά μιας άλλης κοπέλας και λέει στη μαμά μου να μου πει να μην δείχνω τόσο πολύ τη χαρά μου που πήρα δώρο από τον μπαμπά μου, γιατί η κόρης της δεν είχε μπαμπάκαι στεναχωριόταν. Και έρχεται τότε η ψυχολόγος και λέει “συγγνώμη, αλλά δεν είναι δουλειά της Αλίκης να μειώσει τη χαρά της, είναι δουλειά της κόρης σας να διαχειριστεί ότι αυτή δεν έχει μπαμπά”. Και αυτό είναι μια συμβουλή που την κρατάω. Αυτές είναι συμβουλές που ακούγονται χαζές, όμως δεν είναι».

Έκαναν θεραπεία στην καθεμία για το τι ντύθηκε τις Απόκριες

Η Αλίκη μοιράστηκε μαζί μας μια ιστορία – ένα αποκριάτικο πάρτι μέσα στο πλαίσιο του 18 ΑΝΩ, το οποίο είχε οργανωθεί για τις μαμάδες και τις υπόλοιπες γυναίκες του προγράμματος. Μέσα από μια γιορτινή μέρα που δεν εξελίχθηκε όπως περίμεναν, περιγράφει μια εμπειρία από την καθημερινότητα της κοινότητας, όπου ακόμη και απλές στιγμές, όπως οι Απόκριες, αποκτούσαν έναν διαφορετικό χαρακτήρα μέσα στο θεραπευτικό περιβάλλον.

«Πλησιάζουν καρναβάλια και έχουν ένα αίτημα οι μαμάδες και οι άλλες γυναίκες στο πλαίσιο, να διοργανώσουν ένα αποκριάτικο πάρτι. Φτάνει η μέρα του καρναβαλιού. Δεν τους έχουν πάει στολές και τους λένε να ντυθούν με ό,τι έχουν. Αυτό ήταν παγίδα, γιατί μετά έκαναν θεραπεία στην καθεμία για το τι ντύθηκε. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα ήταν μια θεραπευόμενη η οποία πήρε τα ρούχα μου τα παιδικά και ντύθηκε “Αλίκη”. Έκανε δύο κοτσιδάκια και σκάλιζε τη μύτη της, που χαρακτηριστικά το έκανα εγώ. Στη θεραπεία, αργότερα, της είπαν ότι ζήλευε με έναν τρόπο την αγάπη που έδινε η μαμά μου σε μένα, γιατί εκείνη δεν την πήρε ποτέ από τη μαμά της».

Σε ένα πιο πρόσφατο περιστατικό, η Αλίκη μιλά για μια τυχαία συνάντηση με μια γυναίκα που γνώριζε από το πλαίσιο του 18 ΑΝΩ, χρόνια μετά την αποχώρησή της από το πρόγραμμα.

Αυτή η συνάντηση, όπως λέει, της ξύπνησε έντονα συναισθήματα και σκέψεις, κυρίως μέσα από την παρουσία του μικρού παιδιού που ήταν μαζί της και τον τρόπο που η εικόνα αυτή της οικογένειας συνδέθηκε ξανά με τις εμπειρίες που είχε ζήσει ως παιδί μέσα σε θεραπευτικά περιβάλλοντα εξάρτησης.

«Έχω ξανασυναναστραφεί πάρα πολλές γυναίκες, οι οποίες έχουν βγει από εκεί τώρα, που ήταν φίλες της μαμάς μου μέσα στο πρόγραμμα. Πρόσφατα, είδα μια από αυτές στην Πάτρα λίγο πριν πάω να παίξω σε μια παράσταση. Και τη βλέπω, με μια κορούλα 8 χρονών, να βάζει τα κλάματα και καταλαβαίνω ότι ξανά έχει διαφορετικές εξαρτήσεις. Εγώ όταν βλέπω ένα κορίτσι 8 χρονών, μου κάνει trigger εκείνη τη στιγμή. Πάντα λοιπόν στρέφομαι προς το παιδί. Δεν θα κρίνω τη μητέρα, απ’ τη στιγμή που έχω δει και εγώ τη μητέρα μου σε παρόμοια κατάσταση, αλλά θα κρίνω πάντα σε τι περιβάλλον μεγαλώνει το παιδί. Και βλέπω ένα παιδί 8 χρονών να την κοιτάζει με ένα βλέμμα σαν να είναι 28 και να προσπαθεί να τη συγκρατήσει λέγοντας «έλα μαμά, σε παρακαλώ». Λοιπόν, καλύτερα να το κάνεις το παιδί όταν θα είσαι πρώτα εσύ καλά». 

Η Αλίκη συνεχίζει να μοιράζεται ιστορίες και μιλά για μια πιο προσωπική πλευρά της εμπειρίας της μέσα στο πλαίσιο, μέσα από τη σχέση της με την παιδοθεραπεύτριά της και μια χαρακτηριστική στιγμή από μια συνεδρία. Πρόκειται για μια ανάμνηση που συνδέει την καθημερινότητα της θεραπείας με μια πολύ κρίσιμη περίοδο για την οικογένειά της, αλλά και με τον τρόπο που ένα μικρό παιδί εκφράζει όσα συμβαίνουν γύρω του μέσα από το παιχνίδι.

«Όπως και οι θεραπευόμενες, έτσι και εγώ είχα την προσωπική μου θεραπεύτρια, την Αλεξάνδρα Κερασιώτη, μια εξαιρετική γυναίκα, την οποία τη θυμήθηκα πολύ αργότερα μέσα στη δραματική σχολή, όταν μας έλεγαν να παρατηρούμε τα παιδιά, γιατί εκείνα παίζουν πραγματικά και είναι απόλυτα αληθινά. Εμένα οι γονείς μου κατά τη διάρκεια του πρώτου πλαισίου (του κλειστού προγράμματος απεξάρτησης) χώρισαν για πρώτη φορά και εγώ το έμαθα. Ήμουν περίπου 6 χρονών. Όταν πήγα να κάνω την εβδομαδιαία θεραπεία μου, που γινόταν σε έναν χώρο με πάρα πολλά παιχνίδια, το πρώτο πράγμα που έκανα την ώρα που έπαιζα με ένα κουκλόσπιτο, ήταν να βγάλω τον μπαμπά από το σπίτι και να τον πετάξω. Εκεί η θεραπεύτριά μου τα κατάλαβε όλα».

Η ηλιαχτίδα

Υπάρχουν ιστορίες που δεν μένουν απλώς ως αναμνήσεις, αλλά συνεχίζουν να επανέρχονται σαν κάτι ζωντανό μέσα στην καθημερινότητα. Μια τέτοια ιστορία για την Αλίκη είναι και το μικρό παραμύθι που έγραψε ο πατέρας της, την περίοδο που βρισκόταν στο πλαίσιο του 18 ΑΝΩ.

Η σχέση της με τον πατέρα της διατρέχει όλη αυτή την αφήγηση σαν μια διαρκής επιστροφή. Δεν είναι μια απλή σχέση παιδιού-γονιού που «επανήλθε» μετά από μια δύσκολη περίοδο, αλλά μια σύνδεση που διαμορφώθηκε μέσα από την απουσία, την αναμονή, τις θεραπευτικές συναντήσεις και τις μικρές, επιλεγμένες στιγμές επαφής. Τον θυμάται ταυτόχρονα ως έναν άνθρωπο που έπρεπε να ξανασταθεί στη ζωή του και ως μια πολύ ισχυρή παρουσία που, ακόμα και μέσα στη θεραπεία, προσπαθούσε να παραμείνει πατέρας με όποιον τρόπο μπορούσε, μέσα από λόγια, δώρα, ιστορίες και μια προσπάθεια να κρατηθεί δεμένος με την κόρη του σε συνθήκες που δεν ήταν ποτέ απλές.

«Ο μπαμπάς μου όσο ήταν στο κλειστό πρόγραμμα έγραψε ένα παραμύθι για μένα, το οποίο λεγόταν “Η ηλιαχτίδα”. Εγώ ήμουν η ηλιαχτίδα και εκείνος έλεγε ότι είναι ο “Συννεφούλης” και η μαμά μου η “Συννεφούλα”, που γνωρίστηκαν και έζησαν πολλές βροχές και πολλές αστραπές, αλλά μέσα σε όλη αυτή τη βροχή βγήκε μια ηλιαχτίδα και την κράτησαν, και αυτή τους έκανε να μην ξαναβρέξουν. Αυτό είναι γραμμένο σε ένα τετράδιο μπλε, σαν αυτά που μας έδιναν στο σχολείο, και γράφει μόνο αυτό μέσα. Πλέον το διαβάζει στην κουζίνα κάθε πρωί που πίνει καφέ».

Στο 18 ΑΝΩ σου μαθαίνουν να κοιτάς τον ήλιο

«Μεγαλώνοντας, που κατάλαβα πού είχα πάει, ένιωσα ακόμα πιο περήφανη. Είχα πάρα πολλή περιέργεια να μάθω το πριν των γονιών μου. Όταν βγήκαν από το πλαίσιο, μου δώσανε την εντύπωση ότι τώρα είναι καλά. Και ήταν όντως καλά. Όμως ήμουν πάρα πολύ περίεργη να δω το πώς ήταν όταν δεν ήταν καλά. Οπότε ξεκίνησα και είχα πάρα πολλές απορίες, από το πιο απλό “τι ναρκωτικά έκαναν”, μέχρι το σε τι σημείο είχαν φτάσει. Μια μέρα, ο μπαμπάς μου με είχε ξυπνήσει ένα πρωί με τα χίλια ζόρια για να πάμε βόλτα. Περπατάμε έξω και εγώ κοιτάω κάτω. Και μου λέει “κοίτα πάνω. Κοίτα τον ήλιο, γιατί τον έχεις δεδομένο, όπως όλοι μας. Εγώ είχα φτάσει σε ένα σημείο από τα ναρκωτικά να βλέπω ίσα ίσα να κάνω το επόμενο βήμα. Όταν κατάφερα να ξαναδώ τον ήλιο, είδα πόσο σημαντικός είναι”. Στο 18 ΑΝΩ σου μαθαίνουν να κοιτάς τον ήλιο. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά δεν είναι για κάποιον που έφτασε σε σημείο να μην μπορεί να τον δει».

Η διαδρομή της Αλίκης προς το θέατρο δεν ξεκινά σε ένα συγκεκριμένο σημείο, αλλά διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από εμπειρίες που απλώνονται από την παιδική της ηλικία και μετά. Ανάμεσά τους, η παρουσία της στο πλαίσιο του 18 ΑΝΩ λειτουργεί ως ένας από τους πρώτους χώρους όπου έρχεται σε επαφή με την έννοια της έκφρασης, του ρόλου και της δραματοποίησης, όχι ως τέχνη αλλά ως καθημερινή εμπειρία. Αυτά τα πρώτα ερεθίσματα, όπως λέει η ίδια, συναντούν αργότερα την προσωπική της κλίση και την έντονη σχέση της με τη σκηνή, οδηγώντας τη σταδιακά προς την υποκριτική.

«Μέσα στο πλαίσιο έλεγαν για μένα ότι “αυτό το παιδί θα γίνει ηθοποιός”. Πήγαινα στο σχολείο και όταν κάναμε παραστάσεις, εγώ ήθελα να είμαι η πρωταγωνίστρια. Όταν γυρίσαμε στην Πάτρα, εγώ δεν ήθελα να παίζω στις παραστάσεις του σχολείου, γιατί τις θεωρούσα λίγες για μένα. Μου είπε η δασκάλα τότε να παίξω γιατί είμαι καλή και έπαιξα και το καταχάρηκα. Δεν είχα διαβάσει ποτέ στη ζωή μου στο σχολείο. Στο δημοτικό διάβαζα ξανά και ξανά έναν μονόλογο, αντί να διαβάζω τα μαθήματά μου. Όταν πήγα πρώτη γυμνασίου, ζήτησα στους γονείς μου να με πάνε σε ένα θεατρικό παιχνίδι στο ΔΗΠΕΘΕ. Έπαιζα σε παραστάσεις, εκεί ξεκινήσαμε με το εφηβικό παιχνίδι. Μετά πήγα σε ένα σεμινάριο υποκριτικής, το οποίο κανονικά ήταν για ενήλικες, αλλά δεν μου έφτανε. Ήμουν 12 χρονών και έκανα παρατηρήσεις στους μεγαλύτερους επειδή δεν ήξεραν τα λόγια τους. Σε εκείνη την παράσταση έκανα την παραμάνα. Αργότερα, συνέχισα σε ένα άλλο σεμινάριο υποκριτικής, επίσης για ενήλικες. Ο καθηγητής μου έδωσε το “Φιντανάκι” του Δημήτρη Χορν και έπαιζα εκεί. Όταν έφτασα 17, ο ίδιος καθηγητής μου έδωσε ένα αρχαίο κομμάτι, την Κασσάνδρα, και μου είπε ότι με αυτό θα δώσω τον επόμενο χρόνο εξετάσεις στη δραματική σχολή.  Έδωσα εξετάσεις και μπήκα στη δραματική σχολή στην Πάτρα. Ήταν τρία υπέροχα χρόνια. Έκτοτε έκανα τρεις επαγγελματικές παραστάσεις, πριν κατέβω στην Αθήνα. Στη δραματική σχολή είχαμε μια καθηγήτρια, η οποία μου βρήκε το τηλέφωνο της κ. Μάτσα».

Η Κατερίνα Μάτσα

Το 18 ΑΝΩ αποτελεί εδώ και δεκαετίες μια από τις πιο αναγνωρίσιμες δημόσιες δομές απεξάρτησης στη χώρα. Συνδέθηκε ιστορικά με τη δουλειά της ψυχιάτρου Κατερίνας Μάτσα και με μια θεραπευτική φιλοσοφία που έδωσε έμφαση στην ψυχοθεραπεία, τη θεραπευτική κοινότητα και την κοινωνική επανένταξη.

Η Κατερίνα Μάτσα αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές μορφές στην ιστορία της απεξάρτησης στην Ελλάδα, με πολυετή παρουσία στη δημιουργία και ανάπτυξη θεραπευτικών κοινοτήτων και δομών που έδωσαν έμφαση στην ψυχοκοινωνική φροντίδα, την τέχνη και την επανένταξη των ανθρώπων με εξάρτηση. Στενά συνδεδεμένο με το έργο της είναι το πρόγραμμα 18 ΑΝΩ, μέσα από το οποίο αναπτύχθηκαν προσεγγίσεις που έβαλαν στο κέντρο όχι μόνο τη θεραπεία της εξάρτησης, αλλά και την επανασύνδεση του ανθρώπου με τη ζωή, τη σχέση και την κοινότητα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Αλίκη επιστρέφει διαρκώς στη μορφή της κ. Μάτσα όχι απλώς ως επαγγελματία που συνάντησε στην ενήλικη ζωή της, αλλά ως μια παρουσία που διατρέχει σχεδόν όλη της την πορεία, από τα παιδικά της χρόνια μέχρι σήμερα. Όπως περιγράφει, η σχέση τους αποκτά έναν ιδιαίτερο, σχεδόν προσωπικό χαρακτήρα, όπου η θεραπευτική εμπειρία, η καθημερινή επαφή και οι αναμνήσεις από το πλαίσιο συνδέονται με μια αίσθηση εμπιστοσύνης και επιστροφής σε έναν χώρο που η ίδια νιώθει οικείο και καθοριστικό.

«Μόλις τελειώνω τη δραματική σχολή στην Πάτρα, και έχοντας παίξει σε παραστάσεις εκεί, ανεβαίνω πέρσι στην Αθήνα, για να συνεχίσω την πορεία μου στο θέατρο. Τότε ήρθα πρώτη φορά σε επαφή με την κ. Μάτσα. Την πρώτη μέρα που πήγα στο κοινωνικό ιατρείο στα Εξάρχεια και μιλήσαμε, με ρώτησε τι θέλω να καταφέρω και της απάντησα ότι θέλω να γίνω σταρ. Από τότε, κάθε φορά που με βλέπει μου λέει “Καλημέρα, είσαι σταρ”, και δεν το λέει ειρωνικά. Και εκείνη τη στιγμή όντως νιώθω σταρ. Ήμουν η μεγαλύτερη αρνήτρια της ψυχοθεραπείας μεγαλώνοντας, γιατί είχα πολύ μεγάλο κόμπλεξ. Θεωρούσα ότι μέσα στο πλαίσιο έχω ζήσει κάτι πολύ ανώτερο, σε θέμα θεραπείας, και δεν ήθελα να πάω σε έναν κοινό ψυχολόγο. Αν δεν ήταν η κ. Μάτσα, ακόμα δεν θα είχα πάει». 

Η Κατερίνα Μάτσα είναι φάρος

«Πήγα να την ξαναδώ μετά από τόσα χρόνια, αρχίζουμε να μιλάμε και ξεκινάμε να κάνουμε ψυχοθεραπεία. Εν τω μεταξύ, υπάρχουν καλοί ψυχολόγοι ή υπάρχουν κακοί ψυχολόγοι, υπάρχουν καλοί ψυχίατροι ή κακοί ψυχίατροι. Αυτό που έχει αυτή η γυναίκα… Δεν είναι μόνο τα χιλιόμετρα που έχει διανύσει σε αυτή τη δουλειά. Η διορατικότητα που έχει, που σε κοιτάζει και ξέρει τι σου συμβαίνει, είναι αδιανόητο. Το κοινωνικό ιατρείο είναι ένας χώρος στον οποίο ξαναβρίσκεις την παιδικότητά σου. Εγώ μπαίνω εκεί και μπορώ να αρχίσω να κλαίω και να μη μου πει κανένας τίποτα. Μια μέρα λέω στην κ. Μάτσα ότι δεν είμαι πολύ καλά και θέλω προσοχή. Μου απαντάει “και εγώ”. Σάστισα. Και συνεχίζει “Αλίκη, αυτά που λες τα θέλουμε όλοι. Κι εγώ χαίρομαι όταν μου λένε μπράβο. Κι εγώ περιμένω ένα μπράβο για αυτό που έχω καταφέρει”. Όταν τελείωσε το βιβλίο μου είπε “έγραψα το τελευταίο μου βιβλίο γιατί δεν θέλω να χαθεί αυτό που έχω κάνει”. Μα πώς να χαθεί αυτό που έχει κάνει; Ήμουν 5 χρονών και σήμερα δεν μπορούσα να μην είμαι εκεί μέσα. Ό,τι και να κάνουν, ακόμα και αν το κλείσουν, αυτό δεν χάνεται. Είναι μέσα στις ψυχές των ανθρώπων που μπήκαν εκεί. Είναι φάρος αυτή η γυναίκα. Και είναι φάρος και το πλαίσιο αυτό. Της είχα πει κάποτε ότι αν υπήρχε ένα μοναδικό χάπι που το παίρνεις και σε κάνει αθάνατη, θα έπρεπε να το πάρει εκείνη. Και η κ. Μάτσα και ο άντρας της παραμένουν τόσο ενεργοί. Κάποια ανώτερη δύναμη τους προστατεύει για να συνεχίσουν να βοηθούν κόσμο. Αν ανοίξουν την αγκαλιά τους δεν την ξαναπαίρνουν πίσω, δεν θα νιώσεις ποτέ υποτίμηση. Γυρνάω πάντα εκεί όταν πάω να παραστρατήσω, όταν πάω να χαθώ, όταν θέλω από κάπου να στηριχτώ.

Είχα πάει στο κοινωνικό ιατρείο γιατί έκανε ένα πασχαλινό μπαζάρ. Μαζεύτηκε πάρα πολύς κόσμος. Μπήκαμε στο κοινωνικό ιατρείο και το βλέπω γεμάτο. Έρχονταν όλοι οι άνθρωποι να σου μιλήσουν, χωρίς να σε ξέρουν, γιατί έχουν την αίσθηση ότι έχετε κάτι που σας συνδέει και γι’ αυτό είστε εκεί μέσα όλοι μαζί. Ο ένας μπορεί να έχει εξαρτηθεί, κάποιος άλλος να είναι ακόμα εξαρτημένος, άλλος να έχει βρεθεί με έναν τρόπο εκεί – όπως βρέθηκα εγώ, άλλος να είναι απλά ένας άνθρωπος που το θαυμάζει. Όλοι συνδέονται με ένα κομμάτι από όλο αυτό. Θυμάμαι είχε πάρα πολύ κόσμο εκείνη την ημέρα στο γραφείο. Καθόταν δίπλα δίπλα αυτή και ο άντρας της και είχε μια κενή θέση δίπλα τους. Κανένας δεν πήγαινε να κάτσει εκεί. Και μου κάνει νόημα και πάω και κάθομαι δίπλα της. Και βγάζει λόγο. Μιλάει. Συζητάει με άλλους ανθρώπους. Εγώ μιλάω με άλλους. Και σε όλη τη διάρκεια μου κρατούσε το χέρι. Για μία ώρα. Στο μπαζάρ είδα την εγγονή της γραμματέως στο Κοινωνικό ιατρείο του 18 ΑΝΩ, η οποία είναι 6 χρονών. Το παιδί ζωγράφισε το 18 ΑΝΩ και το έκανε δώρο στην κ. Μάτσα. Όταν τη ρώτησαν στο σχολείο τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, απάντησε ότι θέλει να βοηθάει ανθρώπους, όπως η Κατερίνα Μάτσα. Αυτό σε κάνει να νιώθεις ελπίδα».

Στη συζήτηση για την Κατερίνα Μάτσα και το έργο της, η Αλίκη επιστρέφει σε μια πιο προσωπική και ευαίσθητη πλευρά της σχέσης που έχουν διαμορφώσει όλα αυτά τα χρόνια. Μέσα από μια σειρά στιγμών, περιγράφει πώς η παρουσία της κ. Μάτσα δεν έμεινε ποτέ απλώς στο πλαίσιο της θεραπείας, αλλά λειτούργησε και ως σημείο αναφοράς για όλη την οικογένεια, με τρόπους που συνεχίζουν να επηρεάζουν τις μεταξύ τους σχέσεις και τον τρόπο που βλέπουν το παρελθόν τους.

«Η Κατερίνα Μάτσα μίλησε στην Πάτρα για το βιβλίο της και μου είπε να ενημερώσω τους γονείς μου αν θέλουν να έρθουν στην παρουσίαση. Και όταν το είπα αυτό στους γονείς μου, σάστισαν. Θέλουν και δεν θέλουν να τη δουν. Γιατί την ντρέπονται. Και αναρωτιόμουν στην αρχή, “μα γιατί την ντρέπεστε εσείς, αφού ξέρετε καλύτερα από μένα ότι είναι μια γυναίκα που δεν θα σε κρίνει”. Αλλά κατάλαβα ότι την ντρέπονται γιατί είναι καθρέφτης. Είναι ο απόλυτος καθρέφτης. Η Κατερίνα Μάτσα έχει γνωρίσει χιλιάδες τέτοιο κόσμο. Οι γονείς μου έχουν γνωρίσει μόνο την Κατερίνα. Οπότε της έχουν και μια ντροπή, όχι μην τους μαλώσει, αλλά μην την απογοητεύσουν. Που στην ουσία δεν απογοητεύουν την Κατερίνα, αλλά τον εαυτό τους, γιατί το βλέπουν μπροστά τους ότι δεν τα καταφέραν».

Σε μια συνέντευξή της, η κ. Μάτσα μίλησε για μένα. Πρώτη φορά μιλάει κάποιος για το πώς το βίωσα εγώ

«Οι γονείς μου άκουγαν πιστά ό,τι έλεγε η κ. Μάτσα. Ο μπαμπάς μου όμως, από την ημέρα 0 που βγήκαμε από το πρόγραμμα μέχρι σήμερα, μου λέει “άλλωστε η κ. Μάτσα μου έχει πει ότι η σχέση που έχω με την κόρη μου, δεν την έχουν πατεράδες που είναι καλά”. Και μου το λέει κάθε μέρα με καμάρι. Αυτό ήταν ένα μεγάλο βάρος που κουβαλάω, γιατί για χρόνια δεν ήθελα να απογοητεύσω τον μπαμπά επειδή η κ. Μάτσα του είχε πει αυτό.

Σε μια συνέντευξή της, η κ. Μάτσα μίλησε για μένα. Ένιωσα καλά, γιατί πρώτη φορά μιλάει κάποιος για μένα και το πώς το βίωσα εγώ. Εγώ πάντα είχα μάθει να μιλάω για τους γονείς. Έλεγα ότι πήγαμε για να γίνει καλά η μαμά και ο μπαμπάς. Εμένα πάντα με είχα στην άκρη. Και η κ. Μάτσα με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι εγώ έδωσα τον μεγαλύτερο αγώνα. Έφυγα από κάπου, ενώ δεν ήταν δική μου επιλογή, χωρίς να γνωρίζω τι είναι αυτό, έχοντας φύγει από τη δική μου ασφάλεια». 

Στο τέλος της συνέντευξης, η Αλίκη επιστρέφει στην καθημερινότητα του κοινωνικού ιατρείου και σε αυτό που βλέπει να συμβαίνει σήμερα, στο φόντο των αλλαγών στο σύστημα απεξάρτησης και της ένταξης των δομών σε έναν ενιαίο φορέα, τον ΕΟΠΑΕ. Εκεί στο κοινωνικό ιατρείο που σήμερα λειτουργεί ανεξάρτητα, η ζωή του χώρου, όπως λέει, συνεχίζεται αδιάκοπα, με ανθρώπους που περιμένουν, τηλεφωνήματα που δεν σταματούν και μια διαρκή ανάγκη για επαφή και στήριξη.

Μέσα σε αυτή την εικόνα, το παλιό πλαίσιο του 18 ΑΝΩ δεν εμφανίζεται ως κάτι που απλώς ανήκει στο παρελθόν, αλλά ως μια παρουσία που εξακολουθεί να «λειτουργεί» μέσα από τους ανθρώπους, τις σχέσεις και τη ζωντανή ανάγκη που το γέννησε.

«Σήμερα από το 18 ΑΝΩ έχει μείνει ένα ανεξάρτητο κοινωνικό ιατρείο. Η κ. Μάτσα έχει συνταξιοδοτηθεί και παρ’ όλα αυτά είναι εκεί, κάθε μέρα, και κάνει αυτό το πράγμα. Το ιατρείο είναι κάθε μέρα γεμάτο. Πάω εκεί και το τηλέφωνο στην γραμματεία δεν σταματάει να χτυπάει! Καλούν άνθρωποι που θέλουν να δουν την κ. Μάτσα. Πηγαίνω εκεί 2 ώρες κάθε Δευτέρα και το τηλέφωνο δεν σταματά να χτυπάει, υπάρχει κόσμος γύρω μου περιμένει να της μιλήσει. Και μπορεί να έχουν αναμονή δύο ώρες για να της μιλήσουν, αλλά περιμένει εκεί με χαρά».

Επίλογος

Κοιτάζοντας πίσω σε όλα όσα αφηγείται η Αλίκη, η προσωπική της διαδρομή μοιάζει να μην ξεχωρίζει εύκολα από τη διαδρομή του ίδιου του χώρου μέσα στον οποίο μεγάλωσε. Το πλαίσιο του 18 ΑΝΩ δεν εμφανίζεται απλώς ως μια θεραπευτική δομή για τους γονείς της, αλλά ως ένα ολόκληρο περιβάλλον ζωής. Είναι ένας τόπος όπου η καθημερινότητα, η φροντίδα, η τέχνη, η σχέση και η θεραπεία συνυπήρχαν χωρίς αυστηρά όρια. Από τα παιδικά της χρόνια μέχρι την ενηλικίωση, η Αλίκη περιγράφει έναν χώρο που δεν της «μίλησε» θεωρητικά για την απεξάρτηση, αλλά τη βάζει μέσα του, την ενσωματώνει, τη μεγαλώνει μαζί του.

Σήμερα, όμως, αυτός ο κόσμος βρίσκεται σε μια περίοδο βαθιάς αναδιάταξης. Με τη δημιουργία του ΕΟΠΑΕ και την ένταξη διαφορετικών δομών σε έναν ενιαίο διοικητικό φορέα, το τοπίο της απεξάρτησης στην Ελλάδα αλλάζει ριζικά. Επισήμως, λένε πως πρόκειται για μια προσπάθεια συντονισμού και εξορθολογισμού των υπηρεσιών. Ωστόσο, για πολλούς ανθρώπους που έζησαν και εργάστηκαν μέσα σε αυτά τα προγράμματα, η αλλαγή δεν είναι απλώς οργανωτική, αλλά μετατόπιση φιλοσοφίας.

Για την Αλίκη, αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μια αφηρημένη θεσμική συζήτηση, αλλά η μνήμη ενός τρόπου να θεραπεύεσαι που βασίστηκε στη σχέση και στην κοινότητα. Σε μια λογική όπου οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζονταν ως «περιστατικά», αλλά ως πρόσωπα μέσα σε ένα ζωντανό σύνολο, όπου το παιδί δεν έμενε εκτός θεραπείας, αλλά γινόταν μέρος της ζωής που προσπαθούσε να ξαναχτιστεί. Αυτό το βίωμα, όπως το περιγράφει, δεν χωρά εύκολα σε μια ενιαία, διοικητικά ομογενοποιημένη δομή. 

Αν κάτι διατρέχει ολόκληρη τη συνέντευξη της Αλίκης, είναι η πεποίθηση ότι τέτοιοι χώροι δεν είναι απλώς υπηρεσίες που παρέχονται ή καταργούνται με μια διοικητική απόφαση, αλλά ζωντανοί οργανισμοί που αφήνουν αποτύπωμα στους ανθρώπους πολύ μετά την έξοδό τους από αυτούς. Γι’ αυτό και το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν αφορά μόνο το παρόν του 18 ΑΝΩ ή το μέλλον του ΕΟΠΑΕ. Αφορά συνολικά το πώς αντιλαμβάνεται μια κοινωνία την απεξάρτηση. Ως μια τυπική διαδικασία διαχείρισης ενός προβλήματος ή ως μια βαθιά, ανθρώπινη και μακροχρόνια σχέση επανένταξης και ζωής; Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, όπως δείχνει και η εμπειρία της Αλίκης, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Τελικά καθορίζει το τι κρατάμε και τι χάνουμε όταν αλλάζουν οι θεσμοί.

*Στη φωτογραφία εξωφύλλου απεικονίζεται η Αλίκη, στο παιδικό της δωμάτιο, στο κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης του 18 ΑΝΩ.


Διαβάστε επίσης:

Από τη σκιά στο φως: Oι 575 ημέρες του Noesis 575*

Νέα ισραηλινή πειρατεία σε διεθνή ύδατα: Επίθεση των IDF στα πλοία του Global Sumud Flotilla

Ο Μάριος Αθανασίου στο The Untold: «Κοινωνική αντίδραση δεν είναι να κατέβεις μια Τετάρτη στον δρόμο να κάνεις γύρω γύρω το Σύνταγμα»

Τελευταία άρθρα:

  • Eteron: Η πρεμιέρα του «575 ημέρες στο 18 ΑΝΩ. Η φωτογραφία ως πράξη μνήμης και λύτρωσης» έγινε τόπος συνάντησης και αγώνα για τη δημόσια απεξάρτηση
    Θέματα

    Eteron: Η πρεμιέρα του «575 ημέρες στο 18 ΑΝΩ. Η φωτογραφία ως πράξη μνήμης και λύτρωσης» έγινε τόπος συνάντησης και αγώνα για τη δημόσια απεξάρτηση

    Υπάρχουν κάποιες βραδιές που η δημοσιογραφία παύει να είναι απλή καταγραφή και μετατρέπεται σε κοινό βίωμα.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Στήλη Άλατος: Τα αγαθά δημοσκόποις κτώνται.
    Απόψεις

    Στήλη Άλατος: Τα αγαθά δημοσκόποις κτώνται.

    Και αντίπαλο δέος; Μόνο σοκ.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Πες το με το όνομά του: γυναικοκτονία
    Απόψεις

    Πες το με το όνομά του: γυναικοκτονία

    Τραγωδίες θα δούμε το καλοκαίρι στην Επίδαυρο.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Γιώργος Νίκας: Ο μαέστρος των Social Waste που δίνει φωνή στο ξύλο και λύτρωση στον ήχο του «575 ημέρες στο 18 Άνω»
    Culture

    Γιώργος Νίκας: Ο μαέστρος των Social Waste που δίνει φωνή στο ξύλο και λύτρωση στον ήχο του «575 ημέρες στο 18 Άνω»

    Ο Γιώργος Νίκας είναι ο μαέστρος των Social Waste. Μουσικός, κατασκευαστής οργάνων και συντονιστής της μπάντας, παίζει και κατασκευάζει παραδοσιακά όργανα όπως Γκάιντα Θράκης, αρχαία λύρα, βάρβιτο και πανδούρα. Είναι εκείνος που συνδύασε την παραδοσιακή μουσική με τον hip-hop ήχο του συγκροτήματος, δίνοντας ένα μοναδικό στίγμα στο σχήμα.
    Διαβάστε περισσότερα
  • Books n’ Beer 2026: Το πιο κουλ φεστιβάλ βιβλίου (μ)πυροδοτείται για έκτη χρονιά
    Culture

    Books n’ Beer 2026: Το πιο κουλ φεστιβάλ βιβλίου (μ)πυροδοτείται για έκτη χρονιά

    12–14 Ιουνίου 2026, Πλατεία Πρωτομαγιάς (Πεδίον του Άρεως), 17:00–23:00
    Διαβάστε περισσότερα
  • O Βασίλης Ράλλης στο The Untold: «Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να μπορώ να βοηθάω μέσα από τη μουσική μου»
    Culture

    O Βασίλης Ράλλης στο The Untold: «Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να μπορώ να βοηθάω μέσα από τη μουσική μου»

    Από την Πάτρα μέχρι την Αθήνα και από το «Ανησυχία, Ανασφάλεια» έως το πρώτο του mini tour στην Ευρώπη, το οποίο ξεκινά σε λίγες ημέρες, ο Βασίλης Ράλλης είναι ένας από τους καλλιτέχνες της Αθήνας που θα συναντάς όλο και πιο πολύ στα στενά της πρωτεύουσας. Βρεθήκαμε με τον ταλαντούχο καλλιτέχνη στα στενά των Εξαρχείων […]
    Διαβάστε περισσότερα