«Μαμά, γιατί είμαι τόσο θυμωμένος;»
Δε θα επιτρέψω ποτέ ξανά σε κανέναν, καμία και τίποτα να με πείσει ότι ο θυμός μου και η στεναχώρια μου δεν είναι ανθρώπινα, δεν είναι λογικά, δεν χρειάζονται.
Σε ένα παλιό κείμενο, από αυτά που δεν δημοσίευσα ποτέ, που γράφτηκε όταν ακόμα θεωρούσα τον εαυτό μου έναν ενήλικα που περνά εφηβεία, που θυμώνει τυφλά, ενώ οι άλλοι συνεχίζουν τις ζωές τους, είχα γράψει:
«Ένα τεράστιο ποσοστό αυτών των προβλημάτων που αποκαλούμε ψυχολογικά και ψυχιατρικά, έχω αρχίσει να πιστεύω πως επαφίεται πάνω στο ασυμβίβαστο της ζωής που θα θέλαμε (και θα μπορούσαμε) να ζούμε, και αυτής που ζούμε στην πράξη. Είναι προϊόν σκληρής και μακρόχρονης προπαγάνδας η νοοτροπία πως ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο μόνο για να παράξει χειροπιαστή αξία, να αναπαραχθεί, να ξεχαστεί για μια βδομάδα το χρόνο, να βγει στη σύνταξη και να πεθάνει σε κάποιο ίδρυμα»
Για ενήλικας σε εφηβεία, νομίζω ότι είχα κάνει μια καλή αρχή στην αποτύπωση της αλήθειας. Έλειπαν κάποιες λεπτομέρειες, με τις οποίες απλά δεν είχα συμφιλιωθεί ακόμα. Εξηγούμαι.
Έχω έναν θυμό μέσα μου που βράζει, σαν καζάνι της κόλασης, έτσι ακριβώς όπως μου τα περιγράφουν οι θρησκόληπτοι συγγενείς μου κάθε φορά που βλασφημώ. Την τελευταία βδομάδα, το καζάνι έχει ξεχειλίσει από μαύρους και γκρίζους αφρούς, καπνό που βρωμάει και κολλάει στους τοίχους. Το δωμάτιο στάζει μίσος και οργή. Τα άκρα μου τρέμουν ανεξέλεγκτα, σαν να απόκτησαν δικό τους εγκέφαλο και αποφασίσαν ότι δε θέλουν να έχουν καμιά σχέση με τον παλιό.
Πριν μερικά χρόνια, θα ανησυχούσα για μένα, θα εκλιπαρούσα τον ψυχολόγο μου να πάρει αυτή την οργή από πάνω μου, να με ηρεμήσει, να με κάνει άνθρωπο κανονικό, που θα πάει το πρωί στη δουλειά του, θα γυρίσει το απόγευμα σπίτι του, θα περιμένει τον Αύγουστο να πάει για διακοπές, κι ύστερα θα γυρίσει ακόμα πιο κουρασμένος στην εργασιακή του γαλέρα.
Τώρα, όμως, ξέρω. Ξέρω ότι αυτός ο θυμός, ο απύθμενος, ο βροντερός κι επικίνδυνος για μένα και τους άλλους, αυτό με κάνει άνθρωπο. Είμαι ακόμα ζωντανός. Δε με κάναν ακόμα μηχανή.
Αυτό έλειπε. Να μη θυμώσουμε, να μη στεναχωρηθούμε, να μην κλάψουμε που μπάτσοι σκοτώνουν παιδιά πισώπλατα σε μάντρες, που εργάτες πεθαίνουν (ξανά), αυτή τη φορά αναγκασμένοι να ζήσουν τις στερνές τους μέρες κατακαμένοι μέσα και έξω.
Όσοι και όσες νιώθετε την τελευταία βδομάδα ότι «η ζωή συνεχίζεται», επειδή είναι καλοκαίρι και περιμένατε να ξεσκάσετε, συγχαρητήρια. Έχετε χάσει. Σας κέρδισε κατά κράτος ένα αιμοδιψές και αιμοσταγές σύστημα, κι εσείς σουλατσάρετε στις παραλίες, σίγουροι και σίγουρες ότι δε θα σας βρει το κακό. Γυρνώντας στο σπίτι, κοιταχτείτε στον καθρέφτη και ύστερα φτύστε τον. Αυτό σας αξίζει.
Δε θα επιτρέψω ποτέ ξανά σε κανέναν, καμία και τίποτα να με πείσει ότι ο θυμός μου και η στεναχώρια μου δεν είναι ανθρώπινα, δεν είναι λογικά, δεν χρειάζονται.
Ό,τι γουστάρω θα κάνω με τα συναισθήματα μου. Όταν τα αποκτήσεις κι εσύ, όταν γίνεις επιτέλους άνθρωπος, όταν πάψεις να είσαι ένα άδειο κουφάρι, μπορείς να κάνεις κι εσύ το ίδιο.
Φωτογραφία: Μαρία Γαλάτη
Διαβάστε επίσης:
27ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας (Φωτορεπορτάζ)





