Φτάνει να ‘σαι ένας κανονικός άνθρωπος…
Θα έμπλεκα για να τη σώσω; Θα σου απαντήσω όπως μπορώ, μα πρώτα θα διηγηθώ μια ιστορία. Προσωπική.
Κεφαλονιά, Μυρτώ, ετών 19. Νεκρή.
Ένας οχετός πατριαρχικής βρωμιάς τίναξε τα φρεάτια των κοινωνικών δικτύων και πλημμύρισε τις οθόνες. Δεν θ’ ασχοληθώ μαζί του. Φυσικά κι αποτελεί πεντακάθαρη ένδειξη κοινωνικού προβλήματος, φυσικά κι είν’ ένα πρόβλημα βαθύ, ακόμα ριζωμένο. Δεν έχω κουράγιο να καταπιαστώ μ’ αυτό. Μ’ αυτούς. Όχι ψύχραιμα. Κι άρα καθόλου. Αντ’ αυτού, απόψε ας μιλήσουμε λιγάκι στους κανονικούς ανθρώπους.
Ούτε σ’ εκείνους που βιάζουν την ταυτότητα του θύματος, ούτε στους άλλους που με περίσσια γοή ανταλλάσουν την “οργή” τους με χεράκια και καρδούλες. Τους κανονικούς ανθρώπους, αυτούς που στενοχωριούνται για ένα νέο κορίτσι, αυτούς που αγχώνονται για τα δικά τους κορίτσια, αυτούς που προσπαθούν να μπουν στη θέση των “φίλων”. Κυρίως αυτούς, τους τελευταίους. Τους άκουσα στο καφενείο, τους άκουσα στο δρόμο, τους διάβασα και στο διαδίκτυο. Τι θα ‘κανα;
Θα έμπλεκα για να τη σώσω; Θα ειδοποιούσα, θα φώναζα βοήθεια, θα έκανα ο,τι μπορώ με κίνδυνο να βρεθώ στην άβολη θέση; Ειλικρινείς αγωνίες. Και τις καταλαβαίνω. Βλέπεις, όλοι μπορούμε να βάλουμε το χέρι μας στο Ευαγγέλιο πως δεν θα σκοτώσουμε εν ψυχρώ, πως δεν θα βιάσουμε, πως δεν θα κακοποιήσουμε. Αν είσαι τίμιος, μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου ως προς τη δράση. Ως προς την αντίδραση όμως; Βάζεις το χέρι σου στη φωτιά πως, σε κείνη την ηλικία, σ’ εκείνη την κατάσταση, μέσα σε πανικό, θα έκανες το σωστό; Θα σου απαντήσω όπως μπορώ, μα πρώτα θα διηγηθώ μια ιστορία. Προσωπική. Δεν το κάνω συχνά, δεν έχω και καμιά ζωή που ν’ αξίζει. Αυτή τη φορά αξίζει.
Λίγα χρόνια τώρα, οδηγώ μηχανή. Σιγά τ’ αυγά, όλοι οδηγούν πια. Οδηγώ μηχανή απ’ τα 30 μου, κι ενώ πριν δεν είχα πιάσει ποτέ τιμόνι με χειρόγκαζο. Ποτέ! Εντάξει, και πάλι, στην Αθήνα ζεις, αναγκάζεσαι. Όμως δεν πήρα μηχανή γιατί είναι δύσκολο το παρκάρισμα στο κέντρο. Πήρα μηχανή στα “γεροντάματα”, γιατί πριν απ’ αυτό πήρα μια μηχανή παραμάζωμα. Κι έφταιγα! (Ε, και σκέφτηκα, απ’ το να σκοτώσω άλλον καλύτερα να φυλάγομαι του λόγου μου. Όμως το ζουμί είν’ αλλού).
“Έφαγα” το ΣΤΟΠ. Δεν το είδα καν. Τελευταία στιγμή είδα το παπάκι, έτρεχε, πάτησα φρένο απότομα, άκουσα το μπαμ, είδα να χτυπάει στο αριστερό φανάρι, να διπλώνει, να τινάζεται στο πλάι, ένα κράνος να φεύγει στον αέρα κι ένας οδηγός ξαπλωμένος στο έδαφος. Έβγαζε κραυγές. Η σκέψη ήρθε αυτόματα. Σκέφτηκα: Φύγε! Αντανακλαστικά κοίταξα τριγύρω, δεν υπήρχε ψυχή, κανείς δεν είδε, προλάβαινα. Φύγε.
Πήγα μισό μέτρο παρακάτω, σταμάτησα και κατέβηκα να δω τι έπαθε ο άνθρωπος. Ούρλιαζε και σφάδαζε. Πήρα τηλέφωνο γι’ ασθενοφόρο και την αστυνομία. Μέσα μου σκεφτόμουν ότι ίσως δεν τον σκότωσα μα… βλάβες, αναπηρίες, εσωτερική αιμορραγία, επιπλοκές – ένας άνθρωπος φώναζε ξάπλα στον δρόμο, εξαιτίας μου. Με τρομερή ψυχραιμία (ακόμα μ’ εντυπωσιάζει, όσο το θυμάμαι), κοίταξα αν έχει σπάσει χέρια ή πόδια. Τον βοήθησα να σηκωθεί. Μου κατέβασε τα καντήλια της Μητρόπολης. Με το δίκιο του. Δεν είχε πάθει τίποτα, οι φωνές ήταν απ’ την τρομάρα. Με το δίκιο του.
Τι προσπαθώ να πω; Λοιπόν, με κάθε ειλικρίνεια: δεν είμαι κάνας ήρωας. Κάνας πολύ θαρραλέος τύπος, κάνας άγιος ή έτοιμος να θυσιαστεί για το συνάνθρωπο. Είμ’ ένας κανονικός άνθρωπος. Όσο γίνεται τίμιος. Οπωσδήποτε δειλός. Δεν έφυγα. Οι αυτόματες σκέψεις δεν ελέγχονται, όμως οι πράξεις και τα λόγια είναι που ορίζουν τη συμπεριφορά. Να το ξέρεις, δεν θα ‘φευγες. Δεν παρατάς έναν άνθρωπο σε ανάγκη, απλώς για να μην έχεις εσύ μπλεξίματα. Ίσως η ευαισθησία, ίσως το υπερεγώ, ίσως τα πρέπει της μάνας σου, ίσως όλα μαζί. Δεν το κάνεις. Καμία διάθεση δεν έχω, ποτέ ξανά, να το επιβεβαιώσω. Μακριά από μένα κι απ’ τον καθένα μας, ο ένας ή ο άλλος ρόλος στην ιστορία. Μα το πιστεύω, το γράφω, το υπογράφω: δεν θα το ‘κανες.
Ή μάλλον, δεν θα το ‘κανες εσύ που είσαι ο κανονικός άνθρωπος. Και για ν’ αναρωτιέσαι, είσαι περισσότερο έντιμος απ’ όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Για ν’ αναρωτιέσαι, είσαι. Ξέρεις ποιοι το σκάνε απ’ την ανθρωπιά τους; Εκείνοι που τη διαλαλούν χωρίς να την έχουν. Κι εκείνοι που γνωρίζουν ότι δεν την έχουν. Για σένα που αναρωτιέσαι, δεν ανησυχώ. Είπαμε. Φτάνει να ‘σαι κανονικός. Ένας κανονικός άνθρωπος – αυτός που έθαψε μέσα του το τέρας και πολεμάει καθημερινά με το θηρίο.
Διαβάστε επίσης:







