Μαρία Παπαγεωργίου: από τη γη στην Ανδρομέδα
Φεύγοντας σκεφτόμουν ότι ανεβαίνω στις δρακολίμνες.
Δεν έχει σημασία τι ώρα πηγαίνω στις συναυλίες της Μαρίας, αν πηγαίνω στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος. Δεν έχει σημασία αν είμαι προετοιμασμένος για κάτι ωραίο, αν πηγαίνω υποψιασμένος ή αν αφελώς βαδίζω με το κοντομάνικο πριν τη θύελλα. Δεν έχει σημασία αν έχω πιει πριν, αν θα πιω κατά τη διάρκεια ή αν θα είμαι εντελώς νηφάλιος με το νεράκι μου γιατί οδηγώ μετά. Δεν έχει καμία σημασία τίποτα που να φέρνει σε νορμάλ, τίποτα που να μοιάζει γκρι μια φθινοπωρινή μέρα ή τίποτα φωτεινό και πράσινο στην καρδιά της άνοιξης.
Όταν αυτό το κορίτσι, αυτό το αλλόκοσμο πλάσμα απ’ τους μανιταρότοπους, η Γκαλάντριελ του δικού μας ξωτικόκοσμου, ανεβαίνει ξυπόλητη στη σκηνή, όλα τα αναμενόμενα σκαντζάρουν βάρδια με τα πρωτόφτιαχτα. Εκείνα που πρώτη φορά μπήκαν σε καλούπι κι εμφανίστηκαν με μορφή, με γραμμές, με αρχή, μέση και τέλος. Κρεμώντας την κιθάρα στο λαιμό, πλησιάζοντας τα χείλη στο μικρόφωνο, παίζοντας τις πρώτες νότες, λέγοντας τις πρώτες λέξεις, μπαίνουμε όλοι οι παρόντες σε μια πτύχωση του χρόνου όπου όλα είναι η στιγμή. Ό,τι ζούμε είναι οι μνήμες μας, το μέλλον μας, τα πάντα μας. Ό,τι τραγουδάμε είναι όσα είπαμε και θα πούμε ποτέ. Τα φιλιά μας, τα γέλια μας, τα δάκρυά μας, είναι όσα ποτέ αισθανθήκαμε και θα αισθανθούμε.
Βράδυ Δευτέρας του Πάσχα οδήγησα από τη Λευκάδα στο Αγρίνιο για να ακούσω το κορίτσι. Δύσκολη η επιλογή της μέρας για συναυλία κι είχα ένα άγχος αν η ελαφριά γιορτή της δικής μου ψυχολογίας θα μπορέσει να ενταχθεί στο τριγύρω συναίσθημα. Αναίτιο άγχος. Από αυτά που στα γήπεδα φεύγουν πριν καν ζεσταθούν οι ομάδες. Πώς αλλιώς; Δυο άνθρωποι στη σκηνή (μαζί της στα synths ο εξαιρετικός Γιώργος Θεοδωρόπουλος) κι έφεραν τόσους ακόμη να γεμίσουν το χώρο: Σπανός, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μικρούτσικος, Σαββόπουλος, Λοΐζος, Παπακωνσταντίνου, Παυλίδης, Διάφανα Κρίνα, Πανούσης, Ιωαννίδης, Ane Brun… Με πήραν και με σήκωσαν. Με τσάκισαν και μ’ ανέβασαν. Με διέλυσαν και με έφτιαξαν απ’ την αρχή. Μια ομορφιά σε διάρκεια. Ένα νήμα που απλώθηκε και μας χάρισε εργόχειρο για το σπίτι. Κι ας μην άκουσα τη Μαρκίζα. Δεν είναι για να τσακιζόμαστε πάντα.
Φεύγοντας σκεφτόμουν ότι ανεβαίνω στις δρακολίμνες. Ότι ξυπόλητος κι εγώ γειώνομαι με τη μαγεία της Νεράιδας, με ένα κορίτσι που πλένει τη μαλλιά του στα παγωμένα νερά της Φλέγκας παίρνοντας όλες τις βαθιές ανάσες του τοπίου. Σκεφτόμουν ότι γονατιστός προσευχόμουν στην ομορφιά ενός ολάνθιστου κήπου κι αναρωτιόμουν πότε γέμισε με τόσα πουλιά. Φεύγοντας ήμουν σίγουρος ότι η αγάπη αν δεν είναι εδώ, θα ‘ρθει. Αλήθεια, θα ‘ρθει…
Υγ. Η Ανδρομέδα στο Αγρίνιο, με την επιμονή της στο καλό ελληνικό τραγούδι, σώζει τους πολιτιστικούς χειμώνες μιας μεγάλης περιοχής της Δυτικής Ελλάδας. Και δεν είναι λίγο αυτό. Καθόλου λίγο.

Διαβάστε επίσης:
30 χρόνια Μήτσος! | Ο Δημήτρης Μυστακίδης γιορτάζει στην Τεχνόπολη στις 10 Ιουνίου
Καμπάνια crowdfunding – Ο νέος δίσκος του Σπύρου Γραμμένου είναι στα χέρια μας!
Ένα «Βαλς των ονείρων» ήρθε να πυρπολήσει την αδυσώπητη βιασύνη και την προχειρότητά μας






