O Στέλιος Τσουκιάς μας προσκαλεί στα νέα τραγούδια του «Στη Δύση» με την αλήθεια ενός παιδιού
Ο ταλαντούχος τραγουδοποιός Στέλιος Τσουκιάς μοιράζεται με τον Δημήτρη Παπαβομβολάκη σκέψεις και συναισθήματα για την κυκλοφορία του πρώτου ολοκληρωμένου άλμπουμ του «Στη Δύση» και όχι μόνο, σε μια εποχή που τον βρίσκει να προετοιμάζει την παρουσίαση του άλμπουμ στο ΙΛΙΟΝ Plus, την Πέμπτη 21 Μαΐου, συμπράττοντας επί σκηνής με τη συνδημιουργό και παραγωγό των νέων τραγουδιών του Λαμπρινή Γρηγοριάδου και τρεις ακόμη εξαιρετικούς μουσικούς.

Στέλιο, ήθελα από καιρό να μιλήσουμε, διακρίνω σε σένα κάτι ανεπιτήδευτο και γνήσιο που μου αρέσει πολύ. Ας ξεκινήσουμε από αυτό, πώς διαχειρίζεσαι ένα νέο κομμάτι που έχεις γράψει, από την αρχική μορφή που έχει, με μια κιθάρα και μια φωνή, ως την τελική παραγωγή;
Και εγώ σας παρακολουθώ καιρό, οπότε χαίρομαι πολύ για την κουβέντα που κάνουμε. Έχεις δίκιο στο ότι είμαι τελείως ανεπιτήδευτος, είμαι ωμός και αυθόρμητος. Και όταν γράφω και όταν πάω να «τυλίξω το δώρο» για να το δώσω σε κάποιον. Οπότε, αν την περίοδο που έχω γράψει κάτι με ευχαριστεί και επιλέξω να μπω στο στούντιο να το ενορχηστρώσω, κάποιες φορές τα demos που κάνω στο σπίτι είναι ενορχηστρωμένα, οπότε έχω μια ιδέα. Αν δεν είναι και θέλω να τα ενορχηστρώσω, αυτό που με επηρεάζει περισσότερο είναι η μουσική που ακούω την περίοδο εκείνη. Δηλαδή, ήταν μια περίοδος που άκουγα πολύ blues/rock, και καινούργια πράγματα, όχι μόνο παλιά. Ας πούμε για παράδειγμα τους Black Kiss, που ούτε πολύ καινούργιοι είναι ούτε πολύ παλιοί, μετά τους Kaleo, μετά κάποιες άλλες μπάντες.
Όλο αυτό δημιουργεί στο υποσυνείδητό μου ένα περιβάλλον, στο οποίο αισθάνομαι καλά εκείνη την ώρα, οπότε σίγουρα θα έχει κάποια στοιχεία από αυτό το περιβάλλον. Όταν λοιπόν το τελειώσω, αν εμένα με ευχαριστήσει εμένα πρώτο και «περνάει» από το δικό μου φίλτρο η αισθητική, έχει τελειώσει. Αν πάλι δεν με ικανοποιήσει, το αφήνω στην άκρη – πολλές φορές έχει συμβεί και αυτό κι έχω πει «δεν είναι η ώρα του». Κι ας έχω ξοδέψει λεφτά, γιατί και αυτό είναι δύσκολο. Αν όμως δεν με ικανοποιεί, δεν μπορώ να προχωρήσω, παρά τα χρήματα που μπορεί να έχω ξοδέψει.
Το ξεχνάμε συχνά αυτό, ότι οι περισσότερες δουλειές που ακούμε γύρω μας, και από πολύ γνωστούς καλλιτέχνες, είναι αυτοχρηματοδοτούμενες.
Μα έχει πεθάνει η δισκογραφία εδώ και πάρα πολλά χρόνια, πέρα από όλους τους καλλιτέχνες, το ξέρει όλο το σινάφι. Επίσης, επειδή το internet έχει φέρει έναν τεράστιο όγκο πληροφορίας, είναι πολύ δύσκολο και το scouting πια. Για να μιλήσω λίγο και με μαθηματικούς όρους, γιατί όλη μου τη ζωή δουλεύω και μ’ αυτό, υπάρχει σίγουρα πάντα ένα στατιστικό σφάλμα στο τι πραγματικά, σαν scouting, είναι καλό μέσα από έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών. Άρα αυτό που χρησιμοποιούν σαν metric οι περισσότεροι είναι πόσους followers έχει κάποιος στο Instagram. Σ’ αυτή την εποχή ζούμε.
Τέχνη όμως, έτσι γίνεται; Μπορεί να στηριχθεί από ένα σύστημα που είναι αλυσίδα; Γιατί εγώ εκτιμώ τη δουλειά όλων, των δημοσιογράφων, των επικοινωνιολόγων, των ανθρώπων που είναι στις δισκογραφικές. Παρ’ όλα αυτά, αν το κριτήριό μας έχει φύγει από το αν ένα τραγούδι είναι decent, μάς βγάζει κάτι, αισθανόμαστε κάτι, και είναι το πόσα νούμερα έχει κάποιος στα social media του, δεν έχει χαθεί λίγο η μπάλα;
Ναι, και όπως υπάρχει το clickbait στα Μέσα υπάρχει και στη μουσική. Υπάρχει και μουσικό clickbait.
Ακριβώς. Οπότε, όταν είσαι μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα ως καλλιτέχνης, γιατί κυκεώνα το βλέπω, την ώρα που πάω να γράψω μπορεί το δωμάτιό μου να είναι μαύρο, άμα τα σκεφτώ αυτά, όπως στο “Stranger Things” που βγαίναν τα κλαδιά από το δωμάτιο. Πρέπει να τα βγάλω τελείως από μέσα μου όλα αυτά και, για να επιστρέψω στην πρώτη ερώτηση που μου έκανες, να πω ότι: εμένα αυτό που κάνω τώρα και το τελείωσα, ας πούμε το «Θέρως», με ικανοποιεί; Αφού είναι εγωιστική πράξη όπως λέμε η δημιουργία, εμένα με ικανοποιεί; Αν ναι, θα το βγάλω.
Παρατηρώντας γενικότερα, θεωρείς ότι υπάρχει «τίμιος» και «ανέντιμος» τρόπος να επικοινωνήσει κάποιος τη δουλειά του με τον ακροατή;
Δεν θα έλεγα ότι έχει να κάνει με «ανεντιμότητα» τόσο πολύ, όσο με τη σχέση που έχουμε με τη δόξα και το χρήμα. Ένας άνθρωπος που έχει μια εταιρεία παραγωγής, το πρώτο πράγμα που σκέφτεται είναι το πόσα λεφτά βάζει και πόσα θα πάρει πίσω. Άρα λοιπόν δεν θα φτάσουν καν στο σημείο να δουν αν ένα υλικό έχει potential, κάτι είναι διαφορετικό, κάτι έχει να μας πει ο τάδε και η δείνα. Αντίστοιχα και στα ραδιόφωνα, και θα αρχίσουν αυτές οι σκέψεις να φτάνουν και στον καλλιτέχνη, «α, θα αρέσει αυτό το τραγούδι; Θα φτάσει σε πολλούς;». Εγώ όλες αυτές τις σκέψεις τις έχω πετάξει από το κεφάλι μου τουλάχιστον έναν χρόνο τώρα, γιατί κάποιες φορές είχαν έρθει, δεν το συζητώ. Γιατί όταν κάνεις έναν κόπο και θέλεις να πάρεις το return, την κάνεις αυτή την κουβέντα.
Τις έννοιες δόξα και χρήμα πότε άρχισες να τις διαπραγματεύεσαι μέσα σου; Πώς ένιωθες στο ξεκίνημά σου για όλο αυτό;
Εγώ ξεκίνησα να γράφω τα δικά μου τραγούδια για να τα κυκλοφορήσω το 2017-18, τότε που ήμουν στο Λονδίνο.
Ήξερα ότι έχεις ζήσει και εκεί, θέλεις να μου δώσεις έναν χάρτη για το πότε βρίσκεσαι πού;
Αρχικά τελείωσα τις σπουδές μου, έκανα και το master μου στη Στατιστική και τα Μαθηματικά και ξεκίνησα να δουλεύω εδώ σε corporate περιβάλλον, και ήταν πολυεθνικές. Πήγα ακόμα και στον Καναδά να δουλέψω, σε πολύ τρυφερή ηλικία. Έφαγα «στα μούτρα» πολλά πράγματα από τον καπιταλισμό, σε μια πόλη πολύ μεγαλύτερη από αυτή που είχα ζήσει εγώ, γνώρισα την πολυπολιτισμικότητα, ήταν ένας κουβάς με θετικά και με αρνητικά. Και αποφάσισα να φύγω από τη χώρα, ένιωθα ότι με ενοχλούσε η χώρα per se, όχι τόσο το σύστημα. Έφυγα το 2015 ένα μήνα πριν το δημοψήφισμα, οπότε το είδα από απόσταση. Και δεν μπορούσα και να το αισθανθώ, γιατί τραβούσα το δικό μου λούκι, έψαχνα σπίτι, με τη δουλειά.
Εκείνη την περίοδο είχες καθόλου υλικό στα χέρια σου;
Ελάχιστα πράγματα, τα οποία δεν ήταν καν ολοκληρωμένα. Η μουσική ήταν τρόπος εκτόνωσης μέσα από διασκευές που έπαιζα σε διάφορα μαγαζιά. Δηλαδή, έχω «σκάψει» πολύ στο έξω εγώ, έχω παίξει από τα 18 μου ανελλιπώς μέχρι και σήμερα οπουδήποτε μπορείς να φανταστείς και οποιοδήποτε είδος, εκτός από σκυλάδικα. Έχω παίξει πάρα πολλά ρεμπέτικα, πολλά λαϊκά παλιά, Ζαμπέτα, Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Μπιθικώτση, Άκη Πάνου. Όλα αυτά ήταν 5-6 χρόνια από τη ζωή μου, γιατί έπαιζα σε εβδομαδιαία βάση. Μέχρι που κάποια στιγμή ένιωσα απλά την ανάγκη να παίξω όρθιος.
Ήταν τόσο απλό τελικά ε; (γέλια)
Ναι, δεν ξέρω γιατί! (γέλια) Ήθελα να είμαι όρθιος, να έχω την ενέργειά μου, κρέμασα και την κιθάρα μου και στην αρχή δεν μπορούσα να δω και τα ακόρντα. Και άρχισα να παίζω πιο έντεχνη μουσική –αν και δεν μ’ αρέσει ο όρος, ας το πούμε έντεχνο για να συνεννοηθούμε– δηλαδή Σωκράτη Μάλαμα, Πασχαλίδη και άλλους. Δεν ήταν προσχεδιασμένο, απλά άρχισε να με τραβάει αυτό το είδος μουσικής. Οπότε για 2-3 χρόνια πριν φύγω για Λονδίνο έπαιξα στην Ostria, αυτό το θρυλικό μέρος στα Εξάρχεια, έχει παίξει και ο Πουλικάκος εκεί, και βγήκα ως Στέλιος Τσουκιάς με άλλα δύο άτομα και έγινε φασούλα, παίζαμε κάθε Παρασκευή. Ήταν πολύ ωραία, ο κόσμος ήταν πολύ ζεστός, περνάγαμε ωραία. Και μετά έφυγα.
Και την πρώτη μέρα που πήγα στο Λονδίνο, και ενώ είχα ήδη ξεκινήσει στη δουλειά, είπα «παιδιά, εδώ πού έχει μουσική;». Δικτυώθηκα μέσα στον πρώτο μήνα και βρήκα ένα ρεμπετάδικο να παίξω στο βόρειο Λονδίνο, για να καταλάβεις πόσο πάθος είχα να παίξω, να γίνουμε μια παρέα πάλι με τον κόσμο. Πέρα από τη δημιουργία, αυτή την επαφή την είχα πολύ ανάγκη από μικρό παιδί. Μέχρι που έφτασε ένα σημείο που είπα φτάνει όλο αυτό, θέλω να γράψω δικά μου τραγούδια. Έτσι ξεκίνησα το 2017 να ολοκληρώνω πλέον τα τραγούδια μου και γυρνάω στην Ελλάδα το 2020.
Έμεινες 5 χρόνια στο Λονδίνο δηλαδή.
Ακριβώς, και με το που γυρνάω, πάω να παρουσιάσω το πρώτο μου ΕP και έρχεται η καραντίνα. Με το που έχω γυρίσει, δεν μπορώ να παίξω. Και λέω εντάξει, για κάποιο λόγο έγινε κι αυτό, υπομονή και θα κάνω αργότερα restart. Οπότε την εποχή που πρωτοείχαμε επαφή, στο προηγούμενο Μέσο που ήσουν, είχα μόλις βγάλει το single «Λύκος Aισθηματίας» και ετοιμαζόμουν για ένα live στο Faust. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έχω βγάλει 2 EP συν 2 ακόμα singles, μέχρι που φτάνουμε στο σήμερα όπου αποφάσισα να κάνω ένα full album, να έχει ένα storytelling, να έχει αρχή, μέση και τέλος. Να έχει ένα πακέτο για μένα που το ανοίγω και καταλαβαίνω κι εγώ ο ίδιος γιατί δημιουργήθηκε, ότι έχει λόγο ύπαρξης.
Πριν μιλήσουμε για το άλμπουμ «Στη Δύση», ήθελα να σου πω ότι μου άρεσε στις προηγούμενες κυκλοφορίες σου αυτή η αντίθεση ανάμεσα από τη μια στο ανεπιτήδευτο της μουσικής και ερμηνείας, αυτή η άμεση επαφή σου με το συναίσθημα, ενώ από την άλλη οι οπτικοποιήσεις ήταν προσεγμένες και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Νιώθεις ότι το Λονδίνο σου έδωσε πράγματα, ειδικά στο κομμάτι το αισθητικό;
Δεν μπορώ να το εντοπίσω πολύ συγκεκριμένα εγώ, αλλά σίγουρα υποσυνείδητα έχει συμβεί. Οι εικόνες που βλέπω είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που έβλεπα, οι μουσικές που πήγαινα να ακούσω κάποιες μπάντες, τα υπόγεια ή οι παμπ, όλα αυτά εννοείται πως με έκαναν να δω τη μουσική με άλλο μάτι. Έβλεπα ας πούμε clips, μιας και το αναφέρεις, που ήταν σαν ταινίες μικρού μήκους. Πάρα πολύ μου άρεσε αυτό. Και από τότε προσπαθώ η οπτικοποίηση του κάθε τραγουδιού να είναι κάτι που να το συμπληρώνει το κομμάτι, ούτε να το καπακώνει ούτε να το κάνει τόσο περιγραφικό.
Γενικά εμένα η περιγραφή με «σκοτώνει» στη ζωή μου, Θέλω να υπάρχει χώρος για να φανταστώ. Να μου διεγείρει τη φαντασία. Οπότε και τα clips, πολλά από αυτά που μπορεί να έχεις δει, έχουν κάτι abstract. Δεν είναι πολύ συγκεκριμένα και αυτό μου αρέσει σαν τρόπος.
Κι εμένα μ’ αρέσει γιατί, έχεις έναν λόγο για να ακούσεις το κομμάτι, αλλά κι έναν λόγο για να το δεις.
Και marketing tool φυσικά, και εννοείται πως δεν θα κρυφτώ. Αν νιώσω ότι ένα κομμάτι είναι πιο «ανοιχτό» από τα άλλα, είναι αυτό που μπορεί να επιλέξω να οπτικοποιήσω με αυτόν τον τρόπο και ας ανέβει το κόστος, γιατί ένα καλό clip κοστίζει περίπου το ένα τρίτο απ’ όσο κοστίζει ένας ολόκληρος δίσκος, δεν είναι κάτι απλό.
Σίγουρα, αλλά νομίζω πως αξίζει τον κόπο, είναι σημαντικό να δίνεις ό,τι καλύτερο μπορείς στον ακροατή.
Μα αν σκεφτούμε τον ΛΕΞ, τα τρία clips που έκανε ειδικά από το ’20 μέχρι το ’22, είναι clips που τα βλέπεις και δεν τα ξεχνάς. Για τη φωτογραφία τους, την κινησιολογία τους, τη χορογραφία τους. Είναι στολίδια, αλλά βέβαια απλησίαστα ως κόστος παραγωγής.
Βλέπω ότι «Στη Δύση» οι περισσότεροι στίχοι είναι δικοί σου αλλά μουσική, ενορχήστρωση και παραγωγή υπογράφει η Λαμπρινή Γρηγοριάδου. Τι περίπτωση είναι η Λαμπρινή και πώς φτάσατε στη συνεργασία αυτή;
Θα σου πω, εγώ έπαιζα με τον Θανάση Τζίγνκοβιτς, ήταν η main κιθάρα μας για δύο χρόνια. Και κάποια στιγμή μου είπε ότι πρέπει να τρέξει κι εκείνος τον δίσκο του και δεν προλαβαίνει, έμενε και Θεσσαλονίκη. Και μου λέει «Μην αγχώνεσαι, έχω τη Λαμπρινή από τους 100°C». Οπότε τα είπαμε, βγήκαμε, παίξαμε, κάναμε κι ένα τουρ παρέα πέρυσι, δυο μήνες στον δρόμο οι δυο μας, τριφτήκαμε πάρα πολύ και υπήρχε και πολλή κουβέντα. Και κάποια στιγμή μου είπε ότι έχει γράψει κάποια τραγούδια για τον Γιάννη τον Αγγελάκα που δεν προχώρησαν ποτέ, και μου λέει «θέλεις να ακούσεις;» και της λέω «αμέ». Και καθώς τα άκουγα, μου λέει «αν θέλεις να βάλεις δικούς σου στίχους, θα το χαρώ», και της λέω «γιατί δεν κάνουμε κάτι τελείως καινούργιο από την αρχή, αφού έχω κάποιους στίχους στο συρτάρι μου;».
Άρα δεν έγραψες στίχους στη μουσική της Λαμπρινής, οι στίχοι υπήρχαν.
Ναι, και μάλιστα οι περισσότεροι στίχοι γράφτηκαν στην πρώτη καραντίνα, το 2020. Τους είχα πολύ καιρό στο πίσω μέρος του μυαλού μου, σαν κάτι που είναι εκεί και με περιμένει. Για κάποιον λόγο έμειναν οι στίχοι αυτοί χωρίς μουσική για πέντε χρόνια, δεν μπορούσα να τους προσεγγίσω. Και παρόλο που μου αρέσει να τα κάνω όλα σχεδόν μόνος μου, για να είμαι ανεξάρτητος, ούτε σ’ αυτό είμαι απόλυτος. Σε τίποτα δεν είμαι απόλυτος και δογματικός στη ζωή μου. Και είπα, είναι πολύ ωραίο να συνεργαστείς και να κάνεις co-writing.
Χάρηκα που το είδα αυτό, κάποιος που γράφει μόνος του επέλεξε να ακουμπήσει σε έναν άλλον άνθρωπο, έναν συνεργάτη.
Το έχω κάνει και στο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσω αμέσως μετά από αυτό, το οποίο αυτή τη φορά θα περιλαμβάνει τραγούδια σε μουσικές δικές μου και στίχους άλλων.
Οπότε, πάμε τώρα στην άλλη πλευρά;
Ακριβώς! Λέω, να το δούμε κι αυτό; Θέλω μέχρι να πεθάνω, να έχω δει πολλά (γέλια).

Επιστρέφοντας στο άλμπουμ, πώς ένιωσες με τις μελοποιήσεις της Λαμπρινής;
Το πρώτο κομμάτι που άκουσα ήταν το «Δέλτα». Και είναι και ένας στίχος που με απασχολούσε πάρα πολύ, τον σκεφτόμουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τα τελευταία πέντε χρόνια. Με το που μου «γυρίζει» λοιπόν τη μουσική, που ήταν ένα demo σχεδόν ολοκληρωμένο και ενορχηστρωτικά, ενθουσιάστηκα. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ πώς θα το τραγουδήσω εγώ, γιατί είναι διαφορετικό να γράφει μια κοπέλα και να το δίνει σε μένα, λέω «είναι ο τόνος αυτός;», είναι περίεργο στην αρχή. Μπορώ όμως να σου πω ότι η Λαμπρινή ήταν λες και άκουγε τη φωνή μου.
Έκανε πολύ καλό που παίξαμε μαζί πριν για αρκετό καιρό, είχε τη φωνή μου στα αυτιά της όταν έγραφε. Οπότε έδεσε με το πρώτο κομμάτι και ήταν σαν να εμπιστεύτηκα την πίστα τελείως σ’ εκείνη. Της έστελνα στίχους και εννοείται ξεσκαρτάραμε και παρέα πράγματα. Κύλησε όλος ο δίσκος αβίαστα και από άποψη συνεργασίας, δεν είχαμε ούτε τριβές ούτε τίποτα, είχαμε κοινή αισθητική.
Στο άλμπουμ μου άρεσε το αβίαστο ύφος και η επαφή σου με το συναίσθημα, όπως και η λιτότητα η ενορχηστρωτική, βγάζει κάτι raw. Σαν κάτι να το συνδέει με τον Σιδηρόπουλο, που ξέρω ότι έχει επηρεάσει πολλούς από τη δική σου γενιά. Μιλάω ως προς την προσέγγιση και τη φιλοσοφία του ηχογραφήματος.
Ναι, ως προς την προσέγγιση, καταλαβαίνω τι εννοείς. Το 2020, που είχαμε μείνει στα σπίτια, είχα ξεκινήσει να παρακολουθώ ένα σεμινάριο στιχουργικής στο Μικρό Πολυτεχνείο, συμβαίνουν υπέροχα πράγματα εκεί. Τότε το πρώτο σεμινάριο που πήγα εκεί ήταν του Παύλου Παυλίδη. Πάρα πολλούς από τους στίχους που ακούς στο άλμπουμ, τους έγραψα μέσα σ’ αυτό το σεμινάριο.
Στιχουργικά ποια είναι η κεντρική ιστορία που αφηγείται το άλμπουμ;
Είναι η μετάβαση μεταξύ του εγκλωβισμού και της ελευθερίας. Κι αυτό είναι κάτι σαν ένα κλειστικό κύκλωμα που γυρίζει συνέχεια, αυτό αντιλαμβάνομαι εγώ για τη δική μου ψυχοσύνθεση. Είναι σαν να εναλλασσόμενο ρεύμα μέσα μου όπου έρχεται ο εγκλωβισμός, η ελευθερία, αλλά η ελευθερία θέλει πάλι τον εγκλωβισμό και ξανάρχεται, γυρίζει. Γύρω από αυτό είναι, είναι η καταγραφή συναισθημάτων που έχω ζήσει μέσα από αυτό το κύκλωμα.
Από τα τραγούδια του άλμπουμ θέλω να ακούω ξανά και ξανά το «Κάποια Μέρα», για μένα η αύρα του έχει κάτι.
Για το συγκεκριμένο κομμάτι θα σου πω ότι δεν έχω ξανατραγουδήσει ποτέ έτσι στο στούντιο. Μου κάνει κι εμένα εντύπωση όταν το ακούω, ήταν σαν να ήμουν τελείως γυμνός. Επειδή το τραγούδι ήταν από τα τελευταία που γράψαμε, σαν να έβγαλα όλη την τρυφερότητά μου και σαν να με τρόμαξε αυτό στο στούντιο. Έζησα κάτι πρωτόγνωρο και ενώ δεν έχω τραγουδήσει ποτέ τόσο soft, με φαλτσέτα και τέτοια πράγματα. Ακούγοντάς το μετά είπα ότι για κάποιο λόγο έχει γίνει αυτό και αξίζει να μπει στο άλμπουμ.
Από τη συνεργασία με τη Λαμπρινή, ποια είναι η πιο τρυφερή στιγμή που κρατάς;
Κοίτα, η Λαμπρινή έχει ένα σκληρό προφίλ και πώς να μην το έχει; Είναι μια punk-rock κιθαρίστρια, δεν έχουμε πολλές τέτοιες στην Ελλάδα (γέλια). Οπότε ο συναισθηματισμός της είναι πιο πολύ μέσα από ένα «παίξιμο» που μπορεί να δεις, ένα μεγάλο χαμόγελο που μπορεί να σκάσει και να το μαζέψει γρήγορα, ή από μια ατάκα της στο τέλος ενός live που δεν ακούς συχνά από εκείνη. Είναι αρκετά μετρημένη και προσωπικά αυτό μου αρέσει γιατί εγώ είμαι ακριβώς το αντίθετο, με όλα μου τα συναισθήματα, τα βιώνω πολύ έντονα όλα.
Στην παρουσίαση του άλμπουμ στο ΙΛΙΟΝ Plus θα σας δούμε μαζί στη σκηνή;
Βέβαια, δεν γινόταν να μην είναι η Λαμπρινή, γιατί παρουσιάζουμε τον δίσκο μας πρώτη φορά στην Αθήνα. Η Λαμπρινή έχει αναλάβει έναν lead ρόλο στα τραγούδια του δίσκου και εγώ έναν αντίστοιχο ρόλο στα υπόλοιπα τραγούδια, τα δικά μου τα παλιότερα. Είναι το πρώτο live μου που θα περιλαμβάνει μόνο δικά μου τραγούδια, με εξαίρεση τη διασκευή στον «Γερο-Μαθιό», που κι αυτή βέβαια την έχω παρουσιάσει στο κοινό με τον τρόπο μου. Το ονειρευόμουν καιρό αυτό και είναι μόνο η αρχή, για να το βελτιώσω και να το συνεχίσω και τον επόμενο χειμώνα, ένα crash test θα σου έλεγα.
Οπότε έχουμε τη Λαμπρινή στην ηλεκτρική και την ακουστική κιθάρα στη σκηνή, τη μοιραζόμαστε την ακουστική σε κάποια τραγούδια, στα τύμπανα είναι ο Πρόδρομος Μυστακίδης, ο γιος του Δημήτρη, με τον οποίο είμαστε πολύ καλοί φίλοι και είμαστε τέσσερα χρόνια μαζί, ο Ιάσονας Οικονόμου στο μπάσο, με τον οποίο επίσης είμαστε μαζί εδώ και τρία χρόνια, και στην έτερη ηλεκτρική κιθάρα θα είναι ο Πάνος Γκίνης, ο κιθαρίστας των Θραξ Πανκc. Εγώ αποφάσισα να μην παίξω, είπα να αφοσιωθώ στην ερμηνεία, να νιώσω τα κομμάτια και να έχω την κίνηση που θέλω. Πολύ σημαντικό είναι ότι θα έχουμε μαζί μας τον ηχολήπτη μας Σταύρο Γεωργιόπουλο, ο οποίος ήταν και ο ηχολήπτης του δίσκου.
Θα είναι ένα σετ 90 λεπτών, για μένα είναι ο ιδανικός χρόνος διάρκειας ενός live, που περιμένω πώς και πώς να συναντηθούμε. Το πρόγραμμά μας θα ανοίξει ο Θάνος Σαρίγγελος από την μπάντα The Qualia, που παρουσιάζουν κάτι πολύ όμορφο αισθητικά, οπότε συνολικά θα φτάσουμε τις 2,5 ώρες.
Έχω κάποιες απορίες σε σχέση με σένα και τα Μαθηματικά. Η ερώτηση δεν είναι πώς τα συνδυάζεις με τη μουσική, αλλά πόσο γρήγορα καταφέρνεις να προσαρμόζεσαι στη μετάβαση από το ένα στο άλλο χωρίς να καταλήξεις στο ψυχιατρείο; (γέλια)
Καταλαβαίνω ότι με ρωτάς για να πάρεις από μένα tips, γιατί ξέρω ότι κάτι αντίστοιχο κάνεις κι εσύ (γέλια). Κοίτα, είναι αυτό που με έχει απασχολήσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου, και στην ψυχοθεραπεία μου ακόμα. Αυτά τα δύο, ήταν δύο στρατόπεδα απέναντι. Έγινε όμως μια προσέγγιση το περσινό καλοκαίρι, όταν διάβασα το βιβλίο του Labatut «Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο».
Μιλάει πάρα πολύ για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και για το αν η επιστήμη ευθύνεται για τα δεινά του κόσμου, αναφέρεται στον Αϊνστάιν, στον Άιζενμπεργκ κ.ά. Με αφορμή αυτό διάβασα και ολόκληρη τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν σε μαθηματικό επίπεδο, το ένα έφερε το άλλο. Κατάλαβα λοιπόν ότι η επιστήμη δημιουργείται από την ίδια ακριβώς ανάγκη που δημιουργείται και η τέχνη: για να καταλάβουμε τον κόσμο, να καταλάβουμε γιατί σκατά υπάρχουμε εδώ πέρα. Εκείνη τη στιγμή ανακουφίστηκε το είναι μου και τώρα βλέπω και τα δύο το ίδιο πράγμα.
Αισθάνομαι πάντως ότι τη μουσική σου την έχεις προσεγγίσει χωρίς πολλά μαθηματικά.
Είναι αλήθεια, τα μαθηματικά τα έβαλα αναγκαστικά για την προώθηση, το πώς θα βοηθήσω τη μουσική μου να ακουστεί, ή για να φτιάξω μια ομάδα, που η διαχείριση ανθρώπων και ανθρωπίνων σχέσεων είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Αλλά όταν γράφω, θέλω να είμαι λευκό χαρτί. Πώς θα μάθω κάτι όταν ξέρω τι πάω να γράψω; Γι’ αυτό και πολλές φορές στο feedback δεν δίνω μεγάλη σημασία, είτε είναι καλά τα λόγια που θα μου πει κάποιος είτε κακά. Γιατί πρέπει το περιβάλλον μας να μας επηρεάζει τόσο πολύ όταν μιλάμε για δημιουργία; Την αλήθεια ενός παιδιού δεν θέλουμε να ακούσουμε; Εγώ νιώθω παιδί όταν γράφω. Όπως φωνάζω «γκολ» όταν βέβαια βάζει ο Παναθηναϊκός, γιατί είμαι και από τους πικραμένους (γέλια).
Το κρατάω αυτό με το «παιδί». Είναι πάρα πολύ σημαντικό.
Μα θέλουμε να παίξουμε οι άνθρωποι, πώς θα βγει αυτή η ζωή αν είμαστε συνέχεια σοβαροί; Θα αρρωστήσουμε.
Έχει σημασία το παιχνίδι, και το παιχνίδι με επίγνωση του κόσμου στον οποίο ζούμε – όχι απλά χαβαλές.
Διάβασα πρόσφατα το «Παράλογο» του Καμύ, όπου έχει βάλει μέσα τον μύθο του Σίσυφου, δεν ξέρω αν το ’χεις διαβάσει. Ο Καμύ λέει ότι οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν γιατί υπάρχουν, γιατί έχουν έρθει στον κόσμο αυτόν, με ποιο σκοπό. Εφόσον λοιπόν δεν ξέρεις γιατί υπάρχεις και ξέρεις ότι θα πεθάνεις, ποια θα ήταν η μαθηματική λύση του προβλήματος αυτού, δεν θα ήταν η αυτοκτονία; Παρ’ όλα αυτά, λέει ο Καμύ, τι κάνει ο άνθρωπος; Παλεύει από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής του να βρει το νόημα. Αυτό το ονομάσανε «παράλογο». Και λέει λοιπόν ο Καμύ ότι είναι πολύ δύσκολο να κατασκευάσουμε ένα νόημα στη ζωή, αν πρώτα δεν αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο νόημα.
Αυτή η αποδοχή λοιπόν είναι η ανακούφιση του εσωτερικού μας κόσμου, γιατί από αυτό υποφέρουμε, όχι από τον εξωτερικό. Όμως το πώς ερμηνεύουμε το καθετί θέλει και μία οξυδέρκεια. Δεν έχει νόημα το «ό,τι και να κάνουμε δεν με ενδιαφέρει πια».
Πέρα από το νόημα που βρίσκεις στη μουσική, έχεις ποτέ μπει στη διαδικασία να αναρωτηθείς «μήπως θα ήμουν ακόμα πιο χρήσιμος κάνοντας κάτι άλλο στη ζωή μου; Πώς θα άξιζε η ζωή μου εκατό τοις εκατό σ’ αυτή τη Γη;»
Αυτό απασχολεί κάθε ευαίσθητο άνθρωπο, αλλά είναι κι αυτό μια μεγάλη παγίδα. Γιατί στην πραγματικότητα εγώ δεν μπορώ να σώσω τα παιδιά στην Αφρική. Γι’ αυτό θεωρώ μεγαλύτερο impact να αλλάξω εμένα και να εφαρμόσω ό,τι είναι καλό στην καθημερινότητα που έχω χτίσει. Θα βοηθήσω όποιον και όπως μπορώ, τον φίλο μου ή έναν άγνωστο στον δρόμο, να προβάλω τον ηθικό μου κώδικά με όποιον μιλάω κάθε μέρα, έτσι νιώθω ότι κάνω καλό στη Γη. Αυτό μπορώ να κάνω.
Αυτό μοιάζει με κάτι που λέει πολύ συχνά ένας δικός μου άνθρωπος, ότι λέμε πως θέλουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά στην Αφρική και την ίδια ώρα μπορεί να αδιαφορούμε για το ασυνόδευτο προσφυγόπουλο που δεν έχει να φάει δίπλα μας.
Ναι, και υπάρχει και το positive discrimination – γιατί έχουν μπει κι αυτές οι λέξεις στο λεξιλόγιό μας τελευταία. Κάποιος θέλει να πάρει σκύλο και σου λέει ότι θέλω ένα Μαστίφ Ναπολιτάνο. Θα του πεις «ρε συ, τόσα σκυλιά υπάρχουν εκεί έξω στα καταφύγια κι εσύ θα πας να πληρώσεις;». Και αυτό θεωρώ ότι είναι τραβηγμένο. Κάποιος θέλει να πάρει ένα τέτοιο σκυλί, είναι ΟΚ να πας να το πάρεις αλλά ταυτόχρονα μπορείς αν θέλεις να επιλέξεις να βοηθήσεις και ένα shelter σκυλιών. Και είναι μια χαρά κι αυτό. Έχουμε γεμίσει με τύψεις από το περιβάλλον μας και τα social media και νομίζω τελικά δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και τι μας κάνει χαρούμενους.
Συμφωνώ, η χαρά είναι μεγάλος οδηγός.
Είναι, φτάνει βέβαια να τη φιλτράρουμε. Δεν σου έχει τύχει να πάρεις πάρα πολλά likes από κάτι που ανέβασες, έστω και τυχαία; Εκείνη την ώρα πρέπει να πεις μέσα σου «ωραία, τώρα πόσους αφορά αυτό που ανέβασα;» Σίγουρα θα αφορά ένα ελάχιστο ποσοστό των ανθρώπων. Δεν έχει νόημα να στέκεσαι, πάμε παρακάτω.
Βέβαια, είναι δύσκολο να σκεφτόμαστε καθαρά μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο. Γι’ αυτό κι εγώ τα τελευταία χρόνια ζω έξω από την Αθήνα, στο Πόρτο Ράφτη, στο σπίτι των παππούδων μου που δυστυχώς δεν ζουν πια. Έχω κάνει όλου του κόσμου τα μαστορέματα, αλλά νομίζω εκτίμησα λίγο και τη δουλειά του κάθε εργάτη. Δεν μ’ ενδιαφέρουν τα μπαράκια, έχω την παρέα μου και ακούω τον γκιώνη κάθε βράδυ που πέφτω να κοιμηθώ. Και έχω και περισσότερη απομόνωση όταν θέλω, που είναι για μένα δημιουργικά σημαντικό.
Μα αυτό που έχουμε ανάγκη κάθε φορά, δεν είναι πάντα και το σωστό; Θέλω να σ’ ευχαριστήσω θερμά για αυτή την κουβέντα!
Κι εγώ ευχαριστώ και θα χαρώ να τα πούμε ξανά!

ABOUT THE LIVE
ΣΤΕΛΙΟΣ ΤΣΟΥΚΙΑΣ
LIVE
ΠΕΜΠΤΗ 21 ΜΑΪΟΥ
ΙΛΙΟΝ PLUS
Παρουσίαση Δίσκου
Opening Act: Θάνος Σαρίγγελος
«Στη Δύση δεν βρήκα απαντήσεις
Βρήκα τον εαυτό μου όπως είναι»
Ο Στέλιος Τσουκιάς επιστρέφει στον δρόμο για ένα ανοιξιάτικο tour, μαζί με τη νέα, εκρηκτική μπάντα του, για να παρουσιάσει τον καινούριο του δίσκο που κυκλοφορεί στα τέλη του Φεβρουαρίου. Την Πέμπτη 21 Μαΐου, στο ΙΛΙΟΝ Plus, ο Στέλιος υπόσχεται ένα αξέχαστο live. Μετά από πέντε σταθμούς στη φετινή του διαδρομή, με τέσσερις εξαιρετικούς μουσικούς, εννέα φρέσκα κομμάτια, στη μουσική κατεύθυνση που είναι πλέον η ταυτότητα του, έρχεται με ένα αυθεντικό ροκ πρόγραμμα που υπόσχεται να ξεσηκώσει όποιον το ζήσει.
Ένταση – με δυναμική ενορχήστρωση, ηλεκτρική ατμόσφαιρα, συναισθηματικά φορτισμένα κομμάτια και παλμό, ο Στέλιος ολοκληρώνει και κορυφώνει στην Αθήνα το πιο σίγουρο και ελεύθερο μουσικό ταξίδι του ως τώρα. Με τα παλαιότερα κομμάτια του αλλά και τον νέο του δίσκο “Στη Δύση” στις αποσκευές του, τα χαμόγελα, τις φωνές, τον παλμό του κόσμου που ένιωσε στην περσινή και τη φετινή περιοδεία, είναι έτοιμος να ανέβει στη σκηνή του ΙΛΙΟΝ Plus και να τα “δώσει” όλα πίσω στον κόσμο, σε όσους τον στήριξαν από την αρχή, αλλά και στο νέο κοινό που τον ανακαλύπτει τώρα.
Συνύπαρξη — τόσο ο νέος δίσκος του, όσο και τα live του αλλά και ο ίδιος του ο εαυτός, συγκλίνουν γύρω από αυτή την έννοια. Τη συνύπαρξη τεσσάρων κορυφαίων μουσικών που φέρνουν τον ροκ ήχο στο σήμερα· τη συνάντηση με τον κόσμο, που τον αναγεννά και τον εμπνέει· την ταυτόχρονη παρουσία των διαφορετικών συναισθημάτων του· αλλά και την αντίφαση ανάμεσα στον μαθηματικό και τον μουσικό μέσα του.
Μαζί του επί σκηνής:
Λαμπρινή Γρηγοριάδου – Σταθερά δίπλα του εδώ και δυο χρόνια, στην ηλεκτρική και την ακουστική κιθάρα. Υπογράφει επίσης τη μουσική, την ενορχήστρωση και την παραγωγή του νέου δίσκου.
Πάνος Γκίνης – Στη δεύτερη ηλεκτρική κιθάρα, μια νέα προσθήκη στη μπάντα φέτος, το βασικό μέλος των Θραξ Πανκc έρχεται να δώσει ένταση στο live.
Ιάσονας Οικονόμου – Το μπάσο της μπάντας του Στέλιου για χρόνια, προσφέρει σταθερότητα και groove και στα φετινά live.
Πρόδρομος Μυστακίδης – Στα τύμπανα, μετά από χρόνια μαζί στην μπάντα του, έρχεται ξανά με τη δική του εκρηκτική παρουσία να δώσει ρυθμό.
Opening Act
Ο Θάνος Σαρίγγελος είναι τραγουδοποιός από τη Χαλκιδική και ζει στην Αθήνα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο του δίσκο “Σταγόνα03”, ένα μουσικό υβρίδιο ηλεκτρονικο-λαϊκών διασταυρώσεων με ελληνικό στίχο. Στις 21 του Μάη στο ΙΛΙΟΝ PLUS θα ανοίξει το live του Στέλιου, με τραγούδια από όλους του τους δίσκους με τη νεοσύστατη μπάντα του QUALIA. Μια ζωντανή μουσική εμπειρία υψηλής έντασης, όπου το κοινό, ο Στέλιος Τσουκιάς και οι μουσικοί που τον συνοδεύουν, θα γίνουν ένα. Μη το χάσεις!

ABOUT THE ALBUM
ΣΤΕΛΙΟΣ ΤΣΟΥΚΙΑΣ
New Album
ΣΤΗ ΔΥΣΗ
Διαθέσιμο σε
Spotify & Apple Music
“Στη Δύση δεν βρήκα απαντήσεις
Βρήκα τον εαυτό μου όπως είναι
Και τώρα συστήνομαι ξανά”
Στέλιος Τσουκιάς
Υπάρχουν δίσκοι που σχεδιάζονται και άλλοι που τους γεννά η ανάγκη.
Ο δίσκος Στη Δύση του Στέλιου Τσουκιά ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Εννέα τραγούδια που λίγο λίγο βρήκαν τον δρόμο τους στο χαρτί, σε μία περίοδο αναγκαστικής παύσης, εκείνη της πρώτης καραντίνας. Εννέα τραγούδια που βγήκαν από ένα συρτάρι στο φως χρόνια αργότερα και πήραν την τελική τους μορφή μέσα από εσωτερικές αλλαγές, αναζητήσεις, συναντήσεις και επιστροφές.
Πρόκειται για μία δισκογραφική δουλειά που χαρτογραφεί τη διαδρομή από την καθήλωση στην κίνηση, που δεν δίνει απαντήσεις αλλά σκιαγραφεί αναγκαίες αλλαγές.
Η Λαμπρινή Γρηγοριάδου υπογράφει τη μουσική, την ενορχήστρωση και την παραγωγή, διαμορφώνοντας ένα ηχητικό τοπίο με ροκ πυρήνα, αναφορές στο μπλουζ και δυνατές εσωτερικές στιγμές, χωρίς να διστάζει, σε ορισμένα τραγούδια, να ανοίξει τον ήχο σε ποπ εκφάνσεις. Το άλμπουμ αντλεί στοιχεία από τα αμερικανικά μουσικά ιδιώματα και τα ενσωματώνει δημιουργώντας μία ξεκάθαρη μουσική ταυτότητα.
Οι στίχοι ανήκουν κατά κύριο λόγο στον Στέλιο Τσουκιά, ο οποίος υπογράφει τα επτά από τα εννέα τραγούδια. Τα τραγούδια ”TTTA” και “Λιμάνι” φέρουν την υπογραφή του Νάσου Αρώνη, του οποίου οι λέξεις συνομιλούν οργανικά με το υπόλοιπο υλικό, συμπληρώνοντας έναν κοινό θεματικό κόσμο γύρω από τις έννοιες που εκφράζει ο δίσκος.
Εκλεκτοί μουσικοί με διαφορετικές αφετηρίες και διακριτή αισθητική συναντιούνται – υπό τη σταθερή καθοδήγηση της Λαμπρινής Γρηγοριάδου – και διαμορφώνουν ένα σύνολο με σαφή κατεύθυνση και ενιαία καλλιτεχνική ταυτότητα.
“9 τραγούδια από την ακινησία στην κίνηση – από τον εγκλωβισμό στην ελευθερία – από τη σιωπή στη φωνή”
Καλή Ακρόαση
Επικοινωνία για τη συνέντευξη: Zuma Communications
Διαβάστε επίσης:






