Εξαγγελίες Χρυσοχοΐδη: Άλλη μια παραδοχή της ανικανότητας
Αν υποθέσουμε ότι δεν είναι μια τουριστική εκπόρνευση το σχέδιο πίσω απ’ τις εξαγγελίες του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, τι μένει; Η έμμεση πως είναι πλήρως ανίκανος να τα βάλει με το έγκλημα χωρίς να διαλύσει την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Είναι μάλλον αστείο να σκεφτεί κανείς ότι η απαγόρευση συναυλιών στα Εξάρχεια εξυπηρετεί όντως κάποιου είδους αντιτρομοκρατική πολιτική. Τα Εξάρχεια εδώ και χρόνια προετοιμάζονται (κόντρα στη θέλησή τους) για το νέο ρόλο: έναν πιο “μποέμ” υποδοχέα τουρισμού δίπλα στο χλιδάτο Κολωνάκι. Από δω οι old money, από κει οι new hippies, και σταθερά “καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα!”. Εύκολα συμπεραίνει κανείς πως, η ως τώρα φύση της περιοχής χαλάει το πλάνο μιας νέας, καπιταλιστικής Τρούμπας…
Παρόλ’ αυτά, για την οικονομία τούτου δω του άρθρου θα υιοθετήσω το σκεπτικό Χρυσοχοΐδη, γνωρίζοντας πως θα κατηγορηθώ για εγκληματική αφέλεια εκ προθέσεως κι εκ προμελέτης. Έστω λοιπόν ότι όντως, Στρέφης κι Εξάρχεια γίνονται άβατο για κάθε είδους συναυλιακή μάζωξη ικανή να συγκεντρώσει εγκληματικούς πυρήνες. [Είναι μια συναυλιακή μάζωξη ικανή να συγκεντρώσει τέτοιους πυρήνες; Χρειάζονται οι τρομοκρατικές ομάδες κι οι γνωστοί-“άγνωστοι” το Σπύρο Γραμμένο και τους Χατζηφραγκέτα για να συγκεντρωθούν και να δράσουν; Είναι να γελάει κανείς, όμως είπαμε: εγκληματική αφέλεια εκ προμελέτης.] Τι αποκαλύπτει αυτή η κίνηση για το συντονισμένο κράτος και την κυβέρνησή του;
Πλήρη αποτυχία. Αδυναμία, ανικανότητα, απουσία βασικών μεθόδων σοβαρής δράσης. Όταν είσαι η πολιτεία, έχεις στα χέρια σου όλα τα όπλα. Όλη τη δύναμη. Όλη την τεχνογνωσία (υποτίθεται). Όλα τα χαρτιά του παιχνιδιού. Αν μ’ όλη την ισχύ του κρατικού μηχανισμού, η λύση είναι να κόψεις την ελευθερία της περιοχής, αυτό κάτι λέει για την ικανότητά σου να λύνεις προβλήματα χωρίς να γεννάς καινούρια. Ή για την αντίληψη που κουβαλάς ως προς την αξία της ελευθερίας. Πιθανότατα και για τα δύο.
Τα Εξάρχεια βέβαια, ήταν απ’ την πρώτη κιόλας μέρα κυβερνητικός στόχος. Έπρεπε να “καθαρίσουν”, να “πλυθούν”, να “γυαλιστούν”, να γίνουν μια “κανονική” γειτονιά. Κανένας σαφής ορισμός δεν δόθηκε ποτέ στα παραπάνω, μα έτσι κι αλλιώς το πηλίκο έξι χρόνια μετά παραμένει μηδενικό. Τα Εξάρχεια συνεχίζουν ευτυχώς να είναι η γειτονιά που ήταν, και δυστυχώς συνεχίζουν επίσης να πληγώνονται απ’ όλες τις πληγές που διαχρονικά τα σημαδεύουν. Εμπόριο ναρκωτικών, μέρα μεσημέρι, καταμεσής στην πλατεία. Μπάχαλα λίγων, μ’ αναρχικές κραυγές αλλά χωρίς αναρχική παιδεία – εκείνων που κρύβουν το φασισμό τους κάτω απ’ την κουκούλα και καπελώνουν την ουσία της πραγματικής αλληλεγγύης που κυριαρχεί στη γειτονιά. Μ’ αυτούς τους λεκέδες, ούτε κατάφερε, ούτε προσπάθησε κανείς να καθαρίσει. Ως συνήθως το μάρκετινγκ της κανονικότητας εξαντλήθηκε σ’ επικοινωνιακά ριχτάρια και συγκεχυμένες εικόνες δελτίου, ικανές να πείσουν όσους εξ αρχής δεν γνώριζαν το πρόβλημα, ζητούσαν όμως λύση. Απροσδιόριστα.
Η ουσία παραμένει απαράλλαχτη: ένα κράτος αδυνατεί (ή αρνείται) να τα βάλει με τα ισχυρά κυκλώματα, φοβάται (ή αρνείται) να χτυπήσει το κακό στη ρίζα, βουτάει το κεφάλι στην άμμο και πολεμάει τον εύκολο αντίπαλο που ξέρει καλά να πολεμάει. Την ελευθερία του πολίτη. Κι είναι τρομερά παράδοξο πως, η ίδια κυβέρνηση που στο σκληρό πυρήνα της εκφράζει κάθε τόσο μεγαλόστομα τις παλικαριές του “ελευθερία ή θάνατος”, η ίδια κυβέρνηση προτείνει σταθερά στους πολίτες της το δίλημμα: “ελευθερία ή ασφάλεια”. Και το προτείνει, κρύβοντας επιμελώς ότι υπάρχει δυνατότητα να έχει κανείς ελευθερία και ασφάλεια. Δεν υπάρχει αμοιβαίος αποκλεισμός, μόνο διαχρονική κυβερνητική ανικανότητα.
Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι δεν είναι μια τουριστική εκπόρνευση το σχέδιο πίσω απ’ τις εξαγγελίες του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, τι μένει; Η έμμεση παραδοχή του υπουργού πως είναι πλήρως ανίκανος να τα βάλει με το έγκλημα χωρίς να διαλύσει την καθημερινότητα των ανθρώπων. Κι ούτε τότε τα καταφέρνει, αλλά είπαμε, αρκεί το μάρκετινγκ της κανονικότητας. Ένα ρεπορτάζ, σκληρές θέσεις στο ραδιόφωνο, δυο αστυνομικές επεμβάσεις εντυπωσιασμού κι ορίστε: έτσι πείθεις έν’ ακροατήριο που ψοφάει να μπει μια τάξη, έστω κι αν δεν έχει ιδέα τι πραγματικά συμβαίνει όταν σβήνουν οι κάμερες, την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα, τον επόμενο χρόνο. Κι ούτε νοιάζεται να μάθει…
Διαβάστε επίσης:







