Από πότε είσαι σούργελο αν έχεις γνώμη και μάλιστα γεμάτη επιχειρήματα;
Σούργελο, Κουραστική, Καρικατούρα, Νούμερο, Εμμονική…
Απ’ όλες τις προσωπικότητες του ελληνικού δημόσιου βίου (που κατά γενική ομολογία βρίθει σούργελων και καρικατούρας), ποια μπορεί να φορτώνεται όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς για την τελευταία της τοποθέτηση; Σκέψου. Φαντάσου. Και τώρα μάθε: Η Μαρία Καρυστιανού.
Έχει δικαίωμα, η μάνα που έχασε το παιδί της στο μεγαλύτερο έγκλημα της μεταπολίτευσης να γίνει νούμερο, και καρικατούρα, και να γεμίσει εμμονές; Ναι, το έχει. Κι αν διαφωνείς μ’ αυτό, είσαι σκέτος εξυπνάκιας εκ του ασφαλούς. Ωστόσο τι έκανε πια η αξιοπρεπής φωνή των Τεμπών για να μετατραπεί εν μια νυκτί σε σούργελο που “κούρασε” τον καλοκαθισμένο Έλληνα του καναπέ; Ποιο το έγκλημά της; Έκρινε την επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Έκρινε την υποψηφιότητα του Κωνσταντίνου Τασούλα.
Με κορόνες και κραυγές; Όχι. Με προσβολές κι ανήθικες επιθέσεις; Όχι. Με ψεύδη και χωρίς στοιχεία; Πάλι όχι. Η Καρυστιανού, στα προσωπικά της κοινωνικά δίκτυα, χωρίς να ζητάει τον “αέρα” μέσου ενημέρωσης κι άρα χωρίς να εκβιάζει την έκθεση της γνώμης της στα μάτια σου, κατέθεσε τους λόγους που κάνουν (στα δικά της μάτια) ακατάλληλο τον Τασούλα για την εκπροσώπηση της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί, ας μην ξεχνάμε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μες στον διακοσμητικό του ρόλο, δεν παύει να εκπροσωπεί τους Έλληνες. Όλους τους Έλληνες. Η Μαρία Καρυστιανού λοιπόν εξέφρασε μια γνώμη και τη στήριξε με δεδομένα. Από πότε είσαι σούργελο αν έχεις γνώμη και μάλιστα γεμάτη επιχειρήματα; Κι από πότε δεν είσαι καρικατούρα εσύ που απαντάς σ’ αυτή τη γνώμη με προσωπικούς χαρακτηρισμούς παντελώς αστήρικτους, απλώς και μόνο επειδή κουράστηκες ν’ ακούς για ένα πολύνεκρο δυστύχημα; Επειδή αποδέχτηκες ότι κι αυτό θα πρέπει να ξεχαστεί και βαρέθηκες τους ανθρώπους που ψάχνουν δικαίωση για τα παιδιά τους; Όταν τα δικά σου παιδιά βρεθούν στο “τραίνο”, κανείς δεν θα ‘ναι εκεί για να φωνάξει, θα ‘λεγε ο Μπρεχτ (έστω κι αν η φράση που παραφράζω ανήκει τελικά στο Μάρτιν Νιμίλερ). Όμως δεν φοβάσαι, γιατί νιώθεις την ασφάλεια του βαθιά ανόητου.
Με το ίδιο ανόητο αίσθημα ασφάλειας γίνεσαι σήμερα όχλος, απέναντι στο δικαίωμα μιας πονεμένης μάνας να τα βάζει μ’ όσους θεωρεί πως της αρνούνται την αλήθεια. Κι ακόμα βαθύτερα, απέναντι στο δικαίωμα ενός ανθρώπου να λέει τη γνώμη του. Θα πεις: “Ποιος της το στερεί;”. Ξεχνώντας μες στη γενικότερη, φανατισμένη αμορφωσιά σου, ότι αυτό ακριβώς κάνεις όταν επιτίθεσαι, όχι στη γνώμη (που κανείς δεν σ’ αναγκάζει να τη σεβαστείς) αλλά στο πρόσωπο. Δίκη προθέσεων, κινήτρων, τελικά εν’ ακόμη ad hominem απ’ αυτά που αρέσκονται να φιλοξενούν τα κοινωνικά δίκτυα.
Αφού έτσι το θες, ωστόσο, αυτό το παιχνίδι ας παίξουμε. “Σούργελο”, “καρικατούρα”, “νούμερο”, λες εσύ για εκείνη. “Άξεστος”, “κρετίνος”, “ηλίθιος”, λέω κι εγώ για την αφεντιά σου. Κι η διαφορά μας είναι ότι, απ’ τους δυο, μονάχα ο ένας μπορεί να το εξηγήσει πούθε προέκυψαν αυτές οι προσβολές του.







