Μπισκότα και πλυντήρια Βιολάντα
Γιατί τι είναι «ανάπτυξη» και «υγιής επιχειρηματικότητα», αν δεν είναι οι γεμάτες τσέπες που ταΐζονται από άδεια στομάχια;
Για όσους και όσες έμειναν πίσω, ως πληγέντες και πληγείσες δολοφονιών που βαφτίστηκαν «τραγωδίες», «δυστυχήματα», ακόμα και «ατυχήματα», κάθε συμπολίτης μας που στέλνεται στον τάφο στο βωμό του κέρδους, είναι μια γροθιά στο στομάχι. Θα έπρεπε να είναι για την καθεμιά και τον καθένα από ‘μας, αλλά δείχνει να μην είναι. Γιατί έχει κανονικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό η βία της φτώχειας και της εξαθλίωσης, η ιδέα της αναλωσιμότητας κάθε εργάτη και εργάτριας, που κάθε θάνατος μας πλασάρεται ως το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν οι μη έχοντες, για να μας προσφέρουν οι έχοντες το δώρο της «ανάπτυξης».
Γιατί τι είναι «ανάπτυξη» και «υγιής επιχειρηματικότητα», αν δεν είναι οι γεμάτες τσέπες που ταΐζονται από άδεια στομάχια;
Το φαινόμενο και η ιδέα «Βιολάντα» έχει τρυπώσει σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας, της πολιτικής και κοινωνικής σκέψης, και, σε αντίθεση με όσα έκανε μέχρι πρότινος, μας πικραίνει αντί να μας γλυκάνει. Είναι τόσα πολλά τα κομμάτια της πραγματικότητας που έχει καταφέρει να θολώσει, τόσα τα γεγονότα που κρύβει πίσω από προχειροφτιαγμένα σενάρια και άτσαλες «συνδέσεις».
Είναι τόσο εκνευριστικά κοντά καμιά φορά η αλήθεια, τόσο ανεξήγητα απλή, που διαλέγουμε άλλα, ουρανοκατέβατα σενάρια, με την ελπίδα να μην περνά από το χέρι μας η επίλυση αυτής της αλήθειας. Εξηγούμαι.
Στη Βιολάντα, η εργοδοσία και οι δήθεν «εκπρόσωποι» των εργαζόμενων κάνανε τα στραβά μάτια, για βδομάδες, μπροστά σε ένα πρόβλημα που οφειλόταν στην προσπάθεια του ιδιοκτήτη να κρατήσει χαμηλά τα κόστη του. Και, αυτό μένει να επιβεβαιωθεί, μπορεί να μην πρόκειται καν περί ανάγκης για χαμηλά κόστη, αλλά περί ανάγκης για δυσθεώρητα περιθώρια κέρδους. Και η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο επιδιώξεις είναι χαοτική. Και αν δεν την καταλαβαίνεις, καλά θα κάνεις να το διαβάσεις όσες φορές χρειάζεται μέχρι να την αντιληφθείς.
Όταν ένας ολόκληρος κρατικός μηχανισμός, μαζί με τον ίδιο τον ιδιοκτήτη, κάνει τουμπεκί ψιλοκομμένο, είναι ξεκάθαρο ότι έχουν αμφότεροι λερωμένη τη φωλιά τους. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί και να καθόμουν να ακούσω τα αφηγήματα περί αλευριών από έντομα. Όμως, με βάση τις αντιδράσεις κράτους και Τζιωρτζιώτη, οφείλω να σε παραπέμψω στην παραπάνω παράγραφο. Η αλήθεια είναι μπροστά μας. Μας βγάζει γλώσσα και μας κερνάει κωλοδάχτυλα.

Πέντε εργάτριες απανθρακώθηκαν, γιατί ένας «αυτοδημιούργητος» επιχειρηματίας πάτησε επί πτωμάτων (πρώτα μεταφορικά και πλέον κυριολεκτικά) για να το παίξει εκατομμυριούχος φούρναρης, με «αγνές ελληνικές πρώτες ύλες», σε συσκευασίες που βάφτηκαν από «ελληνικό εργατικό αίμα».
Πριν κλείσω, πάμε στην άχαρη σύνδεση που έγινε με τα Τέμπη. Ποιο είναι το κοινό σημείο ανάμεσα στα εγκλήματα σε Τρίκαλα και Τέμπη; Ο θάνατος λόγω ελαχιστοποίησης διαχειριστικών εξόδων, με σκοπό τη μεγιστοποίηση των αναμενόμενων κερδών. Έχουν μπει στον κόπο, κάποιοι ημιμαθείς, να παρουσιάσουν ότι ο κρατικός μηχανισμός λειτούργησε σωστά, μιας και προστάτευσε τη σκηνή του εγκλήματος. Τα λάθη σε αυτό τον ισχυρισμό είναι πολλά, και κανένα κείμενο δε θα μπορούσε να τα καλύψει όλα.
Το πρώτο, και πιο βασικό για μένα, είναι το εξής. Ο πραγματικός τόπος του εγκλήματος είναι το σπίτι που έχει καταφέρει να χτίσει αυτός ο άνθρωπος πάνω σε νυχτοκάματα του τρόμου και του θανάτου. Μέχρι να κυκλωθεί αυτός ο χώρος, αυτό το κρεβάτι στο οποίο κοιμάται ένας γραβατωμένος φονιάς που πέρασε 48 ώρες στο κρατητήριο και ύστερα αφέθηκε ελεύθερος σα να μη συνέβη τίποτα, όποια ασπροκόκκινη ταινία και να βάλουν γύρω από ένα καμένο εργοστάσιο, οι νεκρές θα μας στοιχειώνουν.
Δεν υπάρχει κάτι που χρειάζεται διερεύνηση στο φονικό αυτό. Οι καταγγελίες φτάνουν και περισσεύουν. Το κράτος δε θέλει να μάθει. Το κράτος ξέρει. Ξέρει ότι υποθάλπτει εγκληματίες. Ξέρει ότι ζει από το πάρε-δώσε με τον κόσμο της «επιχειρηματικότητας» (δηλαδή της εργασιακής εκμετάλλευσης).
Όλοι μας οι νεκροί, όλες μας οι νεκρές, έχουν πέσει από το ίδιο χέρι. Το μακρύ χέρι της ελεύθερης αγοράς. Μέχρι να της κοπεί.
Διαβάστε επίσης:
Τέμπη – Μια ανάσα πριν τη δίκη, τρία χρόνια σκέψεις





