Ετούτος ο τόπος είμαστε εμείς
Απόψε όμως ψιθύρισε ένα αντίο, κάνε μια προσευχή σε ό,τι πιστεύεις, σε όποιον αγαπάς και γίνε κι εσύ μέρος της συλλογικής μας θλίψης, μέλος του προαιώνιου σώματός μας, κομμάτι της άσωτης δύναμής μας.
-Ξέρεις γιατί στις κηδείες και τα μνημόσυνα προσφέρουν φαγητό; Δε σου φαίνεται παράξενο που ενώ ο κόσμος κλαίει, στενοχωριέται, θέλει ησυχία, ηρεμία, μοναξιά, μετά μαζεύονται όλοι, κάθονται και τρώνε; Δεν είναι η χαρά, το γλέντι του γάμου, που πίνεις και τρως. Είναι ένα μάζεμα ανθρώπων μια μέρα θλίψης, ένα τάισμα ικανοποίησης μιας ανάγκης.
-Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι. Όχι, δεν ξέρω.
-Να σου πω εγώ: παλιά, οι συγγενείς, οι φίλοι, έκαναν το ταξίδι με τα πόδια, πάνω σε μουλάρια και άλογα, με κάρα για να φτάσουν σε διπλανά ή σε μακρινά χωριά. Η επιστροφή μετά την κηδεία δε γινόταν μέσα στη νύχτα. Γινόταν πάντα το επόμενο πρωί. Οπότε, η οικογένεια έπρεπε να ταΐσει τους ταξιδιώτες, αυτούς που έρχονταν από μακριά για να τιμήσουν τον νεκρό. Αυτή η συνήθεια, έγινε παράδοση κι ας άλλαξαν οι καιροί κι ας άλλαξαν οι ταχύτητες. Κι είναι πάντα αυτό το φαγητό σαν το ξεπροβόδισμα εκείνου που πέρασε στο φως. Ένα τελευταίο μοίρασμα του ψωμιού ανάμεσα στους εδώ και τον εκεί. Γι’ αυτό, μείνε απόψε να φας μαζί μας και ξεκινάς πάλι το πρωί.
-Δε σου είπα ποτέ ότι ήρθα από αλλού. Ίσως να ‘μουν στο δίπλα δρόμο και να άκουσα τα ουρλιαχτά. Ίσως σε μια γειτονιά παραπάνω κι είδα τη σκόνη. Μπορεί τα φώτα, οι σειρήνες, ο κόσμος που έκλαιγε στη διαδρομή προς τα εδώ να με παρέσυρε κι εμένα. Δε νομίζω ότι ανήκω σε αυτό το ξόδι. Δεν ξέρω πώς να τιμήσω ανθρώπους που έμειναν μέχρι τέλους στην εστία τους απέναντι στο τέρας που ερχόταν. Που κράτησαν σταθερά τα πόδια τους, ρίζες ενωμένες με τις ρίζες όσων έζησαν πριν από αυτούς εκεί. Που τα χέρια τους κρατήθηκαν από τοίχους που άλλοι πιο πριν είχαν βάλει καρφιά κι είχαν κρεμάσει φωτογραφίες χαρούμενες, στιγμές που θα ‘μεναν να θυμίζουν το «ανήκειν»· το πού ανήκαν. Νιώθω τόσο λίγος μπροστά τους που και το κλάμα μου ως ελάχιστο χρέος ενός περαστικού, φτηνό θα το ‘νιωθα.
-Άκουσέ με! Είμαι τόσο μεγάλος που συνομιλώ με τα βράχια σαν συμμαθητές, που συμβουλεύω τις ελιές σαν εγγόνια μου. Ετούτοι οι νεκροί δεν πέθαναν για να γίνουν ήρωες. Δεν ήταν ήρωες. Ετούτοι οι άνθρωποι δεν έψαξαν ποτέ τη θέωση, το παραπάνω απ’ το μπόι τους ανάστημα. Ετούτοι ήταν εσύ κι οι φίλοι σου κι οι γνωστοί σου και κάθε άνθρωπος που συναντάς στις βόλτες σου, στα ψώνια σου, στον καφέ σου κάθε μέρα. Ήταν άνθρωποι που ήθελαν να ζήσουν. Που σε ετούτες τις συντεταγμένες που τους έριξε η μοίρα -η γέννα αν δε σου αρέσουν τα ζάρια της φύσης- θέλησαν να το πάνε μέχρι τέλους. Κι όταν τα κτήνη είπαν «ερχόμαστε, ή φεύγετε ή πεθαίνετε» η απάντησή τους δεν ήταν «μένουμε για να γίνουμε ήρωες». Δίχως άλλη σκέψη ήταν «μένουμε γιατί ετούτος ο τόπος είμαστε εμείς, οι άνθρωποί του. Γιατί χωρίς εμάς δεν είναι τόπος, δεν είναι γη. Μένουμε γιατί το αλλού δεν είναι πάντα επιλογή».
Μείνε λοιπόν μαζί μας απόψε! Κοίτα τους όλους γύρω σου που έχουν κάτσει στο τραπέζι. Μείνε να μοιραστούμε τα λίγα που έχουμε: ψωμί, λάδι, ελιές, μερικές κονσέρβες. Πάρε δυνάμεις και ξεκίνα το πρωί. Ξέρω ότι έχεις δρόμο κι ας λες άλλα. Ότι θα φτάσεις ετούτες τις εικόνες, με την αφήγησή σου, σε μέρη μακρινά. Απόψε όμως ψιθύρισε ένα αντίο, κάνε μια προσευχή σε ό,τι πιστεύεις, σε όποιον αγαπάς και γίνε κι εσύ μέρος της συλλογικής μας θλίψης, μέλος του προαιώνιου σώματός μας, κομμάτι της άσωτης δύναμής μας.
Διαβάστε επίσης:
Να (μάλλον) γιατί δεν αλλάζει ο κόσμος – Και γιατί (μάλλον) κι αυτό αλλάζει





