Διαβάζοντας το «Καφετέρια, απόγευμα» του Γιώργου Δομιανού
«μπαμ μπαμ
νεκρός ο ψυχολόγος
ας μη
με απελευθέρωνε»*
Και τώρα; Τώρα που τον σκότωσα και κείτεται μπρος μου σε ποιον θα τα λέω; Σε ποιον να εξηγώ τώρα τι είσαι για ‘μένα; Σε ποιον να ακούει και να δείχνει κατανόηση όταν του λέω ότι δε βρίσκω σημείο στο σώμα μου να μην πονάει όταν δεν είσαι εδώ; Ποιος θα κουνάει απλά το κεφάλι όταν με το πιο σοβαρό ύφος του κόσμου θα του εξηγώ ότι αν δε με πάρεις τηλέφωνο ξεχνάω να πιω νερό, ξεχνάω κάθε ανάγκη μου αν πρώτα δεν ικανοποιήσω την ανάγκη μου για ‘σένα;
«έχω
υπολογίσει
με τρομερή
ακρίβεια
την απόσταση
μεταξύ
λύπης
και
χαράς
απέχουν το σώμα σου»
Ζω πρόχειρα όταν λείπεις. Το κρεβάτι ξέστρωτο, τα πιάτα άπλυτα, η στάχτη στο τζάκι να σωρεύεται. Εγώ που σου μαγειρεύω κάθε μέρα, παίρνω έτοιμο φαγητό, τρώω απ’ το τάπερ το μισό, πετάω το υπόλοιπο. Δεν σκουπίζω, δε βάζω το ριχτάρι στον καναπέ. Δε θέλω να μοιάζει τίποτα αδιατάρακτο, δε θέλω να ξεγελαστώ στιγμή ότι συνεχίζω τη ρουτίνα μας. Δίχως το σώμα σου εδώ, δίπλα μου, πάνω μου, αδυνατώ να μη λυπάμαι.
«ένα σάββατο
στις 23:08
με πήρες
τηλέφωνο
και μου
έσωσες τη ζωή
δεν το έμαθες
και κάποια στιγμή
θα το ξεχάσω
κι εγώ
αλλά θα ζω»
Σε ακούω όταν με παίρνεις. Δε σου λέω τίποτα για ‘μένα, τίποτα για εδώ. Δεν έχουν σημασία μπρος στα δικά σου, ύψος μπρος στο μπόι των ημερών σου. Σε αφήνω να μιλήσεις, να φωνάξεις, να κλάψεις, να ξεσπάσεις. Νιώθω μουσκεμένη τη μπλούζα μου απ’ τα δάκρυά σου κι ας είσαι εκεί κι ας είμαι εδώ. Κάθε που πλησιάζει η ώρα της κλήσης σου δαγκώνω το στομάχι, κάνω σημάδια στα χείλια μου. Πιάνω άκρη με το αυτοκίνητο μην και οδηγώ όταν χτυπήσει το τηλέφωνο. Φεύγω από όπου έχει κόσμο, μην και μου μιλήσει κάποιος, μην κάνει θόρυβο και χάσω μια, όποια, απ’ τις λέξεις σου.
«ας πάρουμε
τα πράγματα
από την αρχή: εσύ»
Γύρνα. Θέλω τη μυρωδιά σου στα σεντόνια μας. Θέλω να ακούω τον ήχο της καφετιέρας να φτιάχνει τον καφέ σου το πρωί. Θέλω τις τρίχες σου στο πάτωμα, στο νιπτήρα, παντού. Θέλω να κρυώνεις και να κουλουριάζεσαι στον καναπέ. Θέλω να μιλάς ασταμάτητα και να μην μπορώ να διαβάσω. Θέλω να μη βλέπω τα ματς γιατί βλέπεις στην χιλιοστή επανάληψη CSI. Γύρνα. Πάνω απ’ όλα, θέλω να πάψεις να μου λείπεις.**
*Στα πλάγια γράμματα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Δομιανού «Καφετέρια, απόγευμα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΑΠΑ Εκδοτική.
**Η τελευταία φράση του κειμένου είναι της Μάγκι Νέλσον από το βιβλίο Σπουδή στο Μπλε των εκδόσεων Αντίποδες.
Διαβάστε επίσης:





